Ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ και οι στρατηγικοί προσανατολισμοί της Αμερικής τον 21ο αιώνα

Β΄ Μέρος: Ενα μοναδικά ιδιόμορφο κράτος και μια μεγάλη δύναμη σε μετάβαση. Από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στον 21ο αιώνα. Τι μπορεί να ελπίζει η Ελλάδα
ASSOCIATED PRESS

Γράφοντας αυτές τις γραμμές επιβεβαιώθηκε ότι ο Τζο Μπάιντεν θα είναι ο 46ος πρόεδρος των ΗΠΑ. Όμως, ακόμη και αν υπάρξει κάποια μεγάλη ανατροπή νομική ή άλλη, η ουσία δεν αλλάζει: Οι προσανατολισμοί της στρατηγικής της ισχυρότερης σύγχρονης ηγεμονικής δύναμης είναι δεδομένοι. Αντίθετα με την συμβατική σοφία, επιμέρους ιδιομορφίες που οφείλονται σε πρόσωπα δεν μπορούν να αναιρέσουν τους κεντρικούς στρατηγικούς άξονες. Οι άξονες αυτοί εντός του πολυπολικού διεθνούς συστήματος αποτελούμενο από πολλές μεγάλες και πυρηνικές δυνάμεις σχετίζονται ευθέως με την θέση, τον ρόλο και την ασφάλεια των ΗΠΑ πλανητικά και περιφερειακά. Έσχατος σκοπός για τις ΗΠΑ αλλά και για κάθε άλλη μεγάλη δύναμη είναι να παρεμποδιστεί μια άλλη ηγεμονική δύναμη να κυριαρχήσει πλανητικά και αυτό σημαίνει αδιάλειπτη διαχείριση των ανακατανομών ισχύος στις περιφέρειες όπου και οι περισσότερες διενέξεις. Μεταξύ άλλων εναλλάσσουν συμμαχίες, ευνοούν διενέξεις που προκαλούν κατατριβή αντιπάλων αλλά ενίοτε και «συμμάχων» με σκοπό τον έλεγχό τους, μεταφέρουν βάρη και συχνά αθέατα και εξεζητημένα παραχωρούν ισχύ σε αυριανούς εχθρούς για να επιτύχουν την επιθυμητή για αυτούς κατανομή ισχύος.

Έχοντας κατά νου παγιωμένα αξιώματα και τυπολογίες για την διαμάχη ηγεμονικών δυνάμεων η αλλαγή προέδρου στις ΗΠΑ είναι ως εκ τούτου δευτερεύουσας σημασίας και αφορά περισσότερο το στιλ και τις επικοινωνιακές τακτικές και λιγότερο την ουσία.

Παντελώς αποστασιοποιημένα από τη δαιμονοποίηση ή ωραιοποίηση των δύο υποψηφίων στις προεδρικές του Νοεμβρίου 2020, για την Ελλάδα η εκλογή Μπάιτεν καμιά σημασία δεν έχει με φιλελληνικά αισθήματα, φιλοτουρκικά ή το αντίθετο αλλά με το τι στρατηγικές θα υιοθετήσει ανάλογα με το πώς εξελίσσονται οι συσχετισμοί τον 21 αιώνα.

Τρία στρατηγικά ερωτήματα

Σημασία έχει ο προβληματισμός και οι συναγόμενες εκτιμήσεις όσον αφορά τρία κεντρικά στρατηγικά ερωτήματα που αφορούν τον επικεφαλής της Αμερικανικής πολιτικής εξουσίας όποιος και να είναι ο πρόεδρος.

Πρώτον, το κατά πόσο ο πρόεδρος που εξελέγη θα προσαρμόζει ολοένα και περισσότερο τις αποφάσεις με τις στρατηγικές προϋποθέσεις του πολυπολικού συστήματος όπως εξελίσσεται. Αυτό σημαίνει λιγότερες επεμβάσεις και περισσότερες συναλλαγές και εναλλαγές συμμαχιών.

