Ο επανεξοπλισµός της Γερµανίας: Πού θα κατευθυνθούν τα 100 δισ. € που εξήγγειλε ο Σολτς

Οι παγκόσμιες εξελίξεις τρέχουν.
30 Μαρτίου 2022 - Ο πρωθυπυργός της Ρηνανίας-Βεστφαλίας, <em>Χέντρικ Βιστ</em> επάνω σε γερμανικό τανκ
30 Μαρτίου 2022 - Ο πρωθυπυργός της Ρηνανίας-Βεστφαλίας, Χέντρικ Βιστ επάνω σε γερμανικό τανκ
Andreas Rentz via Getty Images

Τα χρήματα αυτά θα διατεθούν αμέσως, με τον προϋπολογισμό του 2022, για επενδύσεις και εξοπλιστικά έργα. Επίσης, ο Σολτς δεσμεύτηκε ότι η Γερμανία θ’ αρχίσει να επενδύει το 2% του ΑΕΠ της στην άμυνα, μία δέσμευσή της στο ΝΑΤΟ την οποία είχε εγκαταλείψει εδώ και πολλά χρόνια, ικανοποιώντας έτσι και μία απαίτηση των ΗΠΑ. Ο Σολτς τόνισε, όμως, ότι «το κάνουμε επίσης για τους εαυτούς μας, για τη δική μας ασφάλεια».

Η αλήθεια είναι ότι η Γερμανία -μετά την επανένωσή της- εισήλθε σε μία νέα περίοδο, που συνοδεύτηκε με συνεχή μείωση των αμυντικών της δαπανών. Αυτές έπεσαν κάτω από το 2% στα τέλη της δεκαετίας του ’90, και κυμαίνονταν την τελευταία δεκαετία σε επίπεδα του 1,2-1,3%. Όσο για το 2022, ο προϋπολογισμός ανήλθε στα 50,3 δισ. € και το 1,5% του γερμανικού ΑΕΠ. Με δέσμευση του ίδιου του καγκελάριου, η κατάσταση αυτή φαίνεται ότι θ’ αλλάξει και ο χάρτης των πιθανών επενδύσεων άρχισε ήδη να διαμορφώνεται.

Η υποχρηματοδότηση των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων είχε δημιουργήσει πολλές ελλείψεις, οι οποίες χρειάζεται άμεσα να καλυφθούν. Σε πρώτη φάση, θα πρέπει να γεμίσουν οι άδειες αποθήκες της Bundeswehr. Αυτό προϋποθέτει την αγορά πυρομαχικών, που από μόνη της υπολογίζεται ότι θα κοστίσει τουλάχιστον 20 δισ. €. Η ψηφιοποίηση των συστημάτων επικοινωνίας, με τη σειρά της, υπολογίζεται στα 3 δισ. €. Ο εκσυγχρονισμός των Πάτριοτ υπολογίζεται ότι θα κοστίσει άνω των 500 εκατομμυρίων.

Η ανανέωση του στρατεύματος ξεκινάει με την πολεμική αεροπορία και η αντικατάσταση των παλαιών αεροσκαφών Τορνέιντο φαίνεται να είναι δεδομένη. Πιθανότερος αντικαταστάτης τους φαντάζει το αμερικάνικο αεροσκάφος F-35. Αυτό ενισχύεται και από το πλαίσιο του διαμοιρασμού των πυρηνικών όπλων του ΝΑΤΟ, ενώ το F-18 -ως παλαιότερο αεροσκάφος- συγκεντρώνει λιγότερες πιθανότητες. Παράλληλα, είναι στο πρόγραμμα ο εκσυγχρονισμός των Γιουροφάιτερ, ώστε να μπορούν ν’ ανταποκριθούν στις ανάγκες ηλεκτρονικού πολέμου. Οι προμήθειες των αεροσκαφών τοποθετούνται τουλάχιστον στα 15 δισ. €. Στο τραπέζι έχει πέσει και το θέμα της προμήθειας του μη επανδρωμένου αεροσκάφους Χέρον από το Ισραήλ.

Όσον αφορά τις μονάδες του στρατού ξηράς, ως πρώτη ανάγκη έχει χαρακτηριστεί η αντικατάσταση των απαρχαιωμένων πλέον οχημάτων μάχης πεζικού, Μάρντερ, που βρίσκονται σε υπηρεσία από τη δεκαετία του ’70, από τα νεότερα Πούμα. Περίπου 3,67 δισ. € έχουν υπολογιστεί για την αγορά 229 οχημάτων τέτοιου τύπου.

