Λουκάς Καρυτινός: Στη μουσική το ψεύτικο φαίνεται αμέσως

«Ο καλλιτέχνης πρέπει με τον συνεργάτη του επί σκηνής να είναι μία αδιάσπαστη ενότητα»
Λουκάς Καρυτινός
Λουκάς Καρυτινός

Ο διεθνώς καταξιωμένος αρχιμουσικός Λουκάς Καρυτινός είναι ταυτισμένος με την βαθιά, ουσιαστική και ευαίσθητη ανάγνωση των μεγάλων έργων. Τον συναντήσαμε λίγες μέρες πριν ανέβει στο πόντιουμ της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών διευθύνοντας έργα Μπετόβεν Στράους και Τσαλαχούρη. Αποτέλεσμα; Ενας διάλογος απολαυστικά ειλικρινής και ενδιαφέρων.

Έχετε αναφέρει, σε προηγούμενη συνέντευξή σας, μία βραδιά στη Λυρική, όπου αποφασίσατε ότι θα γίνετε αρχιμουσικός. Τελικά μια βραδιά μπορεί να καθορίσει την πορεία μας;

Νομίζω πως ναι. Αν αυτή η βραδιά είναι τέτοιας, ισχυρής δόνησης κι έρθει και βρει αυτό που ούτως ή άλλως υπάρχει μέσα σου, τότε μπορεί να είναι καθοριστική. Ειδάλλως μάλλον όχι. Διότι πρέπει να υπάρξει ξέρετε μια συνάντηση, του εσωτερικού σου κόσμου και των εξωτερικών ερεθισμάτων. Αν συμβεί αυτή η συνάντηση, αυτό το ευτυχές γεγονός, τότε νομίζω ότι τα σημάδια της πορείας κάποιου είναι ιδιαίτερα.

Τελειώνοντας το σχολείο, αποφασίσατε να σπουδάσετε στη Νομική, από την οποία αποφοιτήσατε το 1975. Πώς ισορροπούσε μέσα σας ο νομικός και ο καλλιτέχνης;

Η αλήθεια είναι ότι στα νομικά δεν έδωσα ποτέ ιδιαίτερη σημασία, νομίζω ότι ουσιαστικά πήγα στη Νομική απλώς για να μη χρειαστεί να αποχωριστώ τη σχολική μου παρέα. Πάντοτε ήμουν καλλιτέχνης μέσα μου, αλλά ήθελα να συνεχίσω και την κοινωνική μου δραστηριότητα (γέλια). Μάλιστα, αυτό συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, οι παρέες μου είναι από τη Νομική. Θα μπορούσε λοιπόν να πει κανείς ότι ολόκληρη η κοινωνική μου ζωή κύλησε γύρω από τη Νομική.

Ποιοι οι δάσκαλοι που θεωρείτε σημαντικότεροι για τη διαμόρφωσή σας και την πορεία σας ως αρχιμουσικός;

Νομίζω ο καθηγητής μου ήταν εκείνος που μου δίδαξε πολλά από τα τεχνικά ζητήματα, αλλά παράλληλα μου έδωσε και μεγάλη αυτοπεποίθηση. Όμως, πολλά έμαθα από όλους τους δασκάλους με τους οποίους συναντήθηκα και όχι μόνο – έμαθα πολλά και από όσους είδα απλώς από μακριά. Όπως, για παράδειγμα, από μαέστρους που θαύμασα σε συναυλίες και θεωρώ μεγάλους δασκάλους μου, γιατί κι απ’ αυτούς ακόμη έμαθα πάρα πολλά πράγματα.

Έχετε μία μακρά σχέση με τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, έχοντας διευθύνει πολλές συναυλίες με έργα του. Τι είναι αυτό που τον καθιστά – τόσο τον ίδιο ως προσωπικότητα, όσο και τη μουσική του – τόσο σημαντικό για τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα; Υπάρχουν κάποια έργα του, τα οποία προσωπικά ξεχωρίζετε;

