Δεν είναι απλώς μια ακραία φράση στα social media. Είναι ένα τρομακτικό δείγμα του πώς η βία απέναντι στα ζώα μπορεί να ντύνεται με τον μανδύα της «προστασίας» και της «τάξης». Και στην Ελλάδα, η θανάτωση ζώου δεν είναι ούτε άποψη ούτε «λύση»: είναι βαρύ ποινικό αδίκημα.

Ένα φιλοζωικό σωματείο εθελοντών στις Σέρρες καταγγέλλει γυναικολόγο της πόλης, ο οποίος εργάζεται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, μετά από δημόσιες αναρτήσεις του στα κοινωνικά δίκτυα, στις οποίες φέρεται να υπονοεί τη θανάτωση αδέσποτων ζώων.

Advertisement
Advertisement

Σύμφωνα με δημοσιεύσεις πρόκειται για τον Δαμιανό Υφαντίδη, μαιευτήρα στο Γενικό Νοσοκομείο Σερρών, ο οποίος εμφανίζεται στο Facebook ως «Διευθυντής ΕΣΥ, Μαιευτική-Γυναικολογική Κλινική. Γ.Ν. Σερρών» και «Ψηφιακός δημιουργός». Σε ανάρτησή του, φέρεται να έγραψε ότι σκύλους που θεωρεί επικίνδυνους δεν θα τους «πάρει συνέντευξη», αλλά θα «τακτοποιήσει» το θέμα «ήσυχα, γρήγορα, οριστικά, καθαρά» και «με απόλυτη ασφάλεια» για τους ανθρώπους.

Η διατύπωση είναι ανατριχιαστική. Όχι μόνο επειδή αφορά αδέσποτα ζώα, δηλαδή πλάσματα ήδη εκτεθειμένα στην εγκατάλειψη, την πείνα, την κακοποίηση και την αδιαφορία. Αλλά επειδή εμφανίζεται σαν ψύχραιμη, σχεδόν τεχνική περιγραφή μιας «λύσης» που, εάν σημαίνει θανάτωση, εμπίπτει στον σκληρό πυρήνα της ποινικής προστασίας των ζώων.

Το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι, σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, μετά τις αντιδράσεις ο γιατρός δεν ανακάλεσε. Αντιθέτως, φέρεται να απάντησε ειρωνικά σε όσους διαμαρτυρήθηκαν και να προειδοποίησε για μηνύσεις, ενώ οι αναρτήσεις στη συνέχεια «κατέβηκαν» μετά από καταγγελίες στη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος. Το Γενικό Νοσοκομείο Σερρών, όταν ρωτήθηκε σχερικά, αρχικά φέρεται να δήλωσε άγνοια για την υπόθεση.

Το ζήτημα, όμως, δεν είναι μόνο επικοινωνιακό. Δεν αφορά απλώς το αν ένας δημόσιος λειτουργός χρησιμοποίησε απαράδεκτη γλώσσα. Αφορά κάτι βαθύτερο: την κανονικοποίηση μιας κουλτούρας όπου το αδέσποτο ζώο παρουσιάζεται ως ενόχληση που «εξαφανίζεται», αντί ως ευθύνη της Πολιτείας, των δήμων και της κοινωνίας.

Οι επιθέσεις από ζώα, όταν υπάρχουν, δεν αντιμετωπίζονται με αυτοδικία. Αντιμετωπίζονται με καταγραφή, περισυλλογή, κτηνιατρικό έλεγχο, αξιολόγηση συμπεριφοράς, στείρωση, εμβολιασμό, φιλοξενία, υιοθεσία και οργανωμένα δημοτικά προγράμματα. Η αυθαίρετη «εξουδετέρωση» ζώων δεν είναι δημόσια υγεία. Είναι βία.

Advertisement

Και ο νόμος είναι σαφής.

Σύμφωνα με τον Ν. 4830/2021, ο φόνος ζώου, ο βασανισμός, η δηλητηρίαση, ο στραγγαλισμός, ο απαγχονισμός, ο πνιγμός, ο πυροβολισμός, ο ακρωτηριασμός χωρίς θεραπευτικό λόγο, η πρόκληση βαριάς ή επικίνδυνης σωματικής βλάβης και άλλες πράξεις βίας σε βάρος ζώων υπάγονται στις σοβαρότερες μορφές κακοποίησης. Για τις πράξεις αυτές προβλέπεται ποινή κάθειρξης έως 10 έτη και χρηματική ποινή έως 500 ημερήσιες μονάδες, με κάθε ημερήσια μονάδα να κυμαίνεται από 50 έως 100 ευρώ.

Advertisement

Παράλληλα, πέρα από την ποινική διάσταση, προβλέπονται και διοικητικά πρόστιμα. Για φόνο ή βασανισμό ζώου, το διοικητικό πρόστιμο κυμαίνεται από 30.000 έως 50.000 ευρώ για κάθε ζώο και για κάθε περιστατικό.

Αυτό σημαίνει ότι όποιος θανατώνει αδέσποτο ζώο ή οποιοδήποτε ζώο δεν «καθαρίζει» μια κατάσταση. Εκτίθεται σε κακουργηματική κατηγορία, σε πολυετή ποινή κάθειρξης και σε εξοντωτικά πρόστιμα. Και σωστά. Γιατί η κοινωνία που ανέχεται τη βία απέναντι στα πιο ανυπεράσπιστα πλάσματα, εκπαιδεύεται τελικά να ανέχεται τη βία γενικώς.

Η υπόθεση των Σερρών προκαλεί σοκ ακριβώς επειδή δεν μοιάζει με ένα μεμονωμένο ξέσπασμα θυμού. Μοιάζει με δημόσια δήλωση πρόθεσης. Και όταν τέτοιες δηλώσεις γίνονται από άνθρωπο που υπηρετεί στο ΕΣΥ, δηλαδή σε έναν χώρο όπου η προστασία της ζωής είναι θεμελιώδης αποστολή, το βάρος τους γίνεται ακόμη μεγαλύτερο.

Advertisement

Τα αδέσποτα δεν είναι «κοπρόσκυλα». Είναι ζώα που κάποιος εγκατέλειψε, που κάποιος δεν στείρωσε, που κάποιος δήμος δεν διαχειρίστηκε σωστά, που κάποια κοινωνία έμαθε να προσπερνά μέχρι να γίνουν «πρόβλημα».

Και το πραγματικά τρομακτικό σε αυτή την ιστορία δεν είναι μόνο η λέξη «τακτοποιώ». Είναι η ευκολία με την οποία μπορεί να ειπωθεί δημόσια. Δηλαδή η αίσθηση ότι η βία μπορεί ακόμη να εμφανίζεται ως πρακτικότητα, ως θάρρος, ως «λογική».

Δεν είναι. Είναι έγκλημα.

Advertisement
Advertisement