Δημοσιογραφική επιμέλεια Αδάμας Γεροσίδερης
Το νέο κύμα ακρίβειας στα καύσιμα δεν είναι πλέον μια απλή ημερήσια διακύμανση στην αντλία. Είναι ένας λογαριασμός εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ που πληρώνουν οδηγοί, επαγγελματίες και νοικοκυριά, ενώ η κυβέρνηση εξακολουθεί να αποφεύγει τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης.
Η συζήτηση για την τιμή της βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης επιστρέφει με ακόμη μεγαλύτερη ένταση, καθώς τα στοιχεία της αγοράς δείχνουν ότι οι καταναλωτές πλήρωσαν πάνω από 400 εκατ. ευρώ επιπλέον μόνο μέσα στο πρώτο δίμηνο της νέας ενεργειακής αναταραχής.
Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, η επιβάρυνση για τους καταναλωτές στα καύσιμα, βενζίνη, πετρέλαιο κίνησης και πετρέλαιο θέρμανσης, υπολογίζεται σε πάνω από 400 εκατ. ευρώ για το δίμηνο Μαρτίου – Απριλίου, ενώ μόνο τα πρόσθετα έσοδα του Δημοσίου από τον ΦΠΑ εκτιμώνται σε πάνω από 90 εκατ. ευρώ.
Με απλά λόγια, όσο ανεβαίνει η τιμή στην αντλία τόσο αυξάνεται και το ποσό που εισπράττει το κράτος μέσω ΦΠΑ, αφού ο ΦΠΑ υπολογίζεται πάνω στην τελική τιμή, δηλαδή και πάνω στον ίδιο τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης. Υπολογίζεται ότι το κράτος εισπράττει κάθε μέρα 2 εκατομμύρια. Αυτό είναι το γνωστό «φόρος πάνω στον φόρο», που εδώ και χρόνια επιβαρύνει δυσανάλογα το λίτρο που πληρώνει ο οδηγός.
Η κυβέρνηση, πάντως, δεν δείχνει να προκρίνει τη μείωση του ΕΦΚ. Αντί γι’ αυτό, επιμένει σε επιδοματικού τύπου παρεμβάσεις ή σε στοχευμένα μέτρα, την ώρα που η τιμή της αμόλυβδης στην Ελλάδα έχει ξεπεράσει ξανά τα επίπεδα που προκαλούν πραγματική ασφυξία στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική όταν η Ελλάδα συγκρίνεται με την Κύπρο.
Στην Κύπρο, η αμόλυβδη 95 κινείται περίπου στα 1,53 ευρώ το λίτρο, όταν στην Ελλάδα η μέση τιμή βρίσκεται πάνω από τα 2 ευρώ. Η διαφορά, δηλαδή, είναι της τάξης του μισού ευρώ ανά λίτρο.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό ερώτημα.
Η Κύπρος δεν διαθέτει διυλιστήρια όπως η Ελλάδα. Εισάγει καύσιμα και μεγάλο μέρος των πετρελαιοειδών προϊόντων της προέρχεται από την περιφερειακή αγορά, μεταξύ άλλων και από την Ελλάδα. Δηλαδή, πληρώνει και μεταφορικό κόστος. Παρ’ όλα αυτά, ο Κύπριος οδηγός βρίσκει την αμόλυβδη αισθητά φθηνότερα από τον Έλληνα.
Η εξήγηση βρίσκεται κυρίως στη φορολογία.
Στην Ελλάδα, ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στην αμόλυβδη παραμένει στα 700 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, δηλαδή περίπου 0,70 ευρώ ανά λίτρο. Πρόκειται για έναν από τους υψηλότερους συντελεστές στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σχεδόν διπλάσιο από το ελάχιστο ευρωπαϊκό όριο για την αμόλυβδη, που είναι 359 ευρώ ανά 1.000 λίτρα.
Στην πράξη, πριν καν υπολογιστούν τα περιθώρια εμπορίας, το κόστος διύλισης, οι διεθνείς τιμές και ο ΦΠΑ, ο Έλληνας οδηγός κουβαλά ήδη στο λίτρο ένα βαρύ φορολογικό φορτίο.