Αγαπώ ιδιαίτερα το Canto General, μιλώντας για τα μη συμφωνικά του έργα. Έχω διευθύνει την πλειονότητα των συμφωνικών του έργων και τρεις από τις όπερές του. Σε πρώτη ανάγνωση, είναι πραγματικά ένας άλλος Μίκης Θεοδωράκης, αλλά ουσιαστικά είναι ο ίδιος. Είναι ο άνθρωπος που παθαίνει και πάσχει μ’ αυτό που λέγεται μουσική και Ελλάδα, η οποία υπάρχει σε όλα του τα έργα. Αλλά προσωπικά ξεχωρίζω το Canto General, με το οποίο έχω ζήσει πολύ ιδιαίτερες στιγμές. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι ήταν η πρώτη φορά που δίναμε συναυλίες με τόσο μεγάλο πλήθος να μας παρακολουθεί, το οποίο αλάλαζε και φώναζε. Ήταν η περίοδος που ο Μίκης αποσυρόταν από τη διεύθυνση Ορχήστρας, λόγω κάποιας σωματικής καταβολής κι έτσι μοιραζόμασταν το έργο, όντας και οι δύο επί σκηνής. Ήταν μία μοναδική εμπειρία, γι’ αυτό είναι μια τόσο ιδιαίτερη σύνθεση για μένα.

Από το 1985 ήσασταν τακτικός αρχιμουσικός στην ΕΛΣ. Το 1992 γίνατε Μουσικός Διευθυντής και κατά το διάστημα 1999-2005 θητεύσατε ως Καλλιτεχνικός Διευθυντής, διευθύνοντας πολλές σημαντικές παραγωγές της. Ποιες οι προκλήσεις που αντιμετωπίσατε σε αυτή τη θέση;

Εγώ, πρέπει να σας ομολογήσω, ότι θεωρώ τον εαυτό μου «παιδί» της Λυρικής Σκηνής, είμαι ταυτισμένος μαζί της εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Εκείνη τη στιγμή, όταν δηλαδή μου προτάθηκε η θέση του Καλλιτεχνικού Διευθυντή, αισθάνθηκα ότι είχα την υποχρέωση να την υπηρετήσω και μ’ αυτόν τον τρόπο. Γιατί έπρεπε να πάψω κι εγώ να είμαι συνεχώς με την κριτική στο στόμα. Θεώρησα ότι έπρεπε να περάσω, λοιπόν, κι εγώ από αυτή τη δοκιμασία, να υποστώ την κριτική, αλλά και να βοηθήσω – με τον τρόπο που νόμιζα – το λυρικό θέατρο. Εκείνη την εποχή, το μεγαλύτερο πρόβλημα που είχαμε ήταν το να μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε στη συγκρότηση του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, το οποίο ήταν τότε ο νέος Οργανισμός κι έτσι όλα τα φώτα της δημοσιότητας ήταν στραμμένα πάνω του. Χάρη στον αείμνηστο Χρήστο Λαμπράκη το Μέγαρο έκανε πολύ φιλόδοξες, ευρωπαϊκού επιπέδου, παραγωγές και το ζητούμενο για μας ήταν πλέον το να υπάρξουμε, απαιτώντας παράλληλα ένα κτίριο. Ήταν μία ιδιαίτερη, δύσκολη αλλά ευτυχισμένη περίοδος, κάναμε πολλές παραγωγές και θεωρώ ότι πετύχαμε τους σκοπούς μας.

Η Καλλιτεχνική Διεύθυνση ενός τόσο προβεβλημένου κρατικού οργανισμού, δίνει σίγουρα και τη δυνατότητα να υλοποιήσει κάποιος – ως ένα βαθμό – το όραμά του για την εγχώρια μουσική δραστηριότητα. Ποιοι οι στόχοι που θεωρείτε ότι κατακτήσατε; Υπάρχουν “απωθημένα”;

