Οι νέες απειλές Τραμπ, δια στόματος του υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, για επιβολή σκληρών οικονομικών κυρώσεων κατά σημαντικών εμπορικών και χρηματοπιστωτικών κέντρων σε Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Σιγκαπούρη, Ελβετία, Ευρώπη και κυρίως Κίνα, κρύβουν ένα μεγάλο ερώτημα.
Μπορούν πραγματικά οι ΗΠΑ να κάνουν πράξη τις απειλές τους απέναντι σε ισχυρές οικονομίες, που ενδεχομένως είναι σιωπηλοί σύμμαχοι του Ιράν, όπως η Κίνα ή είναι μια ακόμη «κούφια» προειδοποίηση;
Μέχρι στιγμής, η Ουάσιγκτον δεν προχωρά στην πραγματοποίηση των απειλών της και διατηρεί ζωντανή την εκστρατεία διπλωματικών πιέσεων προς την Τεχεράνη, σε μια κίνηση που οι οικονομικοί αναλυτές εξηγούν ως «follow the money».
Από τις αρχές του 2000, το μεγάλο σχέδιο της Κίνας, της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας στον κόσμο, είναι να γίνει η κυρίαρχη οικονομική δύναμη στον πλανήτη. Γι αυτό, φρόντισε εκτός από την εξαγορά στρατηγικών τομέων και τις επενδύσεις σε κρίσιμους τομείς όπως ναυτιλία, λιμάνια και κέντρα παγκόσμιου εμπορίου, να αποκτήσει ένα μεγάλο μέρος του Αμερικανικού δημόσιου χρέους, το οποίο θα εκτοξευτεί στα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια έως το 2028, σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου.
Όταν ξεκίνησε η πρώτη θητεία Τραμπ το 2017, το Αμερικανικό χρέος έφτανε τα 19,95 τρισεκατομμύρια δολάρια. Μέσα στα 2 πρώτα χρόνια της δεύτερης θητείας του, αυξήθηκε κατά 3,8 τρισεκατομμύρια δολάρια, φτάνοντας συνολικά τα 11,6 τρισεκατομμύρια δολάρια στις δύο προεδρικές θητείες του μέχρι τώρα.
Το γραφείο προυπολογισμού του Κογκρέσου εκτιμά, ότι το Αμερικανικό χρέος θα αυξηθεί από 101% του ΑΕΠ το 2026 σε 120% το 2036, ποσό ρεκόρ αν αναλογιστεί κανείς ότι σπάει το προηγούμενο του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου που ήταν 106%.
Ποιος «έχει» τις ΗΠΑ στο χέρι
Η Κίνα, είναι ο τρίτος μεγαλύτερος κάτοχος ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου εκτός ΗΠΑ. Από τις αρχές του 2025, εν μέσω του πολέμου στην Ουκρανία και των σκληρών κυρώσεων κατά της Ρωσίας, η Κίνα άρχισε να ξεφορτώνεται σταδιακά πάνω από το 10% των συμμετοχών της σε ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου, φτάνοντας στα 682,6 δισεκατομμύρια δολάρια- το χαμηλότερο επίπεδο από τον Σεπτέμβριο του 2008.
Παρόμοια τακτική ακολουθεί και η Ινδία -στενός σύμμαχος της Κίνας- που έχει μειώσει τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα στο χαμηλότερο επίπεδό των τελευταίων 5 χρόνων – στα 174 δισεκατομμύρια δολάρια, 26% χαμηλότερα από το 2023, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της Αμερικανικής κυβέρνησης.
Τότε, ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, είχε κατηγορήσει τις δύο χώρες για κήρυξη «Ψυχρού Πολέμου» προς την Ουάσιγκτον, καθώς δημιουργούν ένα είδος οικονομικής ασφυξίας.
Μέχρι το 2025, οι ΗΠΑ χρωστούσαν στην Ιαπωνία 1,203 τρισεκατομμύρια δολάρια (το υψηλότερο παγκοσμίως), στο Ηνωμένο Βασίλειο 889 δισεκατομμύρια δολάρια, στην Κίνα 683 δισεκατομμύρια δολάρια και σε τουλάχιστον άλλες 30 χώρες και οντότητες, με τα αμερικανικά ομόλογα να αποτελούν βασικό αποθεματικό και επενδυτικό καταφύγιο για κεντρικές τράπεζες, κυβερνήσεις και επενδυτές σε ολόκληρο τον κόσμο.
Το ερώτημα λοιπόν είναι, εάν η κυβέρνηση Τραμπ μπορεί να ασκήσει πραγματικές πιέσεις προς την Κίνα ή τους στενούς της συμμάχους, όταν το Πεκίνο έχει άσους στο μανίκι του, (που μπορούν να βλάψουν την Αμερικανική αλλά και την παγκόσμια οικονομία) με ένα από αυτούς, να είναι μια ενδεχόμενη μαζική πώληση Αμερικανικών ομολόγων, που θα οδηγήσει την Αμερικανική οικονομία σε αύξηση επιτοκίων δανεισμού, πολή υψηλό πληθωρισμό και εξασθένιση του δολαρίου.