Το 1931 η Ισπανία έκανε ένα ιστορικό βήμα για τα δικαιώματα των συζύγων, αναγνωρίζοντας συνταγματικά τη δυνατότητα λύσης του γάμου με διαζύγιο. Σε μια χώρα όπου η Καθολική Εκκλησία ασκούσε τεράστια επιρροή στην κοινωνική και οικογενειακή ζωή, η απόφαση της Δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας αποτέλεσε σημαντική τομή.
Υπάρχει, ωστόσο, μια ιστορική λεπτομέρεια: το 1931 κατοχυρώθηκε συνταγματικά το διαζύγιο, ενώ ο νόμος που ρύθμισε την εφαρμογή του ψηφίστηκε το 1932. Αργότερα, η δικτατορία του Φράνκο ανέτρεψε αυτή τη μεταρρύθμιση και το διαζύγιο επανήλθε στην Ισπανία το 1981.
Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, το διαζύγιο αποτελεί καθιερωμένο δικαίωμα στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου. Στην Ελλάδα, μάλιστα, μπορεί πλέον να εκδοθεί συναινετικά χωρίς επίσκεψη σε δικαστική αίθουσα, ακόμη και με ψηφιακή διαδικασία.
Η Ισπανία, ο Φράνκο και η επιστροφή του διαζυγίου
Η μεταρρύθμιση του 1931–1932 δεν αφορούσε μόνο το δικαίωμα δύο ανθρώπων να χωρίσουν. Συνδεόταν με την προσπάθεια εκσυγχρονισμού του ισπανικού κράτους και τον περιορισμό της επιρροής της Εκκλησίας στις προσωπικές υποθέσεις των πολιτών.
Ο εμφύλιος πόλεμος και η επικράτηση του Φρανθίσκο Φράνκο άλλαξαν την πορεία της χώρας. Το 1939 η νέα δικτατορική εξουσία κατήργησε τη νομοθεσία περί διαζυγίου, επαναφέροντας την αντίληψη του αδιάλυτου γάμου.
Χρειάστηκε να περάσουν τέσσερις δεκαετίες για να αναγνωριστεί ξανά το δικαίωμα, το 1981, μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας.
Το 2005 η ισπανική νομοθεσία έγινε ακόμη πιο φιλελεύθερη: καταργήθηκε η γενική απαίτηση προηγούμενης διάστασης και δεν απαιτείται πλέον να αποδειχθεί υπαιτιότητα του άλλου συζύγου.
Πότε νομιμοποιήθηκε το διαζύγιο στην Ελλάδα
Σε αντίθεση με την Ισπανία, το διαζύγιο δεν νομιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1983, όπως συχνά θεωρείται. Η δυνατότητα λύσης του γάμου υπήρχε ήδη στο ελληνικό δίκαιο, με ιστορικές ρίζες στο βυζαντινό και εκκλησιαστικό δίκαιο.
Ο Αστικός Κώδικας, που τέθηκε σε ισχύ το 1946, προέβλεπε ήδη περιπτώσεις διαζυγίου.
Η μεγάλη αλλαγή έγινε το 1983, με τον νόμο 1329/1983 για την αναμόρφωση του οικογενειακού δικαίου. Καθιερώθηκε το συναινετικό διαζύγιο, αναμορφώθηκαν οι κανόνες λύσης του γάμου και ενισχύθηκε η ισότητα των συζύγων.
Είχε προηγηθεί το 1982 η καθιέρωση του πολιτικού γάμου με τον νόμο 1250/1982.
Αργότερα, το 2017, η διαδικασία του συναινετικού διαζυγίου μεταφέρθηκε από τα δικαστήρια στους συμβολαιογράφους. Από το 2022 λειτουργεί και η ψηφιακή υπηρεσία μέσω gov.gr.
Πώς βγαίνει σήμερα το διαζύγιο στην Ελλάδα
Υπάρχουν δύο βασικές διαδικασίες.
