Στις 26 Αυγούστου 1983, το Τμήμα Διακοπών της Βουλής ψήφισε το νομοσχέδιο που θεμελίωσε το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Ο Ν. 1397/1983 δημοσιεύθηκε στις 7 Οκτωβρίου στο ΦΕΚ 143 Α΄ και καθιέρωσε, τουλάχιστον ως βασική αρχή, ότι η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας αποτελεί δικαίωμα όλων, ανεξάρτητα από εισόδημα, επάγγελμα ή κοινωνική θέση.
Ιστορικά, ο ιδρυτικός νόμος συνδέεται με τον τότε υπουργό Υγείας Παρασκευά Αυγερινό. Ο Γιώργος Γεννηματάς, ο οποίος ανέλαβε το υπουργείο το 1984, ήταν εκείνος που έδωσε στη μεταρρύθμιση την οργανωτική και πολιτική της δύναμη: προχώρησε στη στελέχωση των νοσοκομείων, άνοιξε τα πρώτα Κέντρα Υγείας και δημιούργησε το ΕΚΑΒ. Με μια φράση, επρόκειτο για τον νόμο του Αυγερινού και την αποφασιστική εφαρμογή του Γεννηματά.
Η εικόνα του ΕΣΥ σε αριθμούς
Το 1983, όταν θεμελιώθηκε το Εθνικό Σύστημα Υγείας, η Ελλάδα διέθετε 122 δημόσια νοσοκομεία και θεραπευτήρια. Στην τελευταία απογραφή του 2024 καταγράφονται 125 δημόσιες νοσοκομειακές μονάδες ΝΠΔΔ. Η μεγάλη ανάπτυξη του ΕΣΥ, επομένως, δεν αποτυπώνεται τόσο στον αριθμό των νοσοκομείων όσο στην επέκταση των υπηρεσιών τους και, κυρίως, στη δημιουργία της πρωτοβάθμιας φροντίδας.
Στην πρώτη μεγάλη φάση ανάπτυξης δημιουργήθηκαν περίπου 166 Κέντρα Υγείας, ενώ σήμερα λειτουργούν 314. Σε αυτά προστίθενται 1.430 Περιφερειακά Ιατρεία, 103 Πολυδύναμα Περιφερειακά Ιατρεία και 137 Τοπικές Μονάδες Υγείας.
Η πρώτη μαζική προκήρυξη του νέου ΕΣΥ αφορούσε περίπου 6.500 θέσεις νοσοκομειακών γιατρών πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. Σήμερα καταγράφονται 21.450 γιατροί στα δημόσια νοσοκομεία και άλλοι 4.030 στα Κέντρα Υγείας.
Το νοσηλευτικό προσωπικό ανερχόταν το 1984 σε περίπου 21.811 εργαζομένους. Σήμερα στα δημόσια νοσοκομεία υπηρετούν 32.878 νοσηλευτές και 4.644 εργαζόμενοι βοηθητικού νοσηλευτικού προσωπικού. Στα Κέντρα Υγείας καταγράφονται επιπλέον 4.856 νοσηλευτές.
Το 1983 δεν υπήρχε ενιαίος εθνικός φορέας ασθενοφόρων. Το ΕΚΑΒ ιδρύθηκε το 1985, επί υπουργίας Γιώργου Γεννηματά. Σήμερα ο πανελλαδικός στόλος υπολογίζεται σε περίπου 600 ασθενοφόρα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλα είναι καθημερινά διαθέσιμα, καθώς η πραγματική επιχειρησιακή δυνατότητα εξαρτάται από τις βλάβες, τη συντήρηση και την επάρκεια των πληρωμάτων.
Η δημόσια δαπάνη υγείας βρισκόταν το 1984 περίπου στο 5% του ΑΕΠ. Το 2024 έφθασε περίπου στο 6% του ΑΕΠ, ενώ η συνολική δημόσια και ιδιωτική δαπάνη υγείας αντιστοιχούσε στο 9,92%.
Μέσα στο 2024 πραγματοποιήθηκαν στα νοσοκομεία του ΕΣΥ 2.544.788 νοσηλείες, δηλαδή περίπου 6.950 εισαγωγές κάθε ημέρα. Ο αριθμός αφορά επεισόδια νοσηλείας και όχι διαφορετικούς ασθενείς, καθώς ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να νοσηλευτεί περισσότερες από μία φορές μέσα στο έτος.
Τέλος, η τελευταία ολοκληρωμένη καταγραφή αναφέρει 64 δημόσιες Μονάδες Εντατικής Θεραπείας με 970 εγκατεστημένες κλίνες. Από αυτές, περίπου 100 έως 120 παρέμεναν κλειστές, κυρίως λόγω ελλείψεων εξειδικευμένου προσωπικού, με αποτέλεσμα οι πραγματικά ενεργές κλίνες να υπολογίζονται μεταξύ 850 και 870.
Οι αριθμοί δεν είναι απολύτως ομοειδείς: άλλαξαν οι στατιστικοί ορισμοί, οι μορφές απασχόλησης και οι δομές που εντάσσονται στο ΕΣΥ. Δείχνουν, όμως, το μέγεθος και την πορεία του συστήματος.
Από 122 δημόσια θεραπευτήρια σε 125 δημόσια νοσοκομεία
Το ΕΣΥ δεν άρχισε χτίζοντας νοσοκομεία πάνω σε έναν άδειο χάρτη. Παρέλαβε και ενέταξε σε ένα ενιαίο δημόσιο σύστημα τα ήδη υπάρχοντα κρατικά, δημοτικά και κοινωφελή θεραπευτήρια. Η ιστορική απογραφή της ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει 122 δημόσια θεραπευτήρια το 1983.
Στην τελευταία απογραφή, με έτος αναφοράς το 2024, λειτουργούσαν συνολικά 266 θεραπευτήρια: 125 μονάδες δημοσίου δικαίου, τέσσερις μονάδες ιδιωτικού δικαίου και 137 ιδιωτικές κλινικές. Επομένως, δεν είναι σωστό να παρουσιάζονται και τα 266 ως νοσοκομεία του ΕΣΥ. Το πλησιέστερο συγκρίσιμο μέγεθος είναι οι 125 δημόσιες μονάδες ΝΠΔΔ, με 32.754 κλίνες.
Η μικρή αριθμητική διαφορά —122 τότε, 125 σήμερα— δεν σημαίνει ότι το σύστημα έμεινε στάσιμο. Η ανάπτυξή του πραγματοποιήθηκε κυρίως με νέα τμήματα και κλινικές, εξειδικευμένες υπηρεσίες, Κέντρα Υγείας, ΕΚΑΒ, ΜΕΘ και πολύ μεγαλύτερη στελέχωση.
Από την Ελασσόνα στα 314 Κέντρα Υγείας
Η σημαντικότερη ίσως αλλαγή που έφερε το ΕΣΥ ήταν η προσπάθεια να μεταφερθεί η περίθαλψη έξω από τα μεγάλα αστικά νοσοκομεία. Το πρώτο Κέντρο Υγείας της χώρας εγκαινιάστηκε στην Ελασσόνα στις 7 Απριλίου 1985 από τον Γιώργο Γεννηματά.
Στην πρώτη μεγάλη ανάπτυξη δημιουργήθηκαν περίπου 166 Κέντρα Υγείας, κυρίως στην περιφέρεια. Σήμερα η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει 314 Κέντρα Υγείας, μαζί με 1.430 Περιφερειακά Ιατρεία, 103 Πολυδύναμα Περιφερειακά Ιατρεία και 137 Τοπικές Μονάδες Υγείας. Η σύγκριση χρειάζεται προσοχή, επειδή μετά το 2017 εντάχθηκαν στην κατηγορία και πρώην μονάδες του ΠΕΔΥ.
Γιατροί: από την αποκλειστική απασχόληση στη μερική άρση της αποκλειστικότητας
Η πρώτη μεγάλη προκήρυξη του νέου ΕΣΥ αφορούσε περίπου 6.500 θέσεις νοσοκομειακών γιατρών. Δεν αποτελεί ακριβή απογραφή όσων υπηρετούσαν μία συγκεκριμένη ημέρα, είναι όμως το ασφαλέστερο μέτρο της αρχικής στελέχωσης. Οι γιατροί διορίζονταν ως μόνιμοι δημόσιοι λειτουργοί, πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, χωρίς δικαίωμα ιδιωτικού ιατρείου. Αυτή ήταν μία από τις θεμελιώδεις επιλογές του συστήματος.
Στην απογραφή του 2024 καταγράφονται 21.450 γιατροί στα δημόσια νοσοκομεία ΝΠΔΔ. Στα 314 Κέντρα Υγείας υπηρετούσαν το 2025 άλλοι 4.030 γιατροί. Πρόκειται για δύο διαφορετικές απογραφές και όχι για ενιαίο μητρώο μισθοδοσίας, αλλά δίνουν μια τάξη μεγέθους περίπου 25.500 γιατρών στις δύο βασικές κατηγορίες δημόσιων δομών.
Σήμερα η πλήρης απασχόληση παραμένει ο βασικός κανόνας διορισμού, η αποκλειστικότητα όμως δεν είναι πλέον απόλυτη. Με τον Ν. 5102/2024 επιτράπηκε στους γιατρούς του ΕΣΥ, υπό άδεια και προϋποθέσεις, να ασκούν ιδιωτικό έργο εκτός του τακτικού ωραρίου και των εφημεριών τους.
Νοσηλευτές: περισσότεροι αριθμητικά, αλλά με πολύ μεγαλύτερο έργο
Οι διαθέσιμες ιστορικές σειρές υπολογίζουν το νοσηλευτικό προσωπικό σε περίπου 21.811 εργαζομένους το 1984. Η κυβέρνηση της εποχής είχε εξαγγείλει μεγάλη αύξηση των προσλήψεων, καθώς οι ελλείψεις νοσηλευτών ήταν ήδη σοβαρές.
Το 2024 τα δημόσια νοσοκομεία ΝΠΔΔ διέθεταν 32.878 άτομα νοσηλευτικού προσωπικού και επιπλέον 4.644 άτομα βοηθητικού νοσηλευτικού προσωπικού. Στα Κέντρα Υγείας καταγράφονταν άλλοι 4.856 νοσηλευτές. Και εδώ δεν πρέπει να γίνει μηχανική πρόσθεση σαν να πρόκειται για ταυτόχρονη απογραφή, όμως είναι σαφές ότι ο αριθμός αυξήθηκε.
Αυξήθηκαν, όμως, πολύ περισσότερο η νοσηλευτική κίνηση, η πολυπλοκότητα των περιστατικών, οι μονάδες υψηλής εξειδίκευσης και οι ανάγκες ενός γηρασμένου πληθυσμού. Γι’ αυτό η αριθμητική αύξηση δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με επαρκή στελέχωση.
Ασθενοφόρα: το ΕΚΑΒ δεν υπήρχε το 1983
Το 1983 δεν υπήρχε ενιαίο εθνικό δίκτυο ασθενοφόρων. Οι διακομιδές πραγματοποιούνταν αποσπασματικά από νοσοκομεία, τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό και τοπικούς φορείς. Επομένως δεν υπάρχει ένας αξιόπιστος πανελλαδικός αριθμός ασθενοφόρων για να συγκριθεί με τον σημερινό.
Το ΕΚΑΒ ιδρύθηκε το 1985 με τον Ν. 1579/1985, επί υπουργίας Γιώργου Γεννηματά. Αυτή υπήρξε μία από τις πιο χειροπιαστές δημιουργίες του: για πρώτη φορά η επείγουσα προνοσοκομειακή φροντίδα απέκτησε ενιαίο εθνικό φορέα.
Η τελευταία δημοσιευμένη πανελλαδική εκτίμηση μιλά για περίπου 600 ασθενοφόρα, μαζί με όσα βρίσκονται στα Κέντρα Υγείας, και περίπου 4.000 διασώστες. Αυτός είναι αριθμός στόλου και όχι οχημάτων που κινούνται ταυτόχρονα: βλάβες, συντήρηση και ελλείψεις πληρωμάτων μειώνουν την καθημερινή διαθεσιμότητα.
Περίπου 5% του ΑΕΠ τότε, 6% δημόσια δαπάνη σήμερα
Δεν υπάρχει ένα απολύτως συγκρίσιμο ποσοστό «του κρατικού προϋπολογισμού» για το 1983 και το 2026. Η υγεία χρηματοδοτείται τόσο από τον προϋπολογισμό όσο και από την κοινωνική ασφάλιση, ενώ οι λογιστικοί ορισμοί έχουν αλλάξει. Ο ασφαλέστερος διεθνώς συγκρίσιμος δείκτης είναι η δημόσια δαπάνη υγείας ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Οι ιστορικές εκτιμήσεις τοποθετούν τη δημόσια δαπάνη υγείας περίπου στο 5% του ΑΕΠ το 1984, έναντι 3,4% το 1980.
Το 2024 η συνολική δαπάνη υγείας έφθασε τα 19,87 δισ. ευρώ ή 9,92% του ΑΕΠ. Από αυτά, η δημόσια χρηματοδότηση ήταν 12,04 δισ. ευρώ —περίπου 6% του ΑΕΠ και 60,6% της συνολικής δαπάνης. Οι ιδιωτικές πληρωμές αντιστοιχούσαν στο 39,1%, ενώ μόνο οι άμεσες πληρωμές των νοικοκυριών έφθαναν το 34,2%.
Για το 2026, οι πιστώσεις του προϋπολογισμού για το υπουργείο Υγείας ανέρχονται περίπου σε 7,84 δισ. ευρώ, μαζί με το επενδυτικό σκέλος. Το ποσό αυτό δεν αποτελεί ολόκληρη τη δημόσια δαπάνη υγείας και γι’ αυτό δεν μπορεί να συγκριθεί ευθέως με το ιστορικό ποσοστό.
Τι μισθούς παίρνουν σήμερα γιατροί και νοσηλευτές
Από την 1η Απριλίου 2026 οι βασικοί μισθοί του Δημοσίου αυξήθηκαν κατά 40 ευρώ.
Για έναν γιατρό χωρίς προϋπηρεσία, οι μεικτές τακτικές αποδοχές —βασικός μισθός και επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, πριν από εφημερίες— διαμορφώνονται περίπου ως εξής:
- Ειδικευόμενος: 1.749 ευρώ μεικτά.
- Επιμελητής Β΄ ή επικουρικός: 2.098 ευρώ.
- Επιμελητής Α΄: 2.353 ευρώ.
- Διευθυντής: 2.498 ευρώ.
- Συντονιστής διευθυντής: 2.598 ευρώ.
Οι εφημερίες, τα επιδόματα ΜΕΘ, παραμεθορίου, οικογενειακής κατάστασης και θέσης ευθύνης προστίθενται. Γι’ αυτό δεν υπάρχει ένας ενιαίος «καθαρός μισθός γιατρού»: εξαρτάται από τον αριθμό εφημεριών, τη φορολογία, την προϋπηρεσία και την οικογενειακή κατάσταση.
Οι νοσηλευτές αμείβονται με το ενιαίο μισθολόγιο. Οι σημερινοί βασικοί μισθοί κυμαίνονται:
- Κατηγορία ΠΕ: 1.232–2.294 ευρώ μεικτά.
- Κατηγορία ΤΕ: 1.177–2.167 ευρώ.
- Κατηγορία ΔΕ: 998–1.718 ευρώ.
Για νοσηλευτές νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας προστίθεται κατά κανόνα επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας 200 ευρώ, καθώς και αμοιβές για νυχτερινά, Κυριακές και αργίες. Έτσι, οι αρχικές τακτικές μεικτές αποδοχές διαμορφώνονται περίπου στα 1.432 ευρώ για ΠΕ, 1.377 ευρώ για ΤΕ και 1.198 ευρώ για ΔΕ, πριν από βάρδιες και άλλα επιδόματα.
Το υπόλοιπο προσωπικό υγείας —παραϊατρικοί, τεχνολόγοι, διοικητικοί, τραυματιοφορείς και βοηθητικό προσωπικό— ακολουθεί επίσης το ενιαίο μισθολόγιο, ανάλογα με την εκπαιδευτική κατηγορία, την προϋπηρεσία και τα επιδόματα που δικαιούται.
Περισσότερες από 2,5 εκατομμύρια νοσηλείες τον χρόνο
Το 2024 πραγματοποιήθηκαν στα νοσοκομεία του ΕΣΥ 2.544.788 νοσηλείες, ανεξάρτητα από πάθηση, και καταγράφηκαν 8.293.847 ημέρες νοσηλείας. Πρόκειται για περίπου 6.950 εισαγωγές την ημέρα, με μέση διάρκεια νοσηλείας περίπου 3,26 ημέρες.
Ο αριθμός αφορά επεισόδια νοσηλείας και όχι διαφορετικούς ανθρώπους. Ένας ασθενής που εισήχθη δύο φορές μέσα στο ίδιο έτος καταγράφεται ως δύο νοσηλείες. Δεν πρέπει, επομένως, να ειπωθεί ότι νοσηλεύτηκαν 2,54 εκατομμύρια μοναδικοί πολίτες.
ΜΕΘ: 64 μονάδες και περίπου 970 εγκατεστημένες κλίνες
Στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας χρειάζεται επίσης διάκριση μεταξύ μονάδων και κλινών. Η τελευταία πλήρης δημοσιευμένη πανελλαδική καταγραφή αναφέρει 64 δημόσιες ΜΕΘ και 970 εγκατεστημένες κλίνες.
Από αυτές, όμως, περίπου 100 έως 120 κλίνες δεν λειτουργούσαν, κυρίως λόγω έλλειψης εξειδικευμένου προσωπικού. Οι πραγματικά ενεργές κλίνες υπολογίζονταν επομένως σε περίπου 850–870. Η διαθεσιμότητα μεταβάλλεται καθημερινά και δεν υπάρχει νεότερο, ανοικτό στο κοινό, εθνικό μητρώο που να δείχνει σε πραγματικό χρόνο πόσες κλίνες είναι στελεχωμένες.
Μια μεταρρύθμιση που παραμένει ανολοκλήρωτη
Η κληρονομιά του Γιώργου Γεννηματά δεν αποτυπώνεται μόνο στον αριθμό των νοσοκομείων. Αποτυπώνεται στην αντίληψη ότι ο κάτοικος ενός χωριού δικαιούται Κέντρο Υγείας, ότι το ασθενοφόρο αποτελεί δημόσια υπηρεσία και ότι η θεραπεία δεν πρέπει να εξαρτάται από το πορτοφόλι του ασθενούς.
Σαράντα τρία χρόνια αργότερα, το ΕΣΥ διαθέτει πολύ περισσότερους γιατρούς και νοσηλευτές, 314 Κέντρα Υγείας, ενιαίο φορέα επείγουσας βοήθειας, εξειδικευμένα νοσοκομεία και περίπου 1.000 εγκατεστημένες κλίνες εντατικής θεραπείας. Ταυτόχρονα, όμως, αντιμετωπίζει κενές θέσεις, κλειστές κλίνες ΜΕΘ, ασθενοφόρα χωρίς πληρώματα και πολύ υψηλή συμμετοχή των νοικοκυριών στη δαπάνη υγείας.
Το μεγάλο έργο του 1983, συνεπώς, δεν είναι ένα ολοκληρωμένο οικοδόμημα που απλώς συντηρείται. Είναι μια διαρκής δημόσια υπόσχεση, η οποία κρίνεται καθημερινά από το αν ο πολίτης βρίσκει εγκαίρως γιατρό, νοσηλευτή, ασθενοφόρο και νοσοκομειακό κρεβάτι όταν τα χρειάζεται.