Πώς να αντιμετωπίζουν τα ζευγάρια το στρες που προκαλεί ο κορονοϊός

«Να είμαστε δημιουργικοί. Η απάντηση μπορεί να είναι κάποια που κανείς από τους δύο δεν έχει σκεφθεί».

Η εποχή της πανδημίας του κορονοϊού έχει φέρει πολλά ζευγάρια σε αντιπαράθεση σχετικά με την χρήση μάσκας, αλλά και τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν από την μόλυνση του ιού.

Ερωτήματα όπως, «Να στείλουμε τα παιδια σχολείο;», «Να επιτρέψουμε στους γονείς μας να μας επισκεφθούν;», «Να βγούμε για φαγητό σε κάποιο εστιατόριο;» είναι στην καθημερινή ατζέντα.

«Το στρες που προκαλούν όλοι αυτοί οι περιορισμοί επηρεάζουν όλους μας και ειδικά τα ζευγάρια», λέει στην HuffPost ο ψυχοθεραπευτής Κουρτ Σμιθ από την πόλη Ρόουζβιλ, στην Καλιφόρνια.

Τους τελευταίους μήνες ο Κουρτ Σμιθ έχει έρθει αντιμέτωπος με μία σειρά προβλημάτων που είναι απόρροια του κορονοϊού - κυρίως οικονομικής φύσεως.

«Αρκετοί άνθρωποι βλέπουν το εισόδημα τους να μειώνεται σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο», μας εξηγεί ο ίδιος. «Είχα ασθενείς που είτε εργάσθηκαν λιγότερες ώρες, είτε έχασαν την δουλειά τους ή επέλεξαν να μην εργασθούν».

Την περασμένη εβδομάδα μια πελάτισσα είπε στον Κουρτ Σμιθ, πως δεν θέλει να επιστρέψει ακόμα στην εργασία της καθώς ανησυχεί μήπως κολλήσει τον ιό. Ο σύζυγος δείχνει κατανόηση, αλλά καθώς τους τελευταίους πέντε μήνες είναι ο μόνος που συνεισφέρει οικονομικά στον οικογενειακό προϋπολογισμό, αρχίζει να χάνει την υπομονή του.

Ενα άλλο θέμα που συνήθως προκαλεί προστριβές ανάμεσα στα ζευγάρια είναι η χρήση μάσκας, ενώ έρευνες έχουν δείξει πως οι άντρες είναι περισσότερο αντίθετοι στο να την φορούν, καθώς τις θεωρούν σημάδι αδυναμίας, ντροπής ακόμα και χαμηλού κοινωνικού στάτους.

«Τα προβλήματα που συνήθως ακούω να υπάρχουν ανάμεσα τους, έχουν να κάνουν με το πότε, που, πόσο συχνά. Εχω βρεθεί αντιμέτωπος ακόμα και σε διαμάχη για το ποιά πρέπει να αγοράσουν και πόσο θα πρέπει να ξοδέψουν για την αγορά της», μας λέει ο Κουρτ Σμιθ.

Πολλά ζευγάρια δεν είναι έτοιμα να αντιμετώπίσουν τέτοιες καταστάσεις ειδικά αν το επίπεδο επικοινωνίας τους ήταν ανεπαρκές στην προ κορονοϊού εποχή.

«Σχέσεις που ήταν προβληματικές προ κορονοϊού αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρά προβλήματα σήμερα είτε λόγω της καραντίνας, είτε λόγω των περιορισμών στην καθημερινότητα τους», υπστηρίζει ο Κουρτ Σμιθ.

Δυστυχώς λύση στην απειλή του κορονοϊού δεν υπάρχει αυτή την στιγμή στον ορίζοντα. Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται για τα ζευγάρια είναι πώς λύνουν τις διαφορές τους, πριν αυτές γίνουν μεγαλύτερες.

Η HuffPost μίλησε με ανθρώπους που ειδικεύονται στα θέματα του γάμου και εκείνοι μας έδωσαν κάποιες συμβουλές.

Δεν τσακωνόμαστε όταν τα νεύρα μας είναι τεντωμένα

Η όποια συζήτηση δεν χρειάζεται να γίνει άμεσα προκειμένου να λυθεί το πρόβλημα που υπάρχει. Δεν ξεσπάμε στον άλλο. Αποφασίζουμε το χρόνο που θα μιλήσουμε από κοινού, ως σοβαροί και ήρεμοι ενήλικες που είμαστε, μας λέει η σύμβουλος γάμου Τζένιφερ Τσάπελ Μαρς.

«Προσδιορίζουμε από κοινού το χρόνο έτσι ώστε να είμαστε ήρεμοι. Η καλύτερη στιγμή για συζήτηση είναι όταν και τα δύο μέρη είναι πιο ήρεμα και δεν υπάρχουν αλλά ζητήματα που θα αποσπάσουν την προσοχή μας. Τα ζευγάρια με μικρά παιδιά επιλέγουν συνήθως την ώρα που τα παιδιά πάνε για ύπνο».

Κάνουμε μία συνειδητή προσπάθεια να κατανοήσουμε τα προβλήματα του συντρόφου μας στο θέμα της κοινωνικοποίησης

Στόχος μας είναι η αμοιβαία κατανόηση. Εάν ο σύντροφός μας είναι διστακτικός να επιστρέψει στη δουλειά ή να στείλει τα παιδιά στο σχολείο, ας αναρωτηθούμε από πού μπορεί να προέρχονται αυτά τα συναισθήματα προτού προσπαθήσουμε να λύσουμε το ζήτημα, μας λέει η Κέλιφερν Πόμερανζ, ψυχολόγος στο Μένλο Πάρκ, της Καλιφόρνια.

«Ακούμε τον σύντροφο μας με γενναιοδωρία, περιέργεια και στο πνεύμα της επίλυσης του προβλήματος. Αναζητάμε να μάθουμε περισσότερα σχετικά με τις πεποιθήσεις του συντρόφου μας, τι είναι σημαντικό για εκείνον, τις ανησυχίες και τις ανάγκες του».

Αφήνουμε στην άκρη την κριτική και την αμυντική συμπεριφορά.

«Πρόκειται για την κατανόηση του συντρόφου μας πληρέστερα και βαθύτερα, όχι για το να είμαστε σωστοί ή να προσπαθήσουμε να πείσουμε τον σύντροφό μας για την δική μας θέση».

Αρχίζουμε την συζήτηση από κοινό σημείο επαφής

Αποφασίζουμε απο κοινού ποιο είναι το πρόβλημα που μας απασχολεί. Δημιουργούμε μία λίστα με αυτά που συμφωνούμε πάνω στο θέμα. Για παράδειγμα μπορεί να διαφωνούμε αν πρέπει να πηγαίνουμε σε σπίτια άλλων αλλά μπορεί να συμφωνούμε για ένα πικ-νικ, ή για μια πεζοπορία.

«Αυτή η προσέγγιση στο πρόβλημα είναι πιο πιθανό να λειτουργήσει υπέρ της επίλυσης του», μας λέει η Τσάπελ Μαρς.

Μοιραζόμαστε όλες τις λύσεις που μπορούμε να σκεφθούμε και που πιστεύουμε πως μπορούν να μας βοηθήσουν, μας λέει από την μεριά της η Κέλιφερν Πόμερανζ.

«Να είμαστε δημιουργικοί. Η απάντηση μπορεί να είναι κάποια που κανείς από τους δύο δεν έχει σκεφθεί».

Επιλέγουμε την λύση που καλύπτει και τους δύο

«Και οι δύο εταίροι πρέπει να αισθάνονται σαν να έχουν ακουστεί και η γνώμη τους να έχει μετρήσει», δήλωσε ο Κέλιφερν Πόμερανζ, ψυχολόγος στο Μένλο Παρκ της Καλιφόρνια. «Η λύση θα πρέπει να είναι ικανοποιητική και για τους δύο. Εάν μόνο ένας από εμάς αισθάνεται ότι έχει κερδίσει στο τέλος της συζήτησης, τότε και οι δύο έχουμε χάσει».

«Εάν η συνομιλία είναι επιτυχής, θα μας δίνει περισσότερο το αίσθημα της συνεργασίας και λιγότερο του συμβιβασμού».

«Ο συμβιβασμός σημαίνει συχνά να παραχωρούμε κάτι σημαντικό για τον καθένα από εμάς ούτως ώστε να επιτευχθεί μία συμφωνία», συμπληρώνει.

«Η συνεργασία σκοπό έχει να φέρει ένα αποτέλεσμα που θα ικανοποιεί και τα δύο μέρη».

ΠΗΓΗ: HuffPost