Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για αναθεώρηση 30 συνταγματικών άρθρων ανοίγει μια συζήτηση που υπερβαίνει τα στενά όρια της θεσμικής τεχνικής. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο ποια άρθρα μπορούν να αλλάξουν, αλλά ποια από αυτά απαντούν σε πραγματικές κοινωνικές ανάγκες, ποια μπορούν να συγκεντρώσουν ευρύτερες πλειοψηφίες και ποια θα μετατραπούν σε πεδία σφοδρής πολιτικής σύγκρουσης.

Η πρώτη ανάγνωση δείχνει ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να συνδέσει τη συνταγματική αναθεώρηση με μεγάλα αιτήματα της περιόδου: καλύτερο κράτος, αξιολόγηση στο Δημόσιο, λογοδοσία πολιτικών προσώπων, προσιτή στέγη, κλιματική ανθεκτικότητα, μη κρατικά πανεπιστήμια, επιστολική ψήφο και αλλαγές στη Δικαιοσύνη. Η HuffPost κατέγραψε ότι η πρόταση της ΝΔ περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το άρθρο 16 για την ανώτατη εκπαίδευση, το άρθρο 21 για την προσιτή στέγη, το άρθρο 24 για την κλιματική αλλαγή, το άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη υπουργών και το άρθρο 103 για την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων. 

Advertisement
Advertisement

Το κρίσιμο, όμως, είναι άλλο: πόσα από αυτά αποτελούν πράγματι απάντηση σε όσα ζητούν οι πολίτες και πόσα είναι πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης που αναζητούν συνταγματικό κύρος.

Εκεί όπου υπάρχει καθαρό κοινωνικό αίτημα

Η πιο «εύκολη» κοινωνικά πρόταση είναι η αξιολόγηση στο Δημόσιο. Οι μετρήσεις των τελευταίων ετών δείχνουν πολύ ισχυρή στήριξη στην αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων, ακόμη και στη δυνατότητα απομάκρυνσης όσων κρίνονται ανεπαρκείς. Δημοσίευμα που επικαλείται σχετική δημοσκόπηση ανέφερε ότι 88% του συνολικού πληθυσμού και 79% των δημοσίων υπαλλήλων τάσσονται υπέρ της αξιολόγησης, ενώ άλλη καταγραφή έκανε λόγο για περίπου τρεις στους τέσσερις υπέρ της κατάργησης της μονιμότητας υπό όρους. 

Εδώ, λοιπόν, η κυβέρνηση πατά πάνω σε πραγματικό κοινωνικό υπόστρωμα. Όμως η συνταγματική διατύπωση θα κρίνει και την πολιτική σύγκρουση. Άλλο η αξιολόγηση με εγγυήσεις, αξιοκρατία και δυνατότητα επιβράβευσης ή πειθαρχικών συνεπειών. Άλλο η δημιουργία κλίματος ανασφάλειας στο Δημόσιο. Το πρώτο μπορεί να βρει κοινωνική απήχηση. Το δεύτερο θα προκαλέσει σφοδρή αντίδραση από την αντιπολίτευση, τα συνδικάτα και μεγάλο μέρος των εργαζομένων.

Αντίστοιχα, η συνταγματική κατοχύρωση κρατικής μέριμνας για προσιτή στέγη είναι από τις προτάσεις που ευθυγραμμίζονται περισσότερο με την καθημερινότητα. Η στεγαστική κρίση δεν είναι πια θέμα μόνο των νέων ή των ευάλωτων νοικοκυριών. Η Ελλάδα κατέγραψε το 2025 τη δεύτερη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση ενοικίων στην ΕΕ, με άνοδο 10,1%, ενώ στην Αθήνα το μέσο ενοίκιο για διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου αντιστοιχεί, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε, στο 70,2% του μέσου μηνιαίου μισθού. 

Εδώ δύσκολα κάποιο κόμμα θα πει «όχι» στην αρχή. Η αντιπαράθεση θα μεταφερθεί στο εάν η συνταγματική πρόβλεψη θα είναι ουσιαστική ή απλώς διακηρυκτική. Γιατί η φράση «κρατική μέριμνα για προσιτή στέγη» από μόνη της δεν ρίχνει τα ενοίκια, δεν αυξάνει το απόθεμα κατοικιών, δεν ρυθμίζει τη βραχυχρόνια μίσθωση, δεν φτιάχνει κοινωνική κατοικία. Μπορεί όμως να λειτουργήσει ως θεσμική βάση για πιο δεσμευτικές δημόσιες πολιτικές.

Advertisement

Στην ίδια κατηγορία ανήκει και το άρθρο 24 για την κλιματική αλλαγή, τη διαχείριση υδάτων, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την προστασία των ζώων. Το Ευρωβαρόμετρο του 2025 καταγράφει ότι το 85% των Ευρωπαίων θεωρεί την κλιματική αλλαγή μείζον πρόβλημα, ενώ η Ελλάδα βιώνει ήδη έντονες πιέσεις από υψηλές θερμοκρασίες, ξηρασία, πυρκαγιές και υδατικό στρες. 

Η κλιματική πρόβλεψη μπορεί να συγκεντρώσει ευρεία συναίνεση, εκτός εάν συνδεθεί με διατάξεις που η αντιπολίτευση θα θεωρήσει ότι διευκολύνουν επενδύσεις χωρίς επαρκείς περιβαλλοντικές εγγυήσεις.

Η λογοδοσία των υπουργών: κοινωνικά ώριμη, πολιτικά δύσκολη

Advertisement

Η αλλαγή στο άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη υπουργών είναι από τις πιο κρίσιμες θεσμικά. Η σημερινή εικόνα εμπιστοσύνης στη Δικαιοσύνη και στους θεσμούς είναι προβληματική. Η Public Issue κατέγραψε το 2025 ότι μόλις το 24% των πολιτών εμπιστεύεται την ελληνική Δικαιοσύνη, ενώ πρόσφατη δημοσκόπηση για το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ κατέγραψε ότι 67,1% δηλώνει πως την εμπιστεύεται λίγο ή καθόλου. 

Η πρόταση της ΝΔ προβλέπει κατάργηση της αρμοδιότητας της Βουλής για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, εμπλοκή ανώτερων εισαγγελικών λειτουργών και τελική απόφαση της Βουλής για άσκηση δίωξης με απόλυτη πλειοψηφία και ονομαστική ψηφοφορία. 

Εδώ υπάρχει πραγματικό αίτημα πολιτών: να μη φαίνεται ότι οι πολιτικοί ελέγχουν τους πολιτικούς. Άρα το άρθρο 86 μπορεί να γίνει πεδίο συναίνεσης μόνο εάν η τελική διατύπωση πείσει ότι δεν πρόκειται για ημίμετρο.

Advertisement

Το ίδιο ισχύει και για το άρθρο 90, δηλαδή τις προαγωγές στις κορυφές της Δικαιοσύνης. Η πρόταση για περιορισμό της κυβερνητικής παρέμβασης και εμπλοκή ειδικής κοινοβουλευτικής επιτροπής απαντά σε μια υπαