Η πλήρης ένταξη της Βουλγαρίας στη ζώνη Σένγκεν άλλαξε την καθημερινότητα στα σύνορα, αλλά όχι μόνο για τους ταξιδιώτες και τις επιχειρήσεις που κινούνται νόμιμα. Για την ΑΑΔΕ, η νέα πραγματικότητα φέρνει και έναν πιο σύνθετο χάρτη ελέγχων: από αδήλωτα POS που «γράφουν» συναλλαγές εκτός ελληνικού ραντάρ μέχρι παλιές συνταγές φοροαποφυγής με βουλγαρικές εταιρείες-βιτρίνες.
Η υπόθεση με τα POS από τη Βουλγαρία είναι το τελευταίο επεισόδιο σε μια ιστορία που η ΑΑΔΕ παρακολουθεί εδώ και χρόνια: τη χρήση της γειτονικής χώρας ως φορολογικού και επιχειρησιακού «παραθύρου» για δραστηριότητες που στην πράξη γίνονται στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, μια ελληνική επιχείρηση μπορεί να έχει POS από πάροχο του εξωτερικού. Αυτό δεν είναι παράνομο. Η γραμμή όμως γίνεται κόκκινη όταν το τερματικό δεν έχει δηλωθεί στο μητρώο POS της ΑΑΔΕ, δεν διασυνδέεται με την ταμειακή μηχανή και δεν διαβιβάζει δεδομένα στο myDATA. Τότε η συναλλαγή μπορεί να γίνεται κανονικά μπροστά στον πελάτη, αλλά φορολογικά να μην εμφανίζεται όπως πρέπει.
Το σχήμα είναι απλό και γι’ αυτό ανησυχητικό. Ο πελάτης πληρώνει με κάρτα σε κατάστημα στην Ελλάδα. Η χρέωση περνά από POS που έχει εκδοθεί ή συνδεθεί με πάροχο εκτός Ελλάδας. Αν το POS δεν είναι δηλωμένο, η πληρωμή ενδέχεται να μην ταυτίζεται με απόδειξη, ταμειακή και ηλεκτρονικά βιβλία. Έτσι, για τον καταναλωτή όλα φαίνονται κανονικά. Για την εφορία, όμως, μπορεί να λείπει ένα κρίσιμο κομμάτι της διαδρομής του χρήματος.
Η συγκυρία της Σένγκεν κάνει το θέμα πιο ευαίσθητο. Από την 1η Ιανουαρίου 2025 καταργήθηκαν οι έλεγχοι προσώπων στα χερσαία σύνορα με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία. Αυτό δεν σημαίνει ότι καταργήθηκαν οι φορολογικοί, τελωνειακοί ή στοχευμένοι έλεγχοι. Σημαίνει όμως ότι η διασυνοριακή καθημερινότητα γίνεται πιο γρήγορη, πιο πυκνή και πιο δύσκολη στην παρακολούθηση όταν υπάρχουν σχήματα που κινούνται στα όρια της νομιμότητας.
Η Βουλγαρία δεν εμφανίζεται τώρα για πρώτη φορά στον ελεγκτικό χάρτη της ΑΑΔΕ.
Μια από τις πιο γνωστές περιπτώσεις είναι οι εικονικές έδρες επιχειρήσεων. Για χρόνια, ελληνικές επιχειρήσεις ή επαγγελματίες εμφανίζονταν να μεταφέρουν δραστηριότητα στη Βουλγαρία, αξιοποιώντας το χαμηλότερο φορολογικό περιβάλλον. Το πρόβλημα δεν είναι η νόμιμη εγκατάσταση μιας πραγματικής επιχείρησης στο εξωτερικό. Το πρόβλημα είναι όταν η έδρα υπάρχει μόνο στα χαρτιά, ενώ η διοίκηση, οι πελάτες, οι εργαζόμενοι, οι αποθήκες και ο πραγματικός τζίρος παραμένουν στην Ελλάδα.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ΑΑΔΕ μπορεί να εξετάσει πού λαμβάνονται οι ουσιαστικές αποφάσεις, πού παράγεται το εισόδημα και αν η αλλοδαπή εταιρεία έχει πραγματική οικονομική υπόσταση. Αν αποδειχθεί ότι πρόκειται για «κέλυφος», η φορολογική μεταχείριση μπορεί να ανατραπεί.
Άλλο μεγάλο κεφάλαιο είναι οι βουλγαρικές πινακίδες. Το φαινόμενο είχε λάβει διαστάσεις κυρίως με ακριβά ΙΧ και επαγγελματικά οχήματα. Ιδιοκτήτες εμφανίζονταν να ιδρύουν εταιρείες στη Βουλγαρία ή να μεταβιβάζουν εκεί οχήματα, ώστε να κυκλοφορούν στην Ελλάδα με βουλγαρικές πινακίδες, αποφεύγοντας τέλη, τεκμήρια, φόρους ή άλλες υποχρεώσεις. Και εδώ, η νόμιμη χρήση αλλοδαπών πινακίδων δεν είναι από μόνη της πρόβλημα. Πρόβλημα γίνεται όταν η αλλοδαπή εταιρεία είναι προσχηματική και το όχημα χρησιμοποιείται μόνιμα στην Ελλάδα από πρόσωπο που στην πραγματικότητα φορολογείται εδώ.
Στο ίδιο κάδρο μπαίνουν και τα λεγόμενα κυκλώματα «καρουζέλ» στον ΦΠΑ. Πρόκειται για διασυνοριακά σχήματα στα οποία εταιρείες σε διαφορετικές χώρες της ΕΕ αγοράζουν και μεταπωλούν προϊόντα, εκμεταλλευόμενες τους κανόνες των ενδοκοινοτικών συναλλαγών. Κάπου στην αλυσίδα, μια εταιρεία εξαφανίζεται χωρίς να αποδώσει ΦΠΑ, ενώ άλλες επιχειρήσεις μπορεί να ζητούν επιστροφές ή να εμφανίζουν συναλλαγές που δεν αντιστοιχούν σε πραγματική οικονομική δραστηριότητα.
Η Βουλγαρία, λόγω γεωγραφικής εγγύτητας, χαμηλότερου κόστους και εύκολης διασύνδεσης με τη Βόρεια Ελλάδα, έχει κατά καιρούς εμφανιστεί σε τέτοια διασυνοριακά μοτίβα. Δεν είναι η μόνη χώρα. Είναι όμως μια χώρα με την οποία η ελληνική αγορά έχει έντονη καθημερινή επαφή, κάτι που κάνει τον έλεγχο πιο απαιτητικό.
Υπάρχει και η αγορά αυτοκινήτου. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι αρχές έχουν εντοπίσει υποθέσεις στις οποίες μεταχειρισμένα ή πολυτελή οχήματα διακινούνται μέσω εταιρικών σχημάτων σε διαφορετικές χώρες, με στόχο την αποφυγή ή τη μείωση φόρων και ΦΠΑ. Σε τέτοια μοντέλα, η διαδρομή του οχήματος και των τιμολογίων είναι εξίσου σημαντική με το ίδιο το αυτοκίνητο.
Στο τελωνειακό πεδίο, η πρόκληση είναι διαφορετική αλλά συγγενής: καπνικά, καύσιμα, αλκοολούχα, μετρητά και προϊόντα απομίμησης παραμένουν διαχρονικά στο στόχαστρο. Η άρση των ελέγχων προσώπων στη Σένγκεν δεν σημαίνει ελεύθερη ζώνη για λαθρεμπόριο. Αντίθετα, οδηγεί τις αρχές σε πιο στοχευμένους ελέγχους, με ανάλυση κινδύνου, διασταυρώσεις και συνεργασία υπηρεσιών.
Το νέο στοιχείο είναι ότι η φοροδιαφυγή δεν χρειάζεται πια απαραίτητα φορτηγό, αποθήκη ή χαρτοκιβώτια. Μπορεί να χωρά σε ένα POS, σε μια εταιρική διεύθυνση, σε έναν τραπεζικό λογαριασμό, σε μια πινακίδα ή σε μια αλυσίδα τιμολογίων.
Γι’ αυτό και το στοίχημα για την ΑΑΔΕ δεν είναι μόνο να εντοπίζει παραβάσεις εκ των υστέρων, αλλά να «δένει» τα δεδομένα σε πραγματικό χρόνο: POS, ταμειακές, myDATA, τραπεζικές συναλλαγές, δηλωμένες έδρες, ενδοκοινοτικές παραδόσεις, τελωνειακά στοιχεία και πληροφορίες από ξένες φορολογικές αρχές.
Η υπόθεση των POS Βουλγαρίας δείχνει ακριβώς αυτό: στη νέα εποχή, το σύνορο δεν είναι μόνο στον Προμαχώνα. Είναι και μέσα στο λογισμικό, στο τερματικό, στην απόδειξη και στη διαδρομή της πληρωμής.
Η Σένγκεν διευκολύνει τη νόμιμη κίνηση ανθρώπων και επιχειρήσεων. Ταυτόχρονα, όμως, υποχρεώνει τις φορολογικές αρχές να γίνουν πιο γρήγορες, πιο ψηφιακές και πιο διασυνοριακές. Γιατί όσο πιο εύκολα περνά μια συναλλαγή τα σύνορα, τόσο πιο δύσκολο είναι να κρυφτεί, αρκεί τα συστήματα να μιλούν μεταξύ τους.