Οι Metallica στο ΟΑΚΑ: Ένα φαντασμαγορικό σόου, όπου, χωρίς υπερβολή…(εντάξει, με μια μικρή διάθεση υπερβολής, δεδομένου ότι, στο κάτω κάτω, μιλάμε για μια μπάντα με ιστορία 45 ετών) τα έπαιξαν…όλα. Κάπως έτσι θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε την εμφάνιση της θρυλικής μπάντας το Σάββατο στην Αθήνα, με αποκλειστικό χορηγό την COSMOTE TELEKOM.
Είχαν να πατήσουν στην Ελλάδα 16 χρόνια, και συγκεκριμένα από το 2010, που είχαν «βάλει φωτιά» στο Terra Vibe στη Μαλακάσα, μαζί με τους άλλους τρεις των «Big 4» (Anthrax, Megadeth, Slayer). Επρόκειτο για μια εμφάνιση που είχε κυριολεκτικά γράψει ιστορία (όσοι ήταν εκεί…ξέρουν, και όσοι δεν ξέρουν, ας ρωτήσουν να μάθουν), οπότε, εκ των πραγμάτων, ο πήχυς για τη χθεσινή συναυλία ήταν πολύ ψηλά: Από το 2010 μέχρι σήμερα πολλά έχουν αλλάξει στον κόσμο, και το «hype» που είχε δημιουργηθεί – σε μεγάλο βαθμό μέσω των social media- είχε ξεφύγει από τα όρια των «πιστών» του σκληρού, μεταλλικού ήχου (και αυτό δεν πέρασε ασχολίαστο).
Σε κάθε περίπτωση, το απόγευμα του Σαββάτου 70.000 – 80.000 άνθρωποι έσπευδαν με κάθε μέσο στο ΟΑΚΑ. Βαγόνια του ΗΣΑΠ «παστωμένα» με μεταλλάδες, ροκάδες και μη, από πολλές διαφορετικές γενιές (και την αποβίβασή τους στον σταθμό «Ειρήνη» να θυμίζει κάτι από την απόβαση στη Νορμανδία) και αυτοκίνητα και μηχανάκια παρκαρισμένα σε μια τεράστια ακτίνα γύρω από τον χώρο της συναυλίας δημιουργούσαν προσδοκίες για κάτι πραγματικά τεράστιο- τη «συναυλία της χρονιάς». Με τον κόσμο να γεμίζει σταδιακά το ΟΑΚΑ, οι Knocked Loose άρχισαν να «ζεσταίνουν» το κοινό κατά τις 18.00 και ακολούθησαν στις 19.00 οι Gojira, που έδειξαν σε όσους βρίσκονταν εκεί ότι είναι μια μπάντα που έχει σημαντικό παρελθόν, δυναμικό παρόν και σίγουρα θα έχει και λαμπρό μέλλον.
Και κάπου εκεί, λίγο πριν τις 21.00, οι headliners «έβαλαν μπροστά»: Με τους ήχους των AC/DC να δίνουν στο κοινό να καταλάβει ότι…εδώ αρχίζουμε, οι πρώτες νότες του Ecstasy of Gold προκάλεσαν ρίγη συγκίνησης σε όσους βρίσκονταν εκεί (αλλά ιδιαίτερα σε εκείνους που ήμασταν 16 χρόνια πριν στη Μαλακάσα- πώς να το κάνουμε τώρα…) και αμέσως μετά ήρθε το «μπάσιμο» με το «Creeping Death». Ο ορυμαγδός από το θρυλικό «Ride the Lightning» αποτελούσε εγγύηση για μια μοναδική βραδιά, ειδικά από τη στιγμή που ακολουθήθηκε από το «For Whom the Bell Tolls» – με τον Τζέιμς Χέτφιλντ να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα, ξεσηκώνοντας το κοινό, και τη μπάντα εν γένει να δίνει μαθήματα καλώς εννοούμενου επαγγελματισμού – άλλωστε, όπως είπε αργότερα επί σκηνής ο Χέτφιλντ, «I have the best job in the world!».
Ακολούθησε ένα «μπαράζ», όπου, όπως είπαμε και στην αρχή του κειμένου…τα είπαν όλα, εννοώντας πως δύσκολα θα έφυγαν κάποιοι ανικανοποίητοι επειδή «ε, δεν έπαιξαν το…». Fuel, The Unforgiven, Nothing Else Matters, Wherever I May Roam (AND THE ROAD BECOMES MY BRIDE!), Sad but True, Seek and Destroy, Master of Puppets, One, Fade to Black, Enter Sandman (με το οποίο και έκλεισε η βραδιά) ακούστηκαν στο κατάμεστο ΟΑΚΑ- αλλά και ο…Ζορμπάς, (ναι, αυτός) και το «Δεν χωράς πουθενά» (ναι, αυτό από τις «Τρύπες») από τον Κερκ Χάμετ και τον Ρομπ Τρουχίγιο σε μεγάλα κέφια. Μια σκηνή που άλλαζε διαρκώς προσανατολισμό έδινε την ευκαιρία στον κόσμο να τους απολαύσει από κάθε πλευρά. Ο Χέτφιλντ αλληλεπιδρούσε συνέχεια με το κοινό, προκαλώντας μάλιστα κάποια στιγμή έντονο χειροκρότημα, όταν αφιέρωσε τη συναυλία σε ένα παιδί από τη χώρα μας, τον Σπύρο, που δίνει τη δική του μάχη.
Με τη συναυλία να κρατά περίπου δύο ώρες και το μεγαλύτερο μέρος του κοινού να την έχει περάσει όρθιο, συμμετέχοντας ενεργά, είτε από τις κερκίδες, είτε από την αρένα, κατά τις 23.00 η μπάντα μας κάλεσε να «take my hand- we’re off to never-never land», μοίρασε πένες και μας καληνύχτισε, με την υπόσχεση να μην κάνει άλλα 16 χρόνια να επιστρέψει στην Ελλάδα. Συνοψίζοντας: Ένα άρτιο σόου, απευθυνόμενο σε παλιούς και νέους, γνώστες και…όχι τόσο γνώστες – μια βραδιά αντάξια των προσδοκιών που είχε καλλιεργήσει. Οπότε…εις το επανιδείν!
υ.γ: Τα σέβη μας στον (ή στην, δεν μπορούσαμε να δούμε καλά μέχρι εκεί) τιτάνα που ανέμιζε την πατερίτσα!