Οκτώ ακόμη κατηγορούμενοι για τη δράση του κυκλώματος διακίνησης λαθραίων τσιγάρων κρίθηκαν προφυλακιστέοι, με αποτέλεσμα οι συνολικές προσωρινές κρατήσεις για την υπόθεση να ανέρχονται πλέον σε δέκα.
Μεταξύ των προσώπων που οδηγούνται στη φυλακή βρίσκονται και τα δύο αδέλφια που, σύμφωνα με τη δικογραφία, εμφανίζονται ως βασικά στελέχη της οργάνωσης και είναι γνωστά με τα προσωνύμια «Πούτιν» και «Πρόεδρος». Κατά πληροφορίες, στις απολογίες τους αρνήθηκαν κάθε κατηγορία, υποστηρίζοντας ότι δεν έχουν καμία σχέση με παράνομη δραστηριότητα και ότι η εμπλοκή τους στην υπόθεση αποτελεί –κατά τους ίδιους– αποτέλεσμα πιέσεων και ενεργειών από ανταγωνιστικά οικονομικά συμφέροντα.
Πως δρούσε το κύκλωμα
Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις της ΕΛ.ΑΣ. για τη συγκάλυψη της δράσης τους, τα μέλη της οργάνωσης χρησιμοποιούσαν συστηματικά πλαστά ή νοθευμένα έγγραφα, ενώ χρησιμοποιούσαν ειδικό κώδικα επικοινωνίας.
Σε βάρος των 25 ατόμων που συνελήφθησαν σε Αττική και Βοιωτία, για παρασκευή και διακίνηση λαθραίων καπνικών προϊόντων ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά περίπτωση για τα εξής κακουργήματα:
- διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης
- συγκρότηση και ένταξη σε εγκληματική οργάνωσης
- διευκόλυνσης εγκληματικής οργάνωσης
- πλαστογραφία
- λαθρεμπορία
- υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης
- διακεκριμένης περίπτωσης παράνομης κατοχής όπλων
Σε βάρος των συλληφθέντων ασκήθηκε δίωξη και για πλημμελήματα.
Οι κωδικές ονομασίες
Για τη συγκάλυψη της δράσης τους, τα μέλη της οργάνωσης χρησιμοποιούσαν συστηματικά πλαστά ή νοθευμένα έγγραφα και εικονικές διοικητικές διαδικασίες, με τη δημιουργία ανύπαρκτων φορολογικών οντοτήτων, αποδόσεις ΑΦΜ, σύσταση εικονικών επιχειρήσεων, δήλωση μισθώσεων, έκδοση αδειών κυκλοφορίας και ενεργοποίηση τηλεφωνικών συνδέσεων στο όνομα τρίτων προσώπων.
Επίσης, χρησιμοποιούσαν ειδικό κώδικα επικοινωνίας – κωδικές λέξεις– ως εξής:
- επιχειρησιακά οχήματα ως «κινέζος», «πορτοκαλί»,
- αστυνομικές δυνάμεις ως «καρούμπαλο»,
- αχυρανθρώπους, ως «τσουβάλια», καθώς και
- λέξεις όπως «γαϊδούρια», «W», ή «d», οι οποίες παρέπεμπαν σε επώνυμες μάρκες καπνοβιομηχανιών.
Χαρακτηριστικό της οικονομικής λειτουργίας της οργάνωσης ήταν η εκτεταμένη χρήση μετρητών. Η καταβολή μισθωμάτων, η προμήθεια πρώτων υλών και η κάλυψη λειτουργικών εξόδων γίνονταν σχεδόν αποκλειστικά χωρίς τραπεζικό ίχνος, ενώ τις φυσικές πληρωμές είχε αναλάβει επιλεγμένο μέλος, προκειμένου να αποφεύγεται η σύνδεση των συναλλαγών με την υπόλοιπη εγκληματική δραστηριότητα.