Με τις απολογίες τριών εκ των κατηγορουμένων συνεχίστηκε η δίκη για την υπόθεση διαρροής προσωπικών δεδομένων αποδήμων Ελλήνων, η οποία απασχόλησε έντονα την πολιτική επικαιρότητα ενόψει των ευρωεκλογών του 2024. Ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών βρέθηκαν ο πρώην γενικός γραμματέας του υπουργείου Εσωτερικών Μιχάλης Σταυριανουδάκης, ο πρώην οργανωτικός γραμματέας Αυτοδιοίκησης και Διαχείρισης Κρίσεων της ΝΔ Μένιος Κορομηλάς και ο τότε γραμματέας Αποδήμων του κόμματος Νίκος Θεοδωρόπουλος, οι οποίοι παρουσίασαν διαφορετικές εκδοχές για τη διαδρομή του επίμαχου αρχείου.
Ο Μιχάλης Σταυριανουδάκης αρνήθηκε κατηγορηματικά οποιαδήποτε εμπλοκή, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε καμία σχέση με το αρχείο που φέρεται να διέρρευσε. «Ούτε πρόσβαση είχα, ούτε κατέβασα κανένα αρχείο, ούτε προώθησα τίποτα» ανέφερε, επιμένοντας ότι πληροφορήθηκε την ύπαρξη του ζητήματος από τα δημοσιεύματα.
Η πρόεδρος του δικαστηρίου παρατήρησε ότι «κάπως έφυγε το αρχείο όμως», με τον κατηγορούμενο να απαντά ότι αυτό συνέβη χωρίς δική του γνώση και να τονίζει πως είχε αποχωρήσει από τη θέση του ήδη από τον Αύγουστο του 2023. Παράλληλα, απέδωσε την παραίτησή του σε λόγους πολιτικής διαχείρισης της κρίσης, λέγοντας πως «με παρακάλεσαν να βοηθήσω να υπάρξει πολιτική εκτόνωση».
Αναφερόμενος στον συγκατηγορούμενό του Μένιο Κορομηλά, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει για ποιο λόγο υποστήριξε πως το αρχείο προήλθε από τη δική του πλευρά. «Δεν ξέρω γιατί είπε ότι πήρε το αρχείο από εμάς», ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι η γραμματεία του δεν είχε καμία αρμοδιότητα επί των συγκεκριμένων στοιχείων.
Στη δική του απολογία, ο Μένιος Κορομηλάς περιέγραψε ένα περιστατικό που, όπως είπε, συνέβη εν μέσω έντονης προεκλογικής πίεσης. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Μιχάλης Σταυριανουδάκης τον είχε ενημερώσει ότι θα λάμβανε ένα αρχείο από συνεργάτη του και του ζήτησε να το προωθήσει στον Νίκο Θεοδωρόπουλο.
«Ήρθε από ένα άγνωστο νούμερο ένα αρχείο και το προώθησα όπως μου είπε. Δεν έλεγξα το αρχείο και το έστειλα στον Θεοδωρόπουλο», κατέθεσε, προκαλώντας την αντίδραση της έδρας.
«Αυτό που λέτε δεν στέκει», σχολίασε η πρόεδρος, επισημαίνοντας ότι ένας αποδέκτης συνήθως ελέγχει το περιεχόμενο ενός άγνωστου αρχείου πριν το αποστείλει. Ο κατηγορούμενος απέδωσε τη στάση του στον φόρτο εργασίας εκείνης της ημέρας, εξηγώντας πως «γινόταν ένας χαμός» και ότι δεχόταν συνεχώς τηλεφωνήματα και μηνύματα.