Πάντα υπάρχουν απωθημένα. Ο βασικός σκοπός μου όμως, τον οποίο εξέφρασα από την πρώτη στιγμή, στην πρώτη μου Συνέντευξη Τύπου ήταν ένας. Είχα πει ότι θα θεωρήσω τον εαυτό μου αποτυχημένο αν δεν δρομολογηθεί το νέο κτίριό της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Έπρεπε πάση θυσία να αποκτήσουμε νέα στέγη, γιατί το «Ολύμπια» ηχητικά δεν μας κάλυπτε πια, ήταν τεχνικά ξεπερασμένο. Κατά τη γνώμη μου, η Ελλάδα πάσχει σε επίπεδο υποδομών, κυρίως λυρικών υποδομών. Υπάρχουν διάφορα κτίρια στην Αθήνα πλέον, αλλά μία μόνο όπερα σε όλη τη χώρα. Είναι πολύ λίγο για τον καιρό στον οποίο ζούμε, αλλά και για όλον εκείνο τον κόσμο, ο οποίος ζει στην περιφέρεια και δεν έχει τη δυνατότητα να έρθει σε επαφή, ζωντανά με το θαυμάσιο αυτό είδος που λέγεται λυρικό θέατρο. Το έχω ξαναπεί άλλωστε: Η κορυφή της πυραμίδας πηγαίνει ψηλότερα, όσο ευρύτερη είναι η βάση της. Αν δεν διευρύνουμε λοιπόν τη βάση, τα καλλιτεχνικά και πολιτιστικά αποτελέσματα θα είναι μικρότερα δυστυχώς. Πέραν, όμως, του κτιριακού, θεωρώ ότι κατά τη διάρκεια της θητείας μου, δώσαμε μαζί με τους συνεργάτες μου την ευκαιρία σε πάρα πολλούς νέους καλλιτέχνες να βρεθούν στη σκηνή, να δοκιμαστούν. Δημιουργήσαμε, επίσης, τη δεύτερη, παράλληλη Σκηνή, κάναμε την παιδική όπερα. Φανταστείτε ότι εκείνα τα χρόνια η ΕΛΣ έδινε περί τις 300 παραστάσεις/ έτος. Και για πρώτη φορά, με διευθυντή τον Θόδωρο Αντωνίου, φτιάξαμε την πειραματική Σκηνή της ΕΛΣ, που έδινε βήμα σε νέους συνθέτες. Νομίζω ότι συνολικά ήταν μία εξωστρεφής περίοδος της Λυρικής Σκηνής, με ουσιαστικό περιεχόμενο.

Έχετε διευθύνει πλήθος σημαντικών Ορχηστρών παγκοσμίως. Ποια η γνώμη σας για την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, με την οποία σας συνδέουν πολλές συμπράξεις;

Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών είναι πραγματικά μια εξαιρετική ορχήστρα. Και πέραν αυτού όμως, είναι η πρώτη, αρχαιότερη ορχήστρα της Ελλάδος και η υψηλότερης ποιότητας. Προσωπικά, συνδέομαι πολύ με την ΚΟΑ, είχα επαφή μαζί της από τα πρώτα μου βήματα, όταν ήμουν στο Βερολίνο. Οφείλω να ομολογήσω ότι το περιβάλλον της μου είναι πάρα πολύ ευχάριστο. Κάθε φορά που διευθύνω την ΚΟΑ, αισθάνομαι ότι απ’όλες τις ορχήστρες, είναι εκείνη που με γαληνεύει, νιώθω πολύ άνετα στις πρόβες και τις δοκιμές της. Πραγματικά την αναπολώ και την επιθυμώ.

Λουκάς Καρυτινός
Λουκάς Καρυτινός

Στη συναυλία της 15ης Νοεμβρίου με την ΚΟΑ θα διευθύνετε ένα πρόγραμμα με έργα Στράους και Μπετόβεν, αλλά και τη νέα σύνθεση- παραγγελία της Ορχήστρας στον Φίλιππο Τσαλαχούρη “Ο Θάνατος του Λόρδου Βύρωνα”. Ποιες οι ιδιαιτερότητες αυτού του προγράμματος; Πώς σκέφτεστε να το προσεγγίσετε;

Το Κοντσέρτο για όμποε του Στράους και η Τέταρτη Συμφωνία του Μπετόβεν είναι δύο έργα που κοιτούν προς τα πίσω, δύο κλασικής μορφής συνθέσεις που παραπέμπουν στους Μότσαρτ και Χάυντν. Η Τέταρτη Συμφωνία, καθώς είναι στριμωγμένη ανάμεσα σε δύο ογκόλιθους της μπετοβενικής ιδιοφυίας διαφεύγει συχνά της προσοχής μας. Πρόκειται όμως για ένα εξαιρετικό έργο, που ενώ μοιάζει σαν συνθετικό πισωγύρισμα - προς τη Δεύτερη και ακόμα πιο πίσω, προς τον Χάυντν - είναι ένα δημιούργημα γεμάτο φως, χαρά ζωής και παιχνιδιάρικη διάθεση. Επίσης, τεχνικά προχωρά πολλά βήματα μετά την Τρίτη Συμφωνία. Άλλωστε, αντικατοπτρίζει τη χαρούμενη διάθεση του Μπετόβεν εκείνη την περίοδο. Με αυτό το έργο και τη σειρά που του έδωσε ο Μπετόβεν αντιλαμβανόμαστε με πολύ σαφή τρόπο ότι οι ηρωικές και παθιασμένες μουσικές συνθέσεις δεν είναι ανώτερες εκείνων που ακολουθούν μόνο καθαρή μουσική μορφή και δόμηση. Από την άλλη, ο Ρίχαρντ Στράους συνθέτει το Κοντσέρτο για όμποε προς το τέλος της ζωής του και μοιάζει να κοιτά προς τον Μότσαρτ, χωρίς να ενδιαφέρεται καθόλου για τη σύγχρονη μορφή της μουσικής. Έχοντας περάσει όλα τα ρεύματα του 19ου και 20ου αιώνα, επιστρέφει στα νεανικά του χρόνια, γράφοντας σε απλή διατονικότητα ένα Κοντσέρτο που ανήκει στο κύριο σολιστικό σώμα του οργάνου.