Δεύτερον και συναφές, το κατά πόσο θα υιοθετηθούν στρατηγικοί ελιγμοί λιγότερων εμπλοκών των Αμερικανικών δυνάμεων (Δόγμα Νίξον) και ταυτόχρονα θα επιδιωχθούν συναλλαγές με «περιφερειακούς τοποτηρητές», ζήτημα στο οποίο θα επανέλθουμε πιο κάτω.

Τρίτον, ένα κράτος –και κατά νου εδώ έχουμε την Ελλάδα και την Τουρκική απειλή– δεν μπορεί να υιοθετήσει ορθολογιστική στρατηγική εάν δεν έχει γνώση και επίγνωση της επιτελικής οργάνωσης του Πενταγώνου το οποίο τροφοδοτεί τον εκάστοτε πρόεδρο με εναλλακτικά σχέδια και αποφάσεις (contingency plans).

Οταν ο Ομπάμα πήγε στην Τουρκία

Alex Wong via Getty Images

Στο σημείο αυτό διευκρινίζεται μόνο ότι το πώς θα εξελιχθεί η στάση του Μπάϊντεν όσον αφορά την διένεξη Ελλάδας – Τουρκίας σχετίζεται με αυτό το ζήτημα και ελάχιστα ή καθόλου ενδιαφέρει την Αμερικανική εκτελεστική εξουσία όποια και να ήταν –ή ανάλογα και αντίστοιχα την ηγεσία άλλων ηγεμονικών δυνάμεων– το ποιος θα ωφεληθεί και ποιος θα ζημιωθεί και πόσο. Συμπληρώνεται με την υπενθύμιση ότι ο Πρόεδρος Ομπάμα όχι μόνο εκτέλεσε εκτεταμένες επεμβάσεις στις περιφέρειες με αποκλειστικό κριτήριο την απόκτηση ισχύος και γεωπολιτικών ερεισμάτων αλλά επιπλέον το πρώτο του ταξίδι στο εξωτερικό ήταν η Τουρκία όπου μίλησε με πολύ θετικούς όρους για το Τουρκικό κράτος παραβλέποντας τόσο τις αναθεωρητικές της αξιώσεις αλλά και τις ακραίες νέο-Οθωμανικές θέσεις των ηγετών που βρίσκονταν στην εξουσία. Επιπλέον, ο αντιπρόεδρος Μπάϊντεν ήταν επί μακρόν ο κύριος συνομιλητής του Ταγίπ Ερντογάν. Αυτά επισημαίνοντας δεν υπάρχει το παραμικρό υπονοούμενο ότι ο νέος πρόεδρος θα κινηθεί «φιλοτουρκικά» γιατί αυτό εξαρτάται από πολλά ρευστά κριτήρια και παράγοντες τα περισσότερα εκ των οποίων αφορούν τις στάσεις και αποφάσεις της Ελληνικής πλευράς.

Πώς γεννήθηκε η υπερδύναμη

Οι προσδιοριστικοί παράγοντες των στρατηγικών σχεδιασμών των ΗΠΑ αφορούν πλανητικά και περιφερειακά κριτήρια που σχετίζονται με τους συσχετισμούς δυνάμεων, με γεωπολιτικές σταθερές, με τα πυρηνικά όπλα και με τις αναπόδραστες για ένα ηγεμονικό κράτος στάσεις και αποφάσεις όταν λαμβάνουν χώρα ανακατανομές ισχύος πλανητικά και περιφερειακά. Επειδή αυτό είναι στοιχειώδης γνώση του στρατηγικού σχεδιασμού των ΗΠΑ αναιρεί συναισθηματικές εκτιμήσεις των προσώπων που πρωταγωνίστησαν στις τελευταίες προεδρικές εκλογές αλλά και σε όλες τις προηγούμενες.