Όλες οι παραπάνω προμήθειες όπλων αφορούν το άμεσο μέλλον. Η γερμανική κυβέρνηση φαίνεται ότι θα διαθέσει 34 δισ. € σε διεθνή προγράμματα, μπαίνοντας δυναμικά και στο παιχνίδι των ευρωπαϊκών προγραμμάτων για την εξέλιξη όπλων επόμενη γενιάς. Αν και δεν έχει ξεκαθαρίσει ακόμα το τοπίο, φαίνεται πως κάποια από αυτά συγκεντρώνουν μεγαλύτερες πιθανότητες.

Σε πρώτη θέση μπαίνει το πρόγραμμα σχεδιασμού και εξέλιξης του ευρωπαϊκού αεροσκάφους 6ης γενιάς, γνωστό και ως FCAS (Future Combat Air System). Στόχος του -υπό γαλλική ηγεσία προγράμματος- είναι όχι μόνο η κατασκευή ενός μαχητικού με χαρακτηριστικά Στελθ, αλλά ενός ολόκληρου «περιβάλλοντος» από μη επανδρωμένα αεροσκάφη και δορυφόρους που θα το πλαισιώνουν.

Τα συνολικά κόστη του προγράμματος, στο οποίο συμμετέχει και η Ισπανία, θα ξεπερνούν τα 100 δισ. €, ενώ μόνο η κατασκευή του πρωτοτύπου θα κοστίσει στη Γερμανία 4,5 δισ. €. Οι πρώτες πτήσεις του νέου αεροσκάφους προγραμματίζονται στα τέλη της δεκαετίας και η πλήρης εισαγωγή του στις ένοπλες δυνάμεις των χωρών γύρω στο 2040.

Στο ίδιο κλίμα κινείται και το πρόγραμμα σχεδίασης ενός νέου άρματος μάχης, που θ’ αντικαταστήσει τα γαλλικά Λεκλέρ και τα γερμανικά Λέοπαρντ. Οι πρώτες υπογραφές για το MGCS (Main Ground Combat System) έπεσαν ήδη από τον Μάιο του 2020, ενώ η παράδοση των πρώτων οχημάτων θα γίνει μετά το 2035. Αν και τα κόστη δεν είναι εύκολο να προβλεφθούν, οι πρώτες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για τουλάχιστον 1,5 δισ. €.

Κερδισμένες από τις εξελίξεις βγαίνουν αρκετές γερμανικές εταιρείες. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν η Rheinmetall, η οποία φαίνεται πως θα καλύψει τις ανάγκες της Bundeswehr σε πολεμικό υλικό και η Hensoldt, ως εταιρεία υψηλής τεχνολογίας και κυβερνοασφάλειας. Δεν είναι όμως οι μόνες που επωφελούνται. Ο αμερικανικός κολοσσός Lockheed Martin εξασφαλίζει μεγάλο μέρος της «πίτας», με την προμήθεια των F-35. Το ίδιο συμβαίνει και με την γαλλογερμανική Αιρμπάς, η οποία είναι υπεύθυνη για το πρόγραμμα των Γιουροφάιτερ.

Εδώ αξίζει ν’ αναφέρουμε ότι ενδέχεται να δημιουργηθεί γραμμή παραγωγής Λέοπαρντ στην Ελλάδα, με πιθανότερες περιοχές την Θεσσαλονίκη και τον Βόλο. Rheinmetall και KMW, παρότι ανταγωνίστριες στην Γερμανία, αναμένεται να συνεργαστούν για να πραγματοποιηθεί το έργο. Η γραμμή παραγωγής σχεδιάζεται να εξυπηρετήσει αρχικά τον εκσυγχρονισμό των περίπου 700 ελληνικών αρμάτων μάχης τύπου Λέοπαρντ 1 και 2, που κοστολογείται στο 1 δισ. €.

Παράλληλα, υπάρχει και η σκέψη η γραμμή να παραμείνει ανοιχτή για την επισκευή, την συντήρηση και την αναβάθμιση των Λέοπαρντ κι άλλων χωρών. Το σχέδιο αυτό είχε ξεκινήσει πριν τα γεγονότα της Ουκρανίας, με τον υπουργό Άμυνας Νίκο Παναγιωτόπουλο να θέλει να κλείσει την συμφωνία. Ωστόσο, οι παγκόσμιες εξελίξεις τρέχουν και μένει να φανεί αν ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας θ’ αποτελέσει τροχοπέδη στο εν λόγω εγχείρημα ή θα επισπεύσει τις διαδικασίες.