Εκεί θα τον αφήσει το πλοίο, πίσω από την πόρτα, εκεί που θα τον βρουν,- μαύρο, κατάμαυρο από τους καπνούς...Το κείμενο όμως έφυγε, η είδηση βγήκε.
Origami boat against seascape.
Origami boat against seascape.
Mike Johnson NI via Getty Images

Δεν είχε ακόμη ξημερώσει όταν χαιρέτησε τους τελευταίους πελάτες, πήρε 30 ευρώ από το χέρι του ιδιοκτήτη, είπε ένα τα ”λέμε” και ξεκίνησε αργά για το σπίτι. Η κίνηση στη Λιοσίων ήταν ανύπαρκτη` βουλκανιζατέρ και φαναρτζίδικα είχαν κηρύξει στάση λόγω Δεκαπενταύγουστου, στην Αγορακρίτου η ησυχία ακουγόταν εκκωφαντική και στο παρκάκι της πλατείας τα νερά από το σιντριβάνι, - ίδιο κι απαράλλαχτο με κάθε επαρχιακής πόλης, -πιτσιλούσε σταγόνες δροσιάς στο κίτρινο χορτάρι.

Πήρε καφέ από το γειτονικό καφεκοπτείο, μασούλησε την άκρη του κουλουριού που περίσσεψε κι ύστερα ανέβηκε αργά τα λίγα σκαλιά που τον χώριζαν από το νοικιασμένο δυάρι του πρώτου ορόφου αγνοώντας τη βαριά, ταγκή μυρωδιά της παλιάς πολυκατοικίας. Το διαμέρισμα είναι σκοτεινό και ήσυχο. Ήθελε μόνο κάτι να φάει και να ξαπλώσει… Άναψε κλιματιστικό, έπλυνε πρόσωπο και δόντια και κοιτάχτηκε στον μικρό καθρέφτη του μικρού μπάνιου. Με τα δάχτυλα άγγιξε τα γένια του, το λευκό πρόσωπο του, τα λεία μάγουλα, θέλω ξύρισμα αλλά βαριέμαι, ύστερα κάθισε στον υπολογιστή.

Η ύλη πρέπει να φύγει μέχρι τις 06.30. Είναι κομμάτια αλλά πρέπει. Σκαντζάρει και όσους λείπουν σε άδεια, οπότε... Νυστάζει, πεινάει, το στομάχι του είναι χωράφι σπαρμένο αγριόχορτα. Έχουμε και λέμε: χειροπέδες στον 18χρονο για το βιασμό ανήλικης, αστυνομικοί που κάνουν τους σεκιουριτάδες σε ώρα βάρδιας, οι Κροάτες χούλιγκανς που θα ‘παίζουν’ για καιρό, ενδοοικογενειακή βία στο Ηράκλειο, αναστολή στους Ρουμάνους με τα κουζινομάχαιρα, στα ίχνη του δολοφόνου του Μιχάλη Κατσούρη, νέο βίντεο από το τάγμα εφόδου των Κροατών, Ιρακινός στο νοσοκομείο μετά από πυροβολισμό,… πεινάει, νυστάζει.

Σπάζει τη γρίλια από το παράθυρο. Το φως τον , …κύκλωμα εμπορίας βρεφών, δηλώσεις επίτιμου αρχηγού ΕΛ.ΑΣ., πυροβολισμοί στη Βουλιαγμένης, πυροβολισμοί στο Ζεφύρι, φωτιά σε σταθμευμένο ΙΧ, σηκώνεται και ανοίγει το μάτι. Θα ζεστάνει το χθεσινό που του άφησε η μάνα του κι ύστερα θα πέσει ανάσκελα και θα ξυπνήσει μεθαύριο. Χαμογελάει στη σκέψη μιας ατελείωτης σιέστας χωρίς φωνές, χωρίς κάπνα, με ήλιο ή με βροχή το ίδιο μου κάνει, χωρίς τη γλίτσα του μπαρ. Θέλει μόνο να φάει και να ξαπλώσει πάνω στη κουβέρτα εκείνου του στενόμακρου πλοίου με τις ριγωτές μπάντες, τις ξύλινες ξαπλώστρες στο καλογυαλισμένο ντεκ, τον κόσμο που μυρίζει καλοκαίρι και Coppertone , τα κορίτσια που τρώνε παγωτό χωνάκι και σκουπίζουν τα χείλη με την ανάστροφη του χεριού τους.

Κι όταν το πλοίο φτάσει αργά μέσα στην ήρεμη νύχτα για να παρατείνει την ευτυχία του, εκείνος θα συνεχίσει να μένει ξαπλωμένος, αποχαυνωμένος, μισολιπόθυμος, ώσπου να ξαναφύγει γεμάτο τουρίστες που κουβαλάνε την άμμο στα πέδιλα και τον ήλιο στα ματοτσίνορα τους, γιορτάζοντας μαζί με εκείνον τη λήξη της βάρδιας του και την αρχή μιας καινούριας πιο ανέμελης εποχής που κάνει τα πιάτα και τα ποτήρια στο μικρό ράφι της κουζίνας ίδια θαλασσινά όστρακα και μάτια που στραφταλίζουν.

Εκεί θα τον αφήσει το πλοίο, πίσω από την πόρτα, εκεί που θα τον βρουν,- μαύρο, κατάμαυρο από τους καπνούς, πεθαμένο και μόνο. Το κείμενο όμως έφυγε, η είδηση βγήκε.. Ίσως το επόμενο καλοκαίρι… Το νησί θα είναι πάντα εκεί, και η θάλασσα δική μας.

Δημοφιλή