Είναι κάτι στιγμές που πιάνω τον εαυτό μου να αναπολεί εκείνη την ακατέργαστη ενέργεια που εξέπεμπαν οι Metallica, τότε που η μουσική τους δεν ήταν ένα παγκόσμιο brand, αλλά μια καταφυγή για εμάς τους «απροσάρμοστους». Όταν σκέφτομαι το συγκρότημα, το μυαλό μου ταξιδεύει πίσω στις αρχές της δεκαετίας του ’80 και κυρίως στα 90s, όταν η μπάντα ήταν ακόμα σε εκείνη τη μεταβατική, εκρηκτική φάση της. Τότε, το metal ήταν το περιθώριο, ήταν η μουσική που οι γονείς μας φοβούνταν και τα ραδιόφωνα αγνοούσαν επιδεικτικά. Δεν ήταν ένα cool αξεσουάρ για να το επιδείξεις στο Instagram, ήταν μια δήλωση ταυτότητας.

Θυμάμαι τις ιστορίες για τον Lars Ulrich, αυτόν τον δαιμόνιο Δανό που έφτασε στην Καλιφόρνια με μια ρακέτα του τένις στο χέρι, αλλά με την καρδιά του γεμάτη από το New Wave of British Heavy Metal. Ο Lars ήταν ο συνδετικός κρίκος, ο άνθρωπος που έφερε την ευρωπαϊκή αισθητική των Diamond Head και των Iron Maiden στο γκαράζ του James Hetfield.

Advertisement
Advertisement

Ήταν αυτός που είχε το όραμα να παντρέψει την ταχύτητα του punk με τη δομή του heavy metal, δημιουργώντας κάτι που τότε κανείς δεν μπορούσε να κατατάξει. Και δίπλα του, ο James, ένας νεαρός γεμάτος εσωτερικούς δαίμονες, με μια φωνή που έβγαζε όλη την οργή της εργατικής τάξης της Αμερικής. Ο Hetfield δεν τραγουδούσε απλώς, ξόρκιζε το παρελθόν του, την απώλεια της μητέρας του και τη μοναξιά του, δημιουργώντας riff που έγιναν το ευαγγέλιο του thrash.

Αλλά η ψυχή της μπάντας, αυτή που τους έδωσε το μουσικό βάθος και την καλλιτεχνική αύρα, ήταν ο Cliff Burton. Ο Cliff δεν ήταν ένας απλός μπασίστας· ήταν ένας μουσικός με κλασική παιδεία που άκουγε Bach και περιπλανιόταν με τις καμπάνες του και το δικό του, μοναδικό στυλ. Η ιστορία του θανάτου του σε εκείνο το παγωμένο οδόστρωμα στη Σουηδία το 1986 παραμένει η πιο σκοτεινή και τραγική σελίδα της ιστορίας τους. Ο Cliff ήταν αυτός που τους έμαθε τη θεωρία της μουσικής, που τους έδειξε πώς να βάζουν μελωδία μέσα στο χάος. Χωρίς αυτόν, οι Metallica θα ήταν μια άλλη μπάντα. Κι όμως, ακόμα και μετά την απώλειά του, στα 90s, κατάφεραν να γίνουν οι μεγαλύτεροι στον κόσμο, διατηρώντας όμως μια επαφή με το δρόμο, με τον ιδρώτα, με την αλήθεια.

Σήμερα, αυτή η αλήθεια μοιάζει να πνίγεται μέσα στη λάμψη των φλας. Με ενοχλεί, σχεδόν με πονάει, να βλέπω τη συναυλία των Metallica να μετατρέπεται σε ένα lifestyle event για την «ελίτ». Είναι αποκαρδιωτικό να βλέπεις ανθρώπους που η καθημερινότητά τους είναι τα πρώτα τραπέζια στα σκυλάδικα, άνθρωποι που λιώνουν στα hits του Κιάμου και της κάθε πίστας, να φορούν ξαφνικά μια μπλούζα Master of Puppets και να ποζάρουν στην αρένα. Δεν είναι ότι τους απαγορεύω να ακούσουν τη μουσική, αλλά είναι η υποκρισία της στιγμής. Είναι αυτοί που κάποτε μας κοίταζαν περίεργα για τα μακριά μαλλιά και τα μαύρα ρούχα μας, και τώρα έρχονται να «καταναλώσουν» το metal ως μια εμπειρία που «πρέπει να έχουν στο βιογραφικό τους».

Για πολλούς από αυτούς τους celebrities και influencers, οι Metallica είναι απλώς ένα background για το επόμενο story τους. Δεν ξέρουν τι σημαίνει να περιμένεις με τις ώρες έξω από ένα δισκάδικο για να πάρεις το Black Album, δεν ξέρουν τι σημαίνει να ανατριχιάζεις με την εισαγωγή του For Whom the Bell Tolls επειδή νιώθεις ότι ο Cliff είναι ακόμα εκεί.

Γι’ αυτούς, η συναυλία είναι μια κοινωνική υποχρέωση, μια ευκαιρία να δείξουν ότι είναι «ψαγμένοι», ενώ την επόμενη μέρα θα επιστρέψουν στην πλαστική αισθητική των μπουζουκιών χωρίς να τους έχει αγγίξει ούτε ένας στίχος.

Προτιμώ λοιπόν να μείνω μακριά από όλο αυτό το «πανηγύρι» της ματαιοδοξίας. Θέλω να κρατήσω μέσα μου τους Metallica όπως τους έμαθα: άγριους, αυθεντικούς και περιθωριακούς. Θέλω να θυμάμαι τον James να ουρλιάζει στη σκηνή και τον Lars να χτυπάει τα τύμπανα σαν να εξαρτάται η ζωή του από αυτό, χωρίς να έχω δίπλα μου κάποιον που τσεκάρει τα likes του στο κινητό ή που περιμένει το «μοναδικό τραγούδι που ξέρει» για να βγάλει βίντεο.

Advertisement

Η δική μου σχέση με τη μπάντα χτίστηκε σε δωμάτια με αφίσες, σε συζητήσεις για το αν το Load ήταν προδοσία ή εξέλιξη, και σε χιλιάδες ώρες ακρόασης που με διαμόρφωσαν. Αυτή την ιερή ανάμνηση δεν θέλω να τη λερώσω με την παρουσία μου σε ένα event που πλέον ανήκει στο mainstream και στους «τουρίστες» της μουσικής. Το metal για μένα παραμένει μια εσωτερική φωτιά, όχι ένα θέαμα για τις μάζες των «δήθεν».

Take a look to the sky just before you die
It’s the last time you will
Blackened roar, massive roar fills the crumbling sky
Shattered goal fills his soul with a ruthless cry
Stranger now are his eyes to this mystery
Hears the silence so loud
Crack of dawn, all is gone except the will to be
Now they see what will be, blinded eyes to see

For whom the bell tolls
Time marches on
For whom the bell tolls

Advertisement