Για να γίνει ακόμη πιο κατανοητό αυτό το γεγονός ότι παρά τις αμφιταλαντεύσεις μεταξύ ουδετερότητας και παρέμβασης στις υποθέσεις του υπόλοιπου κόσμου μέχρι το 1941 η πλάστιγγα έγειρε αποφασιστικά μετά το 1945 και πιο αποφασιστικά μετά το 1949 όταν δημιουργήθηκε η Ατλαντική Συμμαχία ενώ σταδιακά αναπτύχθηκαν συμφωνίες, βάσεις και ναυτική παρουσία σε όλο το μήκος της Περιμέτρου της Ευρασίας που αρχίζει από την Ευρώπη και φθάνει στην Κίνα. Μια τέτοια παρουσία καθιστά επιτακτικό όχι μόνο στρατηγικό σχεδιασμό με κριτήρια που αναφέρθηκαν μόλις αλλά επιπλέον καθιστούν μέχρι και σήμερα τις ΗΠΑ την ηγετική δύναμη της Δυτικής Συμμαχίας και τον ρυθμιστή των γεωπολιτικών συσχετισμών πάνω στην Περίμετρο της Ευρασίας αλλά και κατ’ επέκταση στον υπόλοιπο πλανήτη.

Η ειδική σχέση ΗΠΑ - Ηνωμένου Βασιλείου

Alice Day / EyeEm via Getty Images

Όπως έχει αναλυθεί αλλού εκτενώς για την εγκατάλειψη της ουδετερότητας εκ μέρους των ΗΠΑ μεγάλο ρόλο διαδραμάτισε το Ηνωμένο Βασίλειο.

Για να γίνει αυτό πιο κατανοητό πρέπει να υπογραμμιστεί ότι μετά το 1945 αλλά επίσημα και αποφασιστικά μετά το 1947-49 οι ΗΠΑ ως ένα κράτος που αμφιταλαντευόταν επί δύο σχεδόν αιώνες μεταξύ απομονωτισμού και αποφυγής εμπλοκών εκτός της Αμερικανικής ηπείρου έγινε η ηγέτιδα δύναμη της ναυτικής συμμαχίας και αντικατέστησε έτσι το Ηνωμένο Βασίλειο. Ήδη αρχές της δεκαετίας του 1930 εν μέσω κινημάτων από-αποαποικιοποίησης και υποχρεωτικής γεωπολιτικής συρρίκνωσης του Ηνωμένου Βασιλείου το Λονδίνο εγκατάλειψε την εχθρότητα προς τις ΗΠΑ και συστηματικά έκτισε την ειδική σχέση με τις ΗΠΑ για να διατηρήσει μια ετερόφωτη ισχύ και ένα σχετικά σημαντικό ρόλο στην διεθνή πολιτική. Οι Βρετανικές μεθοδεύσεις συμπεριελάμβαναν, μεταξύ πολλών άλλων, ανάπτυξη μιας ιδεολογίας κοινών αξιών του «αγγλοσαξονικού κόσμου» (πολλά βιβλία του Τσώρτσιλ), μεταφορά πυρηνικής τεχνολογίας τομέας όπου η ΜΒ προηγείτο και συχνά «αθέατη» παρέμβαση στις Αμερικανικές συζητήσεις για να κλίνει η πλάστιγγα υπέρ του παρεμβατισμού.

Σκοπός: Αφενός μιας σκληρή συμμαχία ΗΠΑ-Ηνωμένου Βασιλείου που τελικά ονομάστηκε «ειδική σχέση» και αφετέρου η Ουάσιγκτον να παραλάβει την σκυτάλη της μεγάλης ηγέτιδας δύναμης όσων κρατών θα προσχωρούσαν στην νέα ανανεωμένη ναυτική συμμαχία για την αποτροπή καθόδου Νότια της εδραίας πλέον ηπειρωτικής δύναμης που ήταν η Σοβιετική Ένωση. Παρά το γεγονός ότι οι σχέσεις Λονδίνου-Ουάσιγκτον μετά το 1945 ποτέ δεν ήταν γραμμικές, η «ειδική σχέση» επηρέασε δραστικά τις αμερικανικές στρατηγικές αποφάσεις, το Λονδίνο έγινε κύριος στρατηγικός σύμβουλος των ΗΠΑ και ο κύριος συνεταίρος των στρατηγικών ισορροπιών στην Ευρώπη συμπεριλαμβανομένης της Δυτικής Ευρώπης. Αυτό ερμηνεύει τόσο την αργοπορημένη είσοδο του Ηνωμένου Βασιλείου στην Κοινότητα όσο και την πρόσφατη αποχώρησή του όταν για την απόφαση αυτή όπως γνωρίζουμε η Ουάσιγκτον διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο. Η στενή σχέση ΗΠΑ – Ουάσιγκτον συνεχίζεται αδιάλειπτα και απαιτείται να ληφθεί πολύ σοβαρά υπόψη η επιρροή του Ηνωμένου Βασιλείου στις στρατηγικές αποφάσεις της Ουάσιγκτον.