Παρόμοιες επιφυλάξεις διατύπωσε και η εισαγγελέας, η οποία παρατήρησε ότι η «φυσική άμυνα του ανθρώπου είναι να πονηρευτεί». Ο Μένιος Κορομηλάς παραδέχθηκε ότι εκ των υστέρων αντιλαμβάνεται το παράδοξο της ενέργειάς του, επιμένοντας ωστόσο ότι δεν υποψιάστηκε τίποτα εκείνη τη στιγμή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε η απολογία του Νίκου Θεοδωρόπουλου, ο οποίος αμφισβήτησε ευθέως την περιγραφή των γεγονότων από τον συγκατηγορούμενό του. Όπως ανέφερε, είχε επικοινωνήσει ο ίδιος με τον Μένιο Κορομηλά για το συγκεκριμένο αρχείο και δεν είχε καμία επαφή με τον Μιχάλη Σταυριανουδάκη.
Όταν η πρόεδρος του επισήμανε ότι ο Μένιος Κορομηλάς υποστηρίζει το αντίθετο, εκείνος απάντησε: «Τώρα τι να σχολιάσω; Μίλησα μαζί του κι έχω ξαναμιλήσει. Εγώ δεν είχα επαφή με Σταυριανουδάκη. Με τον Κορομηλά μίλησα εγώ».
Ο Νίκος Θεοδωρόπουλος υποστήριξε ακόμη ότι το αρχείο έφτασε στα χέρια του μόλις λίγες ώρες πριν από την έναρξη της ψηφοφορίας των αποδήμων, γεγονός που, κατά την άποψή του, αποδεικνύει ότι δεν μπορούσε να αξιοποιηθεί προεκλογικά. «Αν ήθελα τους εκλογικούς καταλόγους, δεν θα τους έπαιρνα έξι ώρες πριν τις εκλογές», τόνισε.
Παράλληλα, έκανε λόγο για πιέσεις που δέχθηκε όταν η υπόθεση πήρε διαστάσεις, υποστηρίζοντας ότι του ζητήθηκε να μην τοποθετηθεί δημόσια. «Μου ζήτησε να μη μιλήσω και ότι θα αποκατασταθεί η αλήθεια», κατέθεσε, συνδέοντας τις εξελίξεις με τη συζήτηση που είχε ανοίξει γύρω από την επιστολική ψήφο.
Η απολογία του έκλεισε με αιχμές για τον τρόπο διαχείρισης της υπόθεσης, καθώς εκτίμησε ότι ο Μένιος Κορομηλάς «κάποιους καλύπτει», ενώ υποστήριξε ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο συγκατηγορούμενός του βρέθηκαν αντιμέτωποι με συνέπειες για αποφάσεις που ελήφθησαν από άλλα πρόσωπα.
Δίκη για διαρροή στοιχείων αποδήμων: «Ο,τι έγινε είναι δική μου ευθύνη», είπε η Άννα-Μισέλ Ασημακοπούλου
Με την ανάληψη της πλήρους ευθύνης, αλλά με σαφή άρνηση οποιασδήποτε γνώσης για παράνομη διακίνηση προσωπικών δεδομένων, απολογήθηκε η Άννα-Μισέλ Ασημακοπούλου για την υπόθεση της διαρροής του αρχείου αποδήμων. Η πρώην ευρωβουλευτής υποστήριξε ότι δεν επιθυμεί να μεταθέσει την ευθύνη σε συνεργάτες της, τονίζοντας πως «ό,τι έγινε είναι δική μου ευθύνη», ενώ παράλληλα υπογράμμισε ότι από την αρχή της θητείας της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε οργανώσει το γραφείο της με αυστηρή προσήλωση στους κανόνες προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Κατά την απολογία της έκανε λόγο για μια υπόθεση που απέκτησε έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι βρέθηκε στο επίκεντρο μιας αντιπαράθεσης που κορυφώθηκε ενόψει των ευρωεκλογών. Όπως ανέφερε, όταν ξέσπασε η υπόθεση βρισκόταν στο εξωτερικό και ενημερώθηκε ότι η διαρροή του αρχείου φερόταν να προέρχεται από το Υπουργείο Εσωτερικών. «Εκείνη τη στιγμή σας είδα μπροστά μου, είδα δύο χρόνια μετά τι θα συμβεί ακριβώς», είπε απευθυνόμενη στο δικαστήριο, εκφράζοντας παράλληλα την έκπληξή της για το γεγονός ότι η υπόθεση έλαβε ποινική διάσταση.