Η συναυλία πραγματοποιείται ως αφιέρωμα στα 250 χρόνια από τη γέννηση του Μπετόβεν και στα 70 χρόνια από τον θάνατο του Στράους. Τι σημαίνουν για σας αυτοί οι δύο συνθέτες;

Ο Μπετόβεν είναι προς το Α της μουσικής, είναι η βάση, φυσικά μαζί με άλλους συνθέτες. Ο Ρίχαρντ Στράους από την άλλη θα έλεγα – χαριτολογώντας - ότι είναι η χαρά του μαέστρου (γέλια). Ήταν και ο ίδιος ένας εξαιρετικός μαέστρος και η μουσική που έγραψε καταφέρνει να ψυχαγωγεί, να αρέσει στους ίδιους τους μουσικούς που την ερμηνεύουν. Σε κάθε αρχιμουσικό αρέσει να διευθύνει Στράους. Ο Μπετόβεν όμως είναι το θεμέλιο της μουσικής

Η επαφή με τον συνθέτη ενός έργου – όπως η επικείμενη, με τον Φίλιππο Τσαλαχούρη – θεωρείτε ότι διευκολύνει το έργο του αρχιμουσικού;

Ναι, σε τεχνική βάση, θεωρώ ότι είναι βοηθητικό για τον μαέστρο. Δεν χρειάζεται να ψάξει μόνος του, ώστε να ανακαλύψει όλα τα τεχνικά σημεία αναφοράς του. Αλλά η εσωτερική επαφή που έχει ένας ερμηνευτής με το έργο είναι δική του υπόθεση. Είναι δηλαδή το αν και πως καταφέρνει ο συνθέτης να επικοινωνήσει μέσα από τις γραμμές την ψυχή του άλλου. Σε αυτό το επίπεδο δεν μπορεί να τον βοηθήσει ο συνθέτης.

Έχετε αναλάβει πολλά νευραλγικά πόστα σε κρατικούς φορείς και οργανισμούς καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας σας. Πως αλληλεπιδρούν ο καλλιτέχνης και ο μάνατζερ σε αυτή τη συνθήκη;

Οι καλλιτεχνικοί φορείς είναι ιδιαίτεροι φορείς. Δεν είναι επιχειρήσεις υπό την κλασσική έννοια του όρου. Γι’ αυτό το λόγο, πιστεύω ότι πρέπει να διοικούνται μόνο από καλλιτέχνες, από αυτό που ονομάζουμε «καλλιτεχνικοί μάνατζερ». Είναι αδύνατο ένας μάνατζερ να διοικήσει έναν καλλιτεχνικό οργανισμό. Σκεφθείτε για παράδειγμα την Εθνική Λυρική Σκηνή, η οποία όταν διοικήθηκε από καλλιτέχνες πήγε πάρα πολύ καλά, ενώ όταν διοικήθηκε από «καθαρούς» μάνατζερ πήγε στα βράχια. Είναι δύσκολο να επωμιστεί το βάρος αυτό ένας καλλιτέχνης, αλλά δεν μπορεί κανείς άλλος να κάνει τη δουλειά που απαιτείται. Δεν είναι σαν τη διοίκηση ενός νοσοκομείου, για παράδειγμα, όπου πιθανώς να μπορεί να διοικήσει και ένας μη γιατρός. Το δικό μας αντικείμενο είναι τόσο ιδιαίτερο, τόσο ευαίσθητο, που το «μάτι» της επίβλεψης πρέπει να το έχει πάντα ένας καλλιτέχνης. Στη δική μου περίπτωση, η συνύπαρξη καλλιτέχνη και μάνατζερ αποδείχθηκε δύσκολη για τον καλλιτέχνη. Ορισμένες φορές σκεφτόμουν το πότε επιτέλους θα τελειώσει αυτή η συνθήκη, για να επιστρέψω απερίσπαστος στο καλλιτεχνικό μου καθήκον. Γιατί, ξέρετε, είναι τεράστια πρόκληση να προκύπτουν τριβές με τους ανθρώπους που το ίδιο βράδυ θα πρέπει να συνεργαστείς καλλιτεχνικά, με ανοιχτή καρδιά πάντα. Ακριβώς διότι ο καλλιτέχνης με τον συνεργάτη του πρέπει να έχει μία ψυχική ενότητα, η οποία να παραμένει – ει δυνατόν – αδιάσπαστη.