Γι’ αυτό και το επιχείρημα ότι «φταίνε μόνο οι διεθνείς τιμές» δεν αρκεί. Οι διεθνείς τιμές επηρεάζουν όλους. Δεν εξηγούν όμως γιατί η Ελλάδα παραμένει σταθερά τόσο ψηλά στην τελική τιμή της αντλίας, ούτε γιατί χώρες που δεν έχουν την ελληνική διυλιστική υποδομή εμφανίζουν χαμηλότερες λιανικές τιμές.
Η Ελλάδα έχει μετατρέψει τα καύσιμα σε έναν από τους πιο σίγουρους μηχανισμούς έμμεσης φορολόγησης. Και αυτό πλήττει όχι μόνο τον οδηγό που γεμίζει το ρεζερβουάρ του, αλλά ολόκληρη την οικονομία: τις μεταφορές, τα τρόφιμα, την εφοδιαστική αλυσίδα, τους επαγγελματίες, τα νησιά, την περιφέρεια.
Το λίτρο της βενζίνης δεν είναι πια μόνο ζήτημα μετακίνησης. Είναι δείκτης ακρίβειας.
Και όσο η κυβέρνηση δεν αγγίζει τον ΕΦΚ, η συζήτηση για τα καύσιμα θα επιστρέφει κάθε φορά που μια διεθνής κρίση ανεβάζει το πετρέλαιο. Μόνο που κάθε φορά, ο λογαριασμός θα φτάνει πρώτα στον καταναλωτή.
Προσοχή στις ύποπτα χαμηλές τιμές
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη πλευρά, εξίσου σοβαρή για τους οδηγούς.
Όταν σε μια περιοχή τα περισσότερα πρατήρια πωλούν την αμόλυβδη γύρω από ένα συγκεκριμένο επίπεδο και κάποιο πρατήριο εμφανίζει τιμή αισθητά χαμηλότερη, ο καταναλωτής πρέπει να είναι προσεκτικός.
Δεν σημαίνει αυτομάτως ότι υπάρχει παρανομία. Μπορεί να πρόκειται για εμπορική πολιτική, χαμηλότερο περιθώριο κέρδους ή προσφορά. Όμως οι μεγάλες αποκλίσεις από τη μέση τιμή της περιοχής πρέπει να λειτουργούν ως καμπανάκι.
Η εμπειρία των ελέγχων έχει δείξει ότι στην αγορά υπάρχουν δύο βασικές μορφές παραβατικότητας: νοθευμένα καύσιμα και «πειραγμένες» αντλίες.
Στην πρώτη περίπτωση, ο οδηγός πληρώνει καύσιμο χαμηλότερης ποιότητας, με πιθανές επιπτώσεις στη λειτουργία του κινητήρα. Στη δεύτερη, πληρώνει για περισσότερα λίτρα από αυτά που τελικά μπαίνουν στο ρεζερβουάρ του.
Οι έλεγχοι της ΑΑΔΕ και των αρμόδιων αρχών έχουν εντοπίσει κατά καιρούς παρεμβάσεις σε μηχανισμούς αντλιών και στο σύστημα εισροών – εκροών, ενώ υπάρχουν δημόσιες λίστες παραβατών για υποθέσεις νοθείας, λαθρεμπορίας και παραβίασης των συστημάτων ελέγχου.
Οι οδηγοί καλό είναι να συγκρίνουν τις τιμές με το Παρατηρητήριο Τιμών Καυσίμων, να αποφεύγουν πρατήρια με αδικαιολόγητα μεγάλες αποκλίσεις, να ζητούν πάντα απόδειξη και να προσέχουν ενδείξεις όπως ασυνήθιστη κατανάλωση, προβλήματα στην απόδοση του κινητήρα ή απότομη μεταβολή στη λειτουργία του οχήματος μετά τον ανεφοδιασμό.
Η φθηνή τιμή είναι ζητούμενο. Η ύποπτα φθηνή τιμή, όμως, μπορεί τελικά να αποδειχθεί πολύ ακριβότερη.