Η στρατηγική απεχθάνεται τα κενά ισχύος

Επειδή είναι πολύ σημαντικό αναφέρεται ότι η διπλή στρατηγική του Ηνωμένου Βασιλείου που υιοθέτησε μεταπολεμικά η Ουάσιγκτον συνίστατο αφενός σε στάσεις, αποφάσεις και ενέργειες που θα κρατούσαν την Ευρώπη σε κατάσταση ισορροπίας δυνάμεων και αφετέρου παρουσία με βάσεις, συμμαχίες και ισχυρό ναυτικό σε όλη την περίμετρο της Ευρασίας από την Ευρώπη διαμέσου των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής μέχρι την Ινδική Χερσόνησο και την Κίνα. Αμφότερες οι στρατηγικές είναι το μείζον ζήτημα των ΗΠΑ μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Αρχικά όπως γνωρίζουμε όλοι οι πρόεδροι μέχρι και τον Τραμπ, ανάπτυξαν πυκνές επεμβάσεις στις περιφέρειες. Γιατί; Επανερχόμενοι στην τυπολογία της διαπάλης των ηγεμονικών δυνάμεων στην οποία αναφερθήκαμε στην αρχή πιο πάνω, η πτώση της Σοβιετικής Ένωσης οδήγησε τάχιστα σε παρεμβάσεις και επεμβάσεις των ΗΠΑ με σκοπό να «γεμίσουν τα κενά ισχύος» που δημιουργήθηκαν και να εδραιώσουν μια ισχυρότερη γεωπολιτική θέση στον κόσμο ενόψει ταχύρρυθμης ανάδυσης του πολυπολικού διεθνούς συστήματος. Ο νέος πανίσχυρος αντίπαλος δεν θα είναι πλέον η εκλιπούσα Σοβιετική Ένωση αλλά αναπόδραστα η Κίνα.

Αναδυόμενες δυνάμεις νέες πλανητικές και περιφερειακές ισορροπίες

Μπορεί σίγουρα οι Μεταψυχροπολεμικοί Πρόεδροι να προέρχονταν από την παρεμβατική σχολή σκέψης (συνήθως αλλά όχι μόνο των Δημοκρατικών) με αποτέλεσμα μεγάλες αναστατώσεις στις περιφέρειες, κατεδαφίσεις κρατών, αλλαγές συνόρων και εκατομμύρια πρόσφυγες αλλά είτε στην εξουσία είναι οι Δημοκρατικοί είτε οι Ρεπουμπλικάνοι για πολύ συγκεκριμένους αντικειμενικούς λόγους οι άμεσες στρατιωτικές εμπλοκές των ΗΠΑ έχουν πλέον μεγάλους περιορισμούς. Εξαντλείται ως προσέγγιση. Κυρίως, οι αναδυόμενες μεγάλες δυνάμεις του πολυπολικού συστήματος και περιφερειακές δυνάμεις όπως η Τουρκία διεκδικούν ρόλο στις ανακατανομές ισχύος και συμφερόντων και επιδιώκουν ευνοϊκή θέση στις επερχόμενες νέες πλανητικές και περιφερειακές ισορροπίες.

Τι επιλογές έχει ο νέος πρόεδρος

Drew Angerer via Getty Images

Αφού υπογραμμιστεί ότι όσο μεγάλες και να είναι οι ανακατανομές ρόλων και συμφερόντων οι ΗΠΑ θα παραμείνουν η συντριπτικά ισχυρότερη δύναμη του πλανήτη ενός όμως πολύ πιο ρευστού και ευμετάβλητου διεθνούς συστήματος.