Η κατηγορούμενη περιέγραψε στη συνέχεια το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναζήτησε στοιχεία επικοινωνίας αποδήμων Ελλήνων. Σύμφωνα με την ίδια, η επιστολική ψήφος αποτελούσε μια σημαντική μεταρρύθμιση και υπήρχε πολιτική κατεύθυνση να ενημερωθούν οι Έλληνες του εξωτερικού για τη νέα διαδικασία. Όπως είπε, το γραφείο της διέθετε περίπου 5.000 επαφές αποδήμων που είχαν συναινέσει να λαμβάνουν ενημερώσεις, αριθμός που δεν επαρκούσε για την καμπάνια ενημέρωσης που σχεδίαζε. Για τον λόγο αυτό απευθύνθηκε στη Νέα Δημοκρατία, από όπου της υπέδειξαν να επικοινωνήσει με τον τότε γραμματέα Αποδήμων Νίκο Θεοδωρόπουλο.
Αναφερόμενη στις επαφές που είχε μαζί του, υποστήριξε ότι ζήτησε αποκλειστικά στοιχεία ανθρώπων που είχαν ήδη δώσει τη συγκατάθεσή τους να επικοινωνεί μαζί τους το κόμμα. «Ήξερα τι είναι αυτά που θα μου στείλει. Του ζήτησα αποδήμους που είχαν δώσει συναίνεση στο κόμμα για να επικοινωνεί μαζί τους», ανέφερε, επιμένοντας ότι θεωρούσε πως επρόκειτο για νόμιμη λίστα κομματικών επαφών.
Σχετικά με το επίμαχο αρχείο, η πρώην ευρωβουλευτής κατέθεσε ότι το διαβίβασε στο γραφείο της χωρίς να εξετάσει το περιεχόμενό του και ότι αργότερα ενημερώθηκε από συνεργάτιδά της πως περιλάμβανε περίπου 25.000 εγγραφές με ονόματα, διευθύνσεις και ηλεκτρονικά ταχυδρομεία. Όπως είπε, το αρχείο αναφερόταν εσωτερικά ως «λίστα Θεοδωρόπουλου», ενώ μετά την παραλαβή του υπήρξαν επικοινωνίες με το κόμμα προκειμένου να δοθούν διευκρινίσεις για την προέλευση και την επικαιροποίησή του.
Η ίδια επιχείρησε να αντικρούσει τους ισχυρισμούς ότι το αρχείο είχε παραδοθεί για λόγους στατιστικής ή εκλογικής ανάλυσης. Κατά την άποψή της, η ύπαρξη χιλιάδων ηλεκτρονικών διευθύνσεων αποδείκνυε ότι ο σκοπός του ήταν η επικοινωνία με τους αποδέκτες. «Αν ο κ. Θεοδωρόπουλος πίστευε ότι μου δίνει ένα αρχείο για στρατηγική ανάλυση, γιατί να μου δώσει και τα email;» διερωτήθηκε, εξηγώντας ότι η ίδια προετοίμαζε ενημερωτική καμπάνια για την επιστολική ψήφο και όχι πολιτική ή εκλογική καμπάνια.
Ολοκληρώνοντας την απολογία της, η Άννα-Μισέλ Ασημακοπούλου υποστήριξε ότι η υπόθεση προσωποποιήθηκε στο πρόσωπό της όταν έλαβε μεγάλες διαστάσεις στη δημόσια συζήτηση. «Είμαι εδώ διότι, όταν η υπόθεση πήρε τη διάσταση που πήρε, είχε εμένα ως αιχμή του δόρατος», ανέφερε, ζητώντας από το δικαστήριο να κρίνει την υπόθεση με βάση τα πραγματικά δεδομένα και υπενθυμίζοντας ότι «και για τους πολιτικούς πρέπει να ισχύει κάποια στιγμή το τεκμήριο της αθωότητας».
Με πληροφορίες από dikastiko.gr