Η εικόνα της αγοράς καυσίμων στην Ελλάδα, σύμφωνα με την τελευταία ανακοίνωση της Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή, εμφανίζεται συγκριτικά πιο ανθεκτική απέναντι στις διεθνείς πιέσεις. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι αυξήσεις στις τιμές, τόσο στη βενζίνη όσο και στο diesel, κινούνται σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με πολλές χώρες της Ευρωζώνης  .

Ειδικότερα, στο diesel η Ελλάδα καταγράφει τη δεύτερη χαμηλότερη αύξηση τιμών μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης, ενώ στην αμόλυβδη 95 οκτανίων οι μεταβολές κινούνται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται, σύμφωνα με την Αρχή, τόσο στη λειτουργία της αγοράς εντός των ορίων μεικτής κερδοφορίας όσο και σε στοχευμένες παρεμβάσεις, όπως η επιδότηση των 0,20 ευρώ ανά λίτρο στο diesel.

Advertisement
Advertisement

Παράλληλα, η σύγκριση των απόλυτων τιμών δείχνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε σχετικά καλή θέση, στο diesel καταγράφει την τρίτη χαμηλότερη τιμή στην Ευρωζώνη, ενώ στη βενζίνη παραμένει κοντά στον μέσο όρο . Η Ελλάδα βρίσκεται κάτω από χώρες όπως η Ολλανδία, η Γαλλία και η Γερμανία, τόσο ως προς τις αυξήσεις όσο και ως προς τα επίπεδα τιμών.

Ωστόσο, η πραγματική εικόνα για τα ελληνικά νοικοκυριά είναι πιο σύνθετη. Διότι οι συγκρίσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν λαμβάνουν υπόψη μια κρίσιμη παράμετρο: Το διαθέσιμο εισόδημα. Στην Ελλάδα, όπου τα εισοδήματα παραμένουν σημαντικά χαμηλότερα σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ακόμη και μικρότερες αυξήσεις μεταφράζονται σε μεγαλύτερη επιβάρυνση για τον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Με άλλα λόγια, η «καλύτερη επίδοση» της χώρας σε επίπεδο τιμών δεν σημαίνει αυτόματα και μικρότερη πίεση για τους πολίτες. Αντιθέτως, το κόστος ενέργειας εξακολουθεί να απορροφά μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματος, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη και ενισχύοντας το αίσθημα ακρίβειας.

Η ισορροπία, λοιπόν, βρίσκεται κάπου στη μέση: από τη μία πλευρά, η ελληνική αγορά καυσίμων δείχνει ανθεκτικότητα και συγκρατεί τις αυξήσεις σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Από την άλλη, η καθημερινότητα των πολιτών υπενθυμίζει ότι η ενεργειακή επιβάρυνση παραμένει βαριά, ειδικά για τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά.