Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απάντησε στις απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για επιβολή δασμών έως 25% στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα, τονίζοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση εφαρμόζει κανονικά τις δεσμεύσεις της στο πλαίσιο της κοινής δήλωσης και ζητώντας ταυτόχρονα σαφήνεια από την Ουάσιγκτον, ενώ προειδοποιεί πως «θα διατηρήσει ανοιχτές όλες τις επιλογές» για την προστασία των συμφερόντων της σε περίπτωση που οι Ηνωμένες Πολιτείες προχωρήσουν σε μέτρα που την παραβιάζουν.
«Η ΕΕ εφαρμόζει τις δεσμεύσεις της Κοινής Δήλωσης σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική πρακτική, διατηρώντας πλήρως ενήμερη την αμερικανική διοίκηση καθ’ όλη τη διάρκεια. Διατηρούμε στενή επαφή με τους ομολόγους μας, καθώς επιδιώκουμε επίσης σαφήνεια ως προς τις δεσμεύσεις των ΗΠΑ», ανέφερε εκπρόσωπος της Επιτροπής.
Η τοποθέτηση αυτή έρχεται σε άμεση απάντηση στις δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου, ο οποίος προανήγγειλε ότι οι δασμοί σε ευρωπαϊκά αυτοκίνητα και ανταλλακτικά θα αυξηθούν στο 25% από την επόμενη εβδομάδα, κατηγορώντας την ΕΕ ότι «δεν συμμορφώνεται» με τη συμφωνία που είχε επιτευχθεί το 2025.
Σκληρή γραμμή από το Ευρωκοινοβούλιο
Την ίδια ώρα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ανεβάζει τους τόνους, με τον πρόεδρο της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου (INTA) Μπέρντ Λάνγκε, Γερμανό ευρωβουλευτή των Σοσιαλιστών και βασικό εισηγητή του φακέλου, να προχωρά σε ιδιαίτερα σκληρή τοποθέτηση.
«Η συμπεριφορά του προέδρου Τραμπ είναι απαράδεκτη, εμείς στην ΕΕ, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τηρούμε τη συμφωνία. Αυτή τη στιγμή επεξεργαζόμαστε τη σχετική νομοθεσία· έχουμε διαμορφώσει κοινοβουλευτική θέση και στοχεύουμε να την οριστικοποιήσουμε έως τον Ιούνιο. Ωστόσο, οι ΗΠΑ έχουν επανειλημμένα παραβιάσει τη συμφωνία, για παράδειγμα με πάνω από 400 προϊόντα που περιέχουν χάλυβα και αλουμίνιο, τα οποία υπόκεινται πλέον σε μέσο δασμό 26%», ανέφερε σε ανάρτησή του στο Χ και πρόσθεσε:
«Η τελευταία αυτή κίνηση καταδεικνύει πόσο αναξιόπιστη είναι η αμερικανική πλευρά», συνέχισε, προσθέτοντας ότι «έχουμε ήδη δει τέτοιες αυθαίρετες επιθέσεις από τις ΗΠΑ στην περίπτωση της Γροιλανδίας· αυτός δεν είναι τρόπος να αντιμετωπίζονται στενοί εταίροι. Πλέον μπορούμε να απαντήσουμε μόνο με τη μέγιστη σαφήνεια και αποφασιστικότητα, αξιοποιώντας τη δύναμη της θέσης μας».
Διαπραγματεύσεις σε εξέλιξη και νέες εντάσεις
Η παρέμβαση Λάνγκε έρχεται την ώρα που βρίσκονται σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις μεταξύ των κρατών-μελών και των ευρωβουλευτών για τον τρόπο εφαρμογής της συμφωνίας ΕΕ–ΗΠΑ και τη σταδιακή μείωση των δασμών στα περισσότερα αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα στο μηδέν, όπως προβλέπεται από τη συμφωνία του Turnberry.
Στο πλαίσιο αυτό, οι ευρωβουλευτές επιδιώκουν να ενσωματώσουν πρόσθετες δικλείδες ασφαλείας, υπό το βάρος και προηγούμενων απειλών του Ντόναλντ Τραμπ, μεταξύ άλλων και για τη Γροιλανδία.
Οι ρήτρες ασφαλείας και το «δίχτυ προστασίας»
Οι ανησυχίες αυτές είχαν ήδη αποτυπωθεί κατά την έγκριση της συμφωνίας από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 26 Μαρτίου, όταν η Ολομέλεια ενέκρινε το κείμενο με ευρεία πλειοψηφίααλλά ταυτόχρονα ενσωμάτωσε πρόσθετες δικλείδες ασφαλείας.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η «ρήτρα έναρξης» (sunrise clause), που προβλέπει ότι οι ΗΠΑ δεν θα επωφεληθούν από τους ευνοϊκούς δασμολογικούς όρους εάν δεν αποδείξουν ότι τηρούν πλήρως τις δεσμεύσεις τους πριν από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας, καθώς και η «ρήτρα λήξης» (sunset clause), βάσει της οποίας η συμφωνία εκπνέει τον Μάρτιο του 2028, εκτός αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν στην παράτασή της.
Παράλληλα, προβλέπεται και η δυνατότητα αναστολής των δασμολογικών παραχωρήσεων, οι οποίες παραμένουν αναστρέψιμες και μπορούν να αποσυρθούν σε περίπτωση νέων αμερικανικών μέτρων.
Διχασμός μεταξύ των «27»
Η στάση αυτή αντικατοπτρίζει και τις πολιτικές ισορροπίες εντός της Ένωσης. Το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα στήριξε τη συμφωνία, ενώ οι φιλελεύθεροι του Renew Europe την αποδέχθηκαν ως αναγκαία για «προβλεψιμότητα και σταθερότητα».
Oι Πράσινοι εμφανίστηκαν διχασμένοι, η Αριστερά την καταψήφισε, ενώ οι Σοσιαλιστές και Δημοκράτες έδωσαν τελικά το «πράσινο φως» υπό την προϋπόθεση ενσωμάτωσης αυστηρών όρων προστασίας.
Την ίδια στιγμή, οι «27» παραμένουν διχασμένοι ως προς τη στρατηγική που πρέπει να ακολουθηθεί, με χώρες όπως η Γαλλία και η Ισπανία να στηρίζουν τη σκληρότερη γραμμή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ενώ άλλες με επικεφαλής τη Γερμανία και την Ιταλία να προκρίνουν τη διατήρηση της συμφωνίας όπως αυτή συμφωνήθηκε το καλοκαίρι του 2025, προκειμένου να αποφευχθεί μια ανοιχτή εμπορική σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Δύσκολη συγκυρία
Οι εξελίξεις αυτές έρχονται σε μια ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με αυξημένες οικονομικές πιέσεις λόγω της ενεργειακής αστάθειας που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, την άνοδο του κόστους εισαγωγών και τη γενικότερη επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι μόλις πριν από μία εβδομάδα, ο Επίτροπος Εμπορίου Μάρος Σέφτσοβιτς, μετά από επαφές στην Ουάσιγκτον, είχε δηλώσει ότι έλαβε διαβεβαιώσεις από την αμερικανική πλευρά πως «μια συμφωνία είναι συμφωνία για όλες τις πλευρές», τονίζοντας ότι οι όροι της είναι «απολύτως θεμελιώδεις» και πρέπει να εφαρμοστούν πλήρως.
Ενδεικτικό της αντίφασης είναι ότι η νέα ένταση με τις Ηνωμένες Πολιτείες προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο αβεβαιότητας, σε μια περίοδο όπου οι Βρυξέλλες επιδιώκουν να διατηρήσουν σταθερές τις εμπορικές ροές και να περιορίσουν τους κινδύνους για τη βιομηχανία τους.
Την ίδια ώρα η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία εκφράζει ήδη έντονη ανησυχία, με τον γενικό διευθυντή της ACEA να προειδοποιεί ότι «η επιστροφή σε δασμούς 27,5% και μια ανοιχτή εμπορική σύγκρουση θα ήταν βαθιά επιζήμια για τους ευρωπαίους κατασκευαστές, τους εργαζόμενους και την ευρύτερη οικονομία της ΕΕ».