Έχετε λάβει σημαντικές διακρίσεις, όπως το «Χρυσό Μετάλλιο Τιμής» του Δήμου Αθηναίων (1989), τον τίτλο Commendatore dell’Ordine della Solidarietà Italiana της Ιταλικής Δημοκρατίας (2005), αλλά και το Μεγάλο Βραβείο Μουσικής της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών (2008). Τι σημαίνουν για σας αυτές οι βραβεύσεις;

Για να σας είμαι ειλικρινής, δεν το έχω σκεφτεί ποτέ ιδιαίτερα αυτό (γέλια). Νομίζω ότι είναι απλώς η ικανοποίηση της – κάποιες φορές κακώς εννοούμενης - ματαιοδοξίας μας. Δεν βρίσκω κάτι βαθύτερο. Φυσικά ευχαριστιέσαι που η Πολιτεία, ένας θεσμός γενικώς, σε αναγνωρίζει, που αναγνωρίζει αυτό που έκανες, αλλά θεωρώ ότι είναι λίγο ματαιόδοξο.

Η διδασκαλία τι ρόλο παίζει στη ζωή σας; Ποιο είναι το μήνυμα ή τα μηνύματα/διδάγματα που θέλετε να περάσετε στους μαθητές σας;

Η διδασκαλία είναι πολύ σημαντική, γιατί με κάνει πολύ καλύτερο καλλιτέχνη. Τα προβλήματα τα οποία ανακύπτουν κατά τη διάρκεια των μαθημάτων, οι ερωτήσεις που τίθενται, μπορεί να είναι πράγματα που δεν μου έχουν περάσει ποτέ από το μυαλό. Μου ανοίγουν νέους ορίζοντες. Ένας καλλιτέχνης ολοκληρώνεται μέσα από αυτό, δεν μπορεί ένας μουσικός να μην δώσει τη σκυτάλη στις επόμενες γενιές, θα παραμείνει ανολοκλήρωτος ο ίδιος. Βελτιώνεται προσωπικά, τεχνικά, μουσικά. Αυτό που θέλω να θυμούνται οι μαθητές μου είναι ότι πρέπει να είναι πολύ ειλικρινείς, τίμιοι με την Τέχνη τους, με την παρτιτούρα, τον συνθέτη, τους συναδέλφους τους. Να είναι τίμιοι στη σχέση τους με τη μουσική. Δεν πρέπει ποτέ κάποιος να προσπαθήσει να κρύψει κάτι ή να εξαπατήσει, γιατί στη μουσική το ψεύτικο φαίνεται αμέσως.

Έχετε κατακτήσει πολλές κορυφές κατά τη διάρκεια της καριέρας σας. Ποιοι οι άμεσοι στόχοι σας και ποια τα όνειρά σας, που δεν έχετε πραγματοποιήσει ακόμα;

Υπάρχουν σίγουρα πολλές παρτιτούρες που θα ήθελα να διευθύνω. Όταν ξεκινούσα, το βασικό μου όνειρο ήταν να γίνω μαέστρος για να διευθύνω τα έργα που μ’ αρέσουν (γέλια). Δεν με ενδιέφερε τότε η Ορχήστρα ή το μέγεθός της, αλλά να μπορώ να διευθύνω όσα αγαπώ.

Info:

Παρ., 15 Νοε. 2019 20:30

ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης

|

Δημοφιλή