Το συναινετικό διαζύγιο: Οι δύο σύζυγοι συμφωνούν να λύσουν τον γάμο τους. Ο καθένας εκπροσωπείται από δικό του δικηγόρο, ενώ απαιτείται και συμβολαιογράφος. Αν υπάρχουν ανήλικα παιδιά, πρέπει να ρυθμιστούν ζητήματα γονικής μέριμνας, διαμονής, επικοινωνίας και διατροφής.
Μετά την προβλεπόμενη δεκαήμερη προθεσμία συντάσσεται η συμβολαιογραφική πράξη. Η διαδικασία μπορεί να πραγματοποιηθεί ηλεκτρονικά μέσω του gov.gr, με συμμετοχή των δικηγόρων και του συμβολαιογράφου.
Το διαζύγιο κατ‘ αντιδικία: Όταν δεν υπάρχει συμφωνία, ο ένας σύζυγος μπορεί να προσφύγει στο δικαστήριο. Ο νόμος προβλέπει ως βασικό λόγο τον ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης. Η συνεχής διάσταση επί δύο τουλάχιστον χρόνια αποτελεί ιδιαίτερα σημαντική περίπτωση, καθώς ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα.
Η διάρκεια και το κόστος διαφέρουν σημαντικά. Ένα συναινετικό διαζύγιο χωρίς ιδιαίτερες διαφωνίες μπορεί να ολοκληρωθεί σχετικά γρήγορα, ενώ μια αντιδικία μπορεί να διαρκέσει πολλούς μήνες ή περισσότερο, ανάλογα με τη δικαστική διαδικασία.
Χρειάζεται ακόμη άδεια της Εκκλησίας;
Εδώ πρέπει να γίνει μια σαφής διάκριση.
Η Εκκλησία δεν μπορεί να εμποδίσει την αστική λύση ενός γάμου. Για να εκδοθεί νομικά το διαζύγιο, δεν απαιτείται προηγούμενη έγκριση του μητροπολίτη ή άλλου εκκλησιαστικού οργάνου.
Όταν, όμως, ο γάμος έχει τελεστεί θρησκευτικά, εξακολουθεί να υπάρχει η διαδικασία της πνευματικής λύσης του γάμου από την αρμόδια εκκλησιαστική αρχή.
Η πνευματική λύση έχει σημασία για την εκκλησιαστική κατάσταση των πρώην συζύγων και ενδεχόμενο νέο ορθόδοξο θρησκευτικό γάμο. Δεν πρέπει να συγχέεται με τη νομική έκδοση του διαζυγίου.
Ακόμη και η επίσημη ψηφιακή διαδικασία ενημερώνει τους ενδιαφερομένους, όταν έχει προηγηθεί θρησκευτικός γάμος, για την ανάγκη πνευματικής λύσης.
Πόσα διαζύγια εκδίδονται κάθε χρόνο στην Ελλάδα
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν σταδιακή αύξηση τα τελευταία χρόνια.
Το 2025 καταγράφηκαν 13.127 συναινετικά διαζύγια, 1.926 κατ’ αντιδικία και 800 χωρίς δήλωση του τύπου τους. Επίσης, το 67,6% των διαζυγίων αφορούσε γάμους διάρκειας τουλάχιστον δέκα ετών.
Η αναλογία έφτασε τα 43,1 διαζύγια ανά 100 γάμους που τελέστηκαν την ίδια χρονιά. Αυτό δεν σημαίνει ότι το 43,1% των ζευγαριών που παντρεύτηκαν το 2025 θα χωρίσουν, αφού τα διαζύγια αφορούν γάμους προηγούμενων ετών.
Τι ισχύει στην υπόλοιπη Ευρώπη και στον κόσμο
Στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία και τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, το διαζύγιο αποτελεί αναγνωρισμένο δικαίωμα, αν και οι προϋποθέσεις, ο χρόνος αναμονής και ο ρόλος των δικαστηρίων διαφέρουν.
