Η απόφαση του Κώστα Καραμανλή να μην παραστεί στο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Όχι μόνο επειδή πρόκειται για έναν πρώην πρωθυπουργό και πρώην πρόεδρο του κόμματος, αλλά επειδή η απουσία του έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι παρεμβάσεις του, έστω και με προσεκτικές διατυπώσεις, έχουν συχνά διαβαστεί ως σαφείς αποστάσεις από κεντρικές κυβερνητικές επιλογές.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η προσπάθεια προσέγγισης του πρώην πρωθυπουργού έγινε μέσω της Ντόρας Μπακογιάννη, η οποία φέρεται να τον συνάντησε με αφορμή και την παράδοση του νέου της βιβλίου για την περίοδο της θητείας της στο υπουργείο Εξωτερικών. Στο ίδιο πλαίσιο, τέθηκε και το ζήτημα της παρουσίας του στο Συνέδριο της ΝΔ. Η απάντηση, κατά τις ίδιες πληροφορίες, ήταν αρνητική.

Advertisement
Advertisement

Και αυτό το «όχι» έχει πολιτικό βάρος.

Ο Κώστας Καραμανλής έχει επιλέξει εδώ και καιρό μια διακριτή στάση: παραμένει εκτός Βουλής, αποφεύγει την καθημερινή πολιτική τριβή, δεν κινείται με όρους εσωκομματικής αντιπαράθεσης, αλλά παρεμβαίνει όταν το κρίνει αναγκαίο. Και όταν παρεμβαίνει, ο λόγος του συχνά περιλαμβάνει είτε κριτική είτε συστάσεις προς την κυβέρνηση, ιδίως σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και θεσμικής λειτουργίας.

Αυτό ακριβώς καθιστά την απουσία του από το Συνέδριο πολιτικά φορτισμένη. Δεν μπορεί κανείς να μπει στο μυαλό του πρώην πρωθυπουργού, ούτε να γνωρίζει αν η επιλογή του εντάσσεται σε κάποιο ευρύτερο σχέδιο ή αν αποτελεί απλώς μια προσωπική απόφαση αποστασιοποίησης. Ωστόσο, στην πολιτική οι συμβολισμοί μετράνε. Και ειδικά όταν προέρχονται από πρόσωπα με το ειδικό βάρος του Κώστα Καραμανλή.

Το ενδιαφέρον πλέον μετατοπίζεται στο πώς θα διαβαστεί αυτή η απουσία από το εσωτερικό της ΝΔ. Από τους συνέδρους, αλλά και από εκείνο το κομμάτι της κομματικής βάσης που εξακολουθεί να βλέπει στον πρώην πρωθυπουργό μια αναφορά του «αυθεντικού» ιστορικού σώματος της παράταξης.

Σε ένα συνέδριο όπου η ηγεσία θα επιδιώξει να εκπέμψει μήνυμα ενότητας, ανασύνταξης και πολιτικής κυριαρχίας, η απουσία Καραμανλή λειτουργεί αναπόφευκτα ως υπενθύμιση ότι στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας υπάρχουν ακόμη σιωπές που ακούγονται δυνατά. Και ότι ορισμένες αποστάσεις, ακόμη κι όταν δεν συνοδεύονται από δηλώσεις, έχουν τη δική τους πολιτική γλώσσα.