Όποιος και να είχε εκλεγεί Πρόεδρος τον Νοέμβριο 2020 οι στρατηγικές εξελίξεις οδηγούν στα εξής:

Πρώτον

Επειδή οι ευθείες ένοπλες επεμβάσεις –ενώ δεν αποκλείονται– είναι μεγάλου πολιτικού και υλικού κόστους οι περιστάσεις επιτάσσουν, όπως συνέβη και την δεκαετία του 1970 (δόγμα Νίξον), «έμμεσες προσεγγίσεις». Όπως ήδη υπαινιχθήκαμε αυτό σημαίνει αναζήτηση περιφερειακών κρατών που αφενός είναι στρατηγικά αξιόπιστα –είναι ισχυρά και ασκούν στρατηγική εποπτεία στην περιφέρειά τους– και αφετέρου έτοιμα να κάνουν συναλλαγές που αφορούν τα συμφέροντα των ΗΠΑ στους περιφερειακούς συσχετισμούς ισχύος.

Όσον αφορά τα Ελληνικά συμφέροντα και συνεκτιμώντας το πώς εξελίσσεται το διεθνές σύστημα θα μπορούσε να σημαίνει και το εξής: Κράτη όπως η Τουρκία όχι μόνο να είναι ήδη είδος άτυπων και αθέατων συναλλαγών και πελατειακών σχέσεων αλλά ποικιλοτρόπως και ρευστά γέφυρα με άλλες μεγάλες δυνάμεις. Αυτό γιατί στο επίπεδο των στρατηγικών ισορροπιών Κίνας, Ρωσίας, Ινδίας, Πακιστάν, ΗΠΑ έχουμε πολύ δρόμο μέχρι να σταθεροποιηθεί ένα νέο modus vivendi πλανητικών και περιφερειακών ισορροπιών.

Δεύτερον

Όσο προχωρούμε στον 21 αιώνα ενώ ο πρόεδρος των ΗΠΑ θα αντιμετωπίζει ως προς τα μόλις αναφερθέντα πολλούς περιορισμούς, ένας ακόμη περιορισμός είναι το γεγονός ότι όλες οι ηγεμονικές δυνάμεις του πολυπολικού διεθνούς συστήματος είναι πυρηνικές δυνάμεις. Μπορεί να ακούγονται πολλά αλλά η μόνη σταθερή και ορθή θέση που σίγουρα όλες οι πυρηνικές δυνάμεις γνωρίζουν –και το διαπιστώσαμε όταν πριν λίγο χρόνο οξύνθηκε η Ρωσική παρέμβαση στην Συρία–είναι ότι ένας κατευθείαν πόλεμος εμπεριέχει τον κίνδυνο πυρηνικής κλιμάκωσης και αμοιβαίας καταστροφής (γνωστό και ως «πυρηνικός χειμώνας»). Όχι μόνο των δυνάμεων που θα εμπλακούν αλλά και του πλανήτη όλου.

Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ένα ακόμη λόγο αποφυγής άμεσων στρατιωτικών επεμβάσεων και ως προς πολλά ζητήματα που ενέχουν κίνδυνο ευθείας αναμέτρησης με άλλες μεγάλες και πυρηνικές δυνάμεις, ανάθεση «ρυθμιστικού» ρόλου σε περιφερειακές δυνάμεις. Τονίζεται, στο σημείο αυτό, ότι δεν μιλάμε για καλούς, κακούς, φιλίες και έχθρες. Μιλάμε για συμφέροντα και στρατηγικούς περιορισμούς που εντός ενός κόσμου πυρηνικών δυνάμεων ταυτόχρονα και πολυπολικού η ρευστότητα συμμαχικών σχέσεων –και να ξέρουμε ότι οι ισχυρότερες συμμαχίες της σύγχρονης ιστορίας δεν ήταν γραμμένες πάνω σε κάποιο χαρτί– θα είναι σημαντικό γνώρισμα της διεθνούς πολιτικής.

Μείζον κριτήριο που αφορά άμεσα την Ελλάδα είναι το εξής: Σε μια περιφερειακή αντιπαράθεση ποια κράτη είναι αναλώσιμα και ποια υποψήφια για πελατειακές συναλλαγές με τις ηγεμονικές δυνάμεις; Η απάντηση είναι μονόδρομος: Υποψήφια για συμφέρουσες συναλλαγές εκείνα τα περιφερειακά κράτη τα οποία είναι ισχυρά, τα οποία ασκούν στρατηγική εποπτεία στην περιφέρειά τους, τα οποία αποτρέπουν τις εναντίον τους απειλές και που εδραιώνουν ισχυρή γεωπολιτική θέση και ρόλο. Θα ήταν μεγάλη παράλειψη εάν δεν υπογραμμιστεί ότι εάν η Ανατολική Μεσόγειος, η Κύπρος και το Αιγαίο διολισθήσουν με αποτέλεσμα να εκπληρωθούν οι Τουρκικοί αναθεωρητικοί σκοποί η Τουρκία θα γιγαντωθεί γεωπολιτικά και η Ελλάδα θα συρρικνωθεί εάν όχι εκμηδενιστεί ως διεθνής δρων.

Τρίτον

Αν και πολύ περισσότεροι παράγοντες και κριτήρια θα μπορούσαν να απαριθμηθούν για να φωτιστούν τα πιο πάνω, ο ρόλος των ΗΠΑ στην Ευρώπη θα είναι καθοριστικός, κάτι το οποίο είναι εξίσου σημαντικό για την Ελλάδα. Εκτός του ότι το πώς θα είναι στο εγγύς μέλλον η Ευρωπαϊκή κοινότητα και ιδιαίτερα η Γερμανία, στην Ευρωπαϊκή ήπειρο όλα είναι σε μετάβαση. Ανεξαρτήτως Προέδρου στην Ουάσιγκτον ολοένα και περισσότερο κύριο ρόλο αναμφίβολα θα διαδραματίζουν οι ΗΠΑ. Όχι όμως όπως πολλοί ιδεαλιστικά κινούμενοι νομίζουν και όχι με τον ίδιο και σχεδόν γραμμικό τρόπο της μεταπολεμικής περιόδου όταν οι ΗΠΑ κάλυψαν στρατηγικά την Δυτική Ευρώπη. Αποφασιστικό ρόλο διαδραματίζουν στρατηγικά κριτήρια και παράγοντες. Μεταξύ άλλων: Ο ρόλος της Γερμανίας στον νέο κόσμο, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα αν και μεγάλη περιφερειακή δύναμη πληθυσμιακά και οικονομικά το ενωμένο Γερμανικό κράτος δεν διαθέτει πυρηνικά όπλα. Σε συνάρτηση με αυτό κανείς απαιτείται να έχει θέαση της ρευστότητας στο στρατηγικό τετράγωνο Λονδίνο, Παρίσι, Βερολίνο, Μόσχα. Ως προς την τελευταία, ήδη υπαινιχθήκαμε ότι υπάρχουν πολλά ανοικτά στρατηγικά ερωτήματα για το πώς και ποιοι εξισορροπούν την Κίνα. Στους συσχετισμούς αυτούς και ανάλογα με τις στρατηγικές εξελίξεις Ανατολικά του Αιγαίου ή ακόμη και της Μέσης Ανατολής η θέση και ο ρόλος της Τουρκίας είναι ένα ρευστό και ανοικτό ζήτημα για το οποίο η Ουάσιγκτον θα αποφασίσει όχι συναισθηματικά αλλά με όρους ψυχρούς υπολογισμούς ισχύος.

Ελληνοτουρκικά

Ήδη υπαινιχθήκαμε τι σημαίνει αυτό για την Ελλάδα και πως μειώνονται οι κίνδυνοι γεωπολιτικής και κρατικής συρρίκνωσής της. Αυτό μπορούμε να το πούμε και διαφορετικά: Ενδέχεται στους μεσοπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς η Τουρκία να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο αλλά το μείζον ζήτημα είναι το κατά πόσο η Ελλάδα θα παραμείνει ισχυρή, ανεξάρτητη και από άποψη κυριαρχίας ακέραιη. Αυτό εξαρτάται από το πώς θα εξελιχθεί η διένεξη Ελλάδας – Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο, στο Αιγαίο και στην Θράκη. Όσον δε αφορά την Ευρώπη λέμε αυτό που επί τρεις δεκαετίες τονίζουμε, ότι δηλαδή η ΕΕ είναι ένας στρατηγικός και πολιτικός νάνος και ένας νομικός γίγαντας που εκκολάφθηκε μέσα στο Αμερικανικό στρατηγικό θερμοκήπιο. Η Ελλάδα, ακριβώς, κερδίζει στρατηγικά και πολιτικά μόνο εάν και όταν εκμεταλλεύεται επαρκώς τον «νομικό γίγαντα» (και το δικαίωμα αρνησικυρίας στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής) όσο τουλάχιστον υπάρχει η ΕΕ. Το κατά πόσο επίσης αναπτύσσει εξεζητημένες στρατηγικές σχέσεις με δρώντες όπως η Γαλλία, οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και άλλα περιφερειακά κράτη και το κατά πόσο αποφεύγει τις παγίδες της Γερμανικής διπλωματίας οι οποίες για όποιο έχει στοιχειώδη γνώση του «Γερμανικού ζητήματος» είναι σπασμωδικές και η Αθήνα δεν τις έχει ανάγκη!

The Great Seal of the United States
The Great Seal of the United States
Carlo Allegri / Reuters

Κράτος...

Καταληκτικά, και θα επανέλθουμε μελλοντικά για πολλά ζητήματα που αφορούν επιμέρους στρατηγικές αποφάσεις των ΗΠΑ, μεγάλη σημασία έχει να υπάρχει γνώση και επίγνωση των επιτελικών στρατηγικών σχεδίων της Ουάσιγκτον και της εν γένει κρατικής οργάνωσης ως προς αυτό. Ανεξαρτήτως προέδρου οι αποφάσεις είναι απρόσωπες, δεν σχετίζονται με συναισθηματισμούς ή με γενικόλογους ηθικισμούς και τα ζητήματα ισχύος και συμφέροντος προεξάρχουν. Εξάλλου, όπως έγινε αντιληπτό σε αναφορά με τον Πρόεδρο Τράμπ, ακόμη και το προσωπικό στιλ του προέδρου και τα προσωπικά συμφέροντα ή αντιφάσεις ελέγχονται ακατάπαυστα από την κοινωνία, το Κογκρέσο και άλλους θεσμούς του Αμερικανικού κράτους.

Πανίσχυρο...

Αφού θεωρήσουμε ως δεδομένο ότι οι ΗΠΑ παραμένουν πανίσχυρες και η κυρίαρχη ναυτική δύναμη που ελέγχει την Περίμετρο της Ευρασίας και πέραν αυτής, η Ελλάδα όπως και κάθε άλλο ενδιαφερόμενο κράτος απαιτείται να κατανοούν ορθολογιστικά το πώς χαράσσονται και εφαρμόζονται εναλλακτικά στρατηγικά σχέδια ανάλογα με το πώς εξελίσσονται τα πράγματα τοπικά, περιφερειακά και πλανητικά.

Ο προσανατολισμός είναι πάντα ο ίδιος ανεξαρτήτως προέδρου: Αμερικανική ισχύς, αμερικανική στρατηγική υπεροχή, αμερικανική ασφάλεια, θέση και ρόλος πλανητικά και περιφερειακά και τα ιεραρχημένα εθνικά συμφέροντα τα οποία ορίζονται και δημοσιοποιούνται.

Εν πολλοίς και όσον αφορά τα ζωτικά και μείζονα συμφέροντα είναι διαχρονικές σταθερές, γύρω από τις οποίες υπάρχει συντριπτική ομοφωνία και σύγκλιση θέσεων ως προς τις δέουσες αποφάσεις. Τυχόν παρεκκλίσεις και όχι μόνο του εκάστοτε προέδρου «ελέγχονται και εξισορροπούνται» αδιάκοπα από το ευρύ σύστημα θεσμών στους οποίους διαχέονται και συμπλέκονται πολλές εξουσίες. Αυτές είναι οι ΗΠΑ.

Η χάραξη και εφαρμογή της αμερικανικής στρατηγικής, ως γνωστόν, εδράζεται πάνω σε ένα τεράστιο σύστημα δημόσιων λειτουργών του Πενταγώνου που παρακολουθεί, αναλύει, σταθμίζει και διατυπώνει εκτιμήσεις για ότι συμβαίνει στον κόσμο τοπικά, περιφερειακά και παγκόσμια, ενώ πάνω στο τραπέζι του πανίσχυρου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας (ΣΕΑ) υπάρχουν πλήθος εναλλακτικών αποφάσεων (contingency plans) ανάλογα με το πώς είναι και το πώς εξελίσσεται κάθε ζήτημα τοπικά, περιφερειακά και πλανητικά.

Εναλλακτικά σχέδια και εναλλακτικές αποφάσεις συνδέουν τις ορατές βραχυχρόνιες αποφάσεις με τα λιγότερο ορατά μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα συμφέροντα που αφορούν τις πλανητικές ισορροπίες ισχύος και συμφερόντων. Ελάχιστα ή διόλου ορατοί είναι οι στρατηγικοί και τακτικοί χειρισμοί συχνά αθέατοι και μυστικοί που συμπλέκουν τα βραχυχρόνια με τα μεσοπρόθεσμα και τα μακροχρόνια σχέδια και συμφέροντα. Όσο προχωρούμε βαθύτερα στον 21 αιώνα και με δεδομένη την αποκέντρωση δυνάμεων σε συνδυασμό με την αναζήτηση περιφερειακών δυνάμεων για συναλλαγές στάσεις και αποφάσεις που αφορούν «φιλίες», αποχωρήσεις από κάποιες περιοχές όπως πρόσφατα την Συρία, «εξορκισμοί», «συμμαχίες» ή «παραστάσεις κόστους» κτλ, για ζητήματα που αφορούν για παράδειγμα τους Έλληνες, τους Τούρκους ή τους Κούρδους και τους Αρμένιους, έχουν σχέση με το πώς ακατάπαυστα σχεδιάζονται και εκτελούνται εναλλακτικές αποφάσεις στο Πεντάγωνο και στο ΣΕΑ που βρίσκεται στην κορυφή του.

Εάν σταθούμε λίγο στα παραδείγματα που μόλις αναφέρθηκαν αφορούν μεταξύ πολλών άλλων την διαιώνιση της Αμερικανικής γεωπολιτικής υπεροχής, την αποφυγή εμπλοκών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πυρηνικό πόλεμο, τον επηρεασμό της θέσης και του ρόλου των άλλων μεγάλων δυνάμεων και την κατοχή και ροή των πλουτοπαραγωγικών πόρων.

Ως προς αυτά ερωτάται: Τις ΗΠΑ τις συμφέρει ένα ενιαίο κουρδικό κράτος ή περισσότερα, διάσπαρτα και σε ανταγωνισμό; Εναλλακτικές αποφάσεις για την Λιβύη, την Κύπρο και την εφαρμογή του δικαίου της θάλασσας θα ενισχύσουν ή ενδυναμώσουν κράτη ή ηγέτες που ευνοούν συμφέρουσες συναλλαγές;

Ποια κριτήρια και ποιοι παράγοντες επηρεάζουν αυτές τις αποφάσεις ανάλογα με τις στάσεις και αποφάσεις των εμπλεκομένων περιφερειακών κρατών. Και για να ριψοκινδυνέψουμε μια εκτίμηση για την Ελλάδα και Τουρκία, εάν η Ελλάδα κατευνάζοντας συμβάλει στην γεωπολιτική αναβάθμιση της Τουρκίας και με δεδομένο ότι οι ΗΠΑ έχουν σχέδια πολύ πέραν του εκάστοτε ηγετών όπως τον Ερντογάν, τυχόν σχέδια μελλοντικών στρατηγικών συναλλαγών με την Τουρκία, ενδέχεται η Ελλάδα να δεχθεί αφόρητες πιέσεις να εγκαταλείψει πάγιες θέσεις για την Κύπρο και το εφαρμογή του δικαίου της θάλασσας.

Δημοφιλή