Η Μάλτα ήταν η τελευταία χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που νομιμοποίησε το διαζύγιο, το 2011. Η Ιρλανδία το είχε επιτρέψει μετά το δημοψήφισμα του 1995 και τη σχετική νομοθετική εφαρμογή.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες το διαζύγιο ρυθμίζεται κυρίως από τη νομοθεσία κάθε πολιτείας. Υπάρχουν διαφορές σε ζητήματα αναμονής, περιουσιακών διεκδικήσεων, επιμέλειας και διατροφής.
Σε αρκετές μουσουλμανικές χώρες, το οικογενειακό δίκαιο επηρεάζεται από τη θρησκευτική παράδοση. Ωστόσο, οι γυναίκες και οι άνδρες δεν διαθέτουν παντού τις ίδιες διαδικαστικές δυνατότητες, ενώ οι κανόνες παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις από χώρα σε χώρα.
Οι δύο χώρες όπου το διαζύγιο παραμένει απαγορευμένο
Το 2026, οι δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις κρατών χωρίς γενικά εφαρμοστέο δικαίωμα διαζυγίου είναι οι Φιλιππίνες και το Βατικανό.
Στις Φιλιππίνες, όπου η Καθολική Εκκλησία διατηρεί μεγάλη κοινωνική επιρροή, οι περισσότεροι έγγαμοι πολίτες δεν μπορούν να λύσουν έναν έγκυρο γάμο με τον τρόπο που αυτό συμβαίνει στην Ευρώπη.
Υπάρχουν όμως εξαιρέσεις και εναλλακτικές διαδικασίες: αναγνώριση ακυρότητας γάμου, δικαστικός χωρισμός, ειδικοί κανόνες για μουσουλμανικούς γάμους και ορισμένες περιπτώσεις αναγνώρισης αλλοδαπών διαζυγίων.
Η ακύρωση γάμου δεν είναι το ίδιο με το διαζύγιο. Η πρώτη βασίζεται στην ύπαρξη νομικού ελαττώματος του γάμου, ενώ το δεύτερο λύνει έναν έγκυρο γάμο.
Το Βατικανό αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση, λόγω της θρησκευτικής του φύσης και της εφαρμογής του κανονικού δικαίου. Η Καθολική Εκκλησία θεωρεί τον έγκυρο και ολοκληρωμένο μυστηριακό γάμο αδιάλυτο, αν και προβλέπονται διαδικασίες αναγνώρισης ακυρότητας σε συγκεκριμένες περιστάσεις.
Από το κοινωνικό στίγμα στην προσωπική επιλογή
Για πολλές δεκαετίες στην Ελλάδα, το διαζύγιο συνοδευόταν από έντονο κοινωνικό στίγμα, ιδιαίτερα για τις γυναίκες. Η οικονομική εξάρτηση, η πίεση της οικογένειας, οι θρησκευτικές αντιλήψεις και η ανησυχία για τα παιδιά μπορούσαν να κρατούν ανθρώπους μέσα σε γάμους που είχαν ουσιαστικά τελειώσει.
Σήμερα οι κοινωνικές αντιλήψεις έχουν αλλάξει. Η οικονομική αυτονομία, οι αλλαγές στους οικογενειακούς ρόλους και η δυνατότητα συναινετικής λύσης του γάμου έχουν διαμορφώσει μια διαφορετική πραγματικότητα.
Η αύξηση των διαζυγίων δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι οι γάμοι έγιναν λιγότερο ευτυχισμένοι. Μπορεί επίσης να αντανακλά μεγαλύτερη δυνατότητα των συζύγων να τερματίσουν μια σχέση που δεν επιθυμούν να συνεχίσουν.
Από την Ισπανία του 1931 μέχρι την Ελλάδα του 2026, το διαζύγιο πέρασε από τη σύγκρουση με θρησκευτικές και κοινωνικές παραδόσεις στην αναγνώρισή του ως βασικής δυνατότητας του οικογενειακού δικαίου.
Και ίσως αυτό είναι το σημαντικότερο ιστορικό συμπέρασμα: το δικαίωμα στον γάμο συνοδεύεται πλέον, σχεδόν παντού, από το δικαίωμα στη λύση του.