ΤΟ BLOG
12/10/2021 12:06 EEST | Updated 12/10/2021 12:06 EEST

Squid Game, σαφάρι ανθρώπων και ένα δυστοπικό μέλλον

Hunting humans, η βία διαπαιδαγωγεί τη νέα γενιά.

Charles Sykes/Invision/AP
.

Την προσοχή μου είχε τραβήξει πριν από χρόνια μια ακαδημαϊκή δημοσίευση του 2016 με τον περίεργο τίτλο «Hunting humans: A future for tourism in 2200» του Daniel William Mackenzie Wright (Futures 78–79 (2016) 34–46).

Ούτε λίγο ούτε  πολύ ο αρθρογράφος ισχυρίζεται ότι η απάθεια του κοινού απέναντι στην βία ωθεί στη δημιουργία μιας γκρίζας  ζώνης όπου πιθανώς στο μέλλον να θεωρείται ηθικά σωστό ακόμα και το σαφάρι ανθρώπων για λόγους τουρισμού. 

Η σκέψη αυτή είναι εφιαλτική αλλά όχι ξένη στο σινεφίλ ή τηλεοπτικό κοινό. Σε αρκετές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές αναπαράγεται το μοτίβο των εγκλωβισμένων ανθρώπων σε μια αρένα που προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα από δοκιμασίες . Ακόμα και ταινίες με ανθρώπινα σαφάρι έχουν υπάρξει και μάλιστα και αρκετές. Είναι δυνατόν όμως αυτή η μυθοπλασία να περάσει στην πραγματικότητα;

Καταρχάς θα πρέπει πάντα να έχουμε κατά νου ότι η εκτέλεση ανθρώπων ως θέαμα έχει υπάρξει συστατικό στοιχείο της καθημερινότητας των ανθρώπινων κοινωνιών στο παρελθόν. Η δημόσια εκτέλεση ανθρώπων ( σε κοινή θέα σε πλατείες) ήταν (και είναι ακόμα σε κάποιες περιοχές του πλανήτη) μια κοινή πρακτική. Ακόμα περισσότερο ένα από τα μεγαλύτερα αρχιτεκτονικά θαύματα της αρχαιότητας, το Κολοσσαίο στη Ρώμη, είχε κύριο ρόλο την προβολή θεαμάτων προς το κοινό με θεματική τον αγώνα μέχρι θανάτου ανθρώπων εναντίον άλλων ανθρώπων  ή θηρίων.

Επίσης ας μην πάμε τόσο παλιά και ας αναλογιστούμε ότι μέχρι και στις αρχές του προηγούμενου αιώνα η δουλεία ήταν μία πλήρως αποδεκτή διαδικασία και ο εξανδραποδισμός ανθρώπων (είτε λόγω χρώματος του δέρματος, είτε λόγω καταγωγής ή φύλλου είτε ακόμα και λόγω κατάστασης και συνθηκών)αποτελούσε μια κοινή πρακτική.

Κοινό σημείο όλων των εκδηλώσεων βίας απέναντι σε συνανθρώπους μας είναι η παραδοχή ότι αυτοί έχουν απωλέσει την ιδιότητα του ανθρώπου με βάση κάποια  κοινωνική ή ψευδοεπιστημονική παραδοχή. Η υποβίβαση των «θυμάτων» από την κατηγορία του ανθρώπου δικαιολογεί την ευτελιστική συμπεριφορά σε αυτούς.

Συνήθως η ρατσιστική προπαγάνδα υποβιβάζει το θύμα σε ζώο («κατσαρίδες» ονόμαζαν τους Αφρικανούς δούλους στον « Νέο Κόσμο», «ποντίκια»  ονόμαζαν τους εβραίους οι Ναζί, κοκ)   καθώς ως αξιακή κλίμακα κάτω από τον άνθρωπο βρίσκονται τα ζώα τα οποία δυστυχώς ακόμα και σήμερα θεωρούνται από όλους μας ως όντα μειωμένων δικαιωμάτων και μάλιστα ως εμπορεύματα (αντικείμενα) πάνω στα οποία μπορούμε να εξασκήσουμε είτε πειράματα είτε ακραία εκμετάλλευση. 

Ωστόσο η ανθρωπότητα σήμερα θεωρεί ότι έχει εξέλθει από τον Μεσαίωνα και ότι πρακτικές σαν τις προαναφερόμενες ανήκουν στο σκοτεινό παρελθόν της. Όλη η προσπάθεια του Διαφωτισμού στηρίχθηκε ακριβώς στην προσπάθεια να προβιβάσει τη σημασία της ανθρώπινης υπόστασης.

Μάλιστα στις προηγμένες δημοκρατίες και πρωτίστως στις δυτικές χώρες και στην Ε.Ε. η προστασία της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας έχει ταχθεί σε πρώτη προτεραιότητα και θεμέλιο της πολιτικής υπόστασης ενός σύγχρονου δημοκρατικού κράτους.

Όμως η έκθεση στη βία πλέον πραγματοποιείται με έναν έμμεσο τρόπο ο οποίος ίσως είναι χειρότερος από την άμεση έκθεση στη βία. Ο κινηματογράφος και η τηλεόραση έχουν υιοθετήσει τη βία ως μέσο αισθητικής και έκφρασης και αν παλιότερα ακόμα και μια πολεμική ταινία καταντούσε μη ρεαλιστική, επειδή δεν έδειχνε ούτε σταγόνα αίματος, πλέον έχει καταντήσει ακόμα και σε κωμωδίες να προβάλλονται σκηνές που άλλοτε θα σόκαραν.

Η βία ως θέαμα είναι ελκυστική λόγω της αμεσότητας και ριζικότητας της αλλά και επειδή ανταποκρίνεται στις ενστικτώδεις ενορμήσεις του θεατή. Δεν χρειάζεται επεξήγηση μια σκηνή βίας ούτε και εμβάθυνση. Γίνεται άμεσα κατανοητή και προκαλεί την προσοχή.

Ωστόσο ο κινηματογράφος έχει εντάξει τη βία ως αυτοσκοπό σε πολλά κινηματογραφικά είδη και όχι ως μέσο επεξήγησης της πλοκής ή μέσω ρεαλισμού (όπως για παράδειγμα σε μια πολεμική ταινία η προβολή της βίας αποτελεί το μέσο για να μπορέσει ο θεατής να ταυτισθεί με το δράμα του πρωταγωνιστή).

Αν και τέθηκαν όρια από τις ρυθμιστικές αρχές σχετικά με τις ώρες που μπορεί να προβληθούν αντίστοιχα προγράμματα στο δημόσιο τηλεοπτικό χρόνο, αυτά τα όρια δεν υφίστανται πλέον στη συνδρομητική τηλεόραση  (για να μη μιλήσουμε για την πειρατεία στο διαδύκτιο). Κάθε νέος μπορεί να δει ό,τι θέλει όποτε θέλει και όσο θέλει όσο ακραία βίαιο και αν είναι. Τα όρια έχουν απωλεσθεί.

Παράλληλα τα ηλεκτρονικά παιγνίδια (ένα μέσο στο οποίο οι νέοι αφιερώνουν σημαντικό μέρος του χρόνου τους) που βασίζονται στη βία έχουν εξελιχθεί σε βαθμό ρεαλισμού τέτοιο που να μεταφέρουν τον παίκτη με πειστικότητα σε ένα εικονικό περιβάλλον όπου συμμετέχει σε σκοτωμούς και βιαιοπραγίες. Ο ρεαλισμός είναι και εδώ εκπληκτικός. Να μην αναφέρουμε ότι πλέον δεκάδες «ελεύθερα» ηλεκτρονικά παιγνίδια που απευθύνονται ακόμα και σε μικρά παιδία διαθέτουν σκηνές βίας με τον παίκτη να κτυπά ή να πυροβολεί τον αντίπαλο.

Τέλος ένα πια όχι και τόσο νέο είδος προγράμματος που έχει κατακλύσει τους τηλεοπτικούς δέκτες μας είναι τα παιγνίδια τύπου ριάλιτι. Και αυτά σόκαραν όταν ξεκίνησε η προβολή τους και με έναυσμα το ρεαλισμό εξώθησαν συχνά τους παίκτες σε ακραίες ψυχολογικές και σωματικές δοκιμασίες. Φυσικά σε αυτήν την περίπτωση το κοινό ένιωθε άνετα με βάση την παραδοχή ότι οι παίκτες ήταν ενήλικες που επέλεξαν μόνοι τους την υπερέκθεση τους. Τα όρια ανοχής και εδώ επεκτείνονται σιγά σιγά. 

Το θέμα με την έμμεση θέαση της βίας είναι ότι δημιουργείται μια απόσταση ανάμεσα στο θεατή και στο γεγονός της βίας. Μια απόσταση που επιτρέπει την εκ του ασφαλούς βίωση της εμπειρίας, χωρίς δηλαδή να υφίσταται ο ίδιος ο θεατής το μαρτύριο της δοκιμασίας ή την απειλή για την ύπαρξη του. Αντίθετα άνθρωποι που έχουν βιώσει τη βία άμεσα (για παράδειγμα στρατιώτες που έχουν επιστρέψει από το μέτωπο) αποκτούν μια φυσική απέχθεια προς τη βία ή τη θέαση της βίας.

Οι έμμεσα εμπλεκόμενοι δεν έχουν καμία τέτοια ενσυναίσθηση. Δεν απειλήθηκαν ούτε απειλούνται μετά τη θέαση της βίαιου γεγονότος. Για παράδειγμα στα ηλεκτρονικά πολεμικά παιγνίδια ο παίκτης μπορεί  να χρησιμοποιεί με δεξιότητα τα χειριστήρια και να πετυχαίνει τους στόχους του αλλά όταν πεθαίνει δεν συμβαίνει τίποτα περισσότερο από το να ξαναρχίζει το παιγνίδι.   

Ως εκ τούτου θα πρέπει σαν κοινωνία να αναρωτηθούμε  για το αν τα υπερβίαια προγράμματα και η μαζική ελεύθερη παρακολούθηση τους από τους νέους  προσφέρουν κάτι στην κοινωνία ή εντέλει δημιουργούν ένα υπόβαθρο για την αποδοχή της άκριτης βίας. 

Και σε σχέση με την υπόθεση του ακαδημαϊκού εγγράφου που αναφέρθηκε στην αρχή.

Ποια θα ήταν άραγε η αντίδραση μας, στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον, αν παρατηρούσαμε ένα ριάλιτι όπου οι διαγωνιζόμενοι θα μπορούσαν να πεθάνουν αλλά μας ενημερώνανε παράλληλα ότι οι διαγωνιζόμενοι είναι παιδεραστές ή καταδικασμένοι θανατοποινίτες;

Θα ήταν άραγε το ίδιο καθολική η αντίδραση μας; Και αν ξεκινήσει από εκεί το σκεπτικό γιατί να μην εξελιχθεί σιγά σιγά και να αναφέρεται και σε συνανθρώπους μας που τους δίνεται μια δεύτερη ευκαιρία να ξεχρεώσουν παίζοντας ένα πραγματικά επικίνδυνο παιγνίδι ριάλιτι; Μήπως και όσοι χρωστούν να θεωρούνται σιγά σιγά το ίδιο παρίες με έναν βαρύ εγκληματία του κοινού ποινικού δικαίου;

Άλλωστε θα μας ενημερώνουν ότι οι «παίκτες» με δική τους θέληση συμμετέχουν στο παιχνίδι οπότε ηθικά θα είχαμε ένα πάτημα για τη θέαση του θεάματος χωρίς τύψεις. Τροφή για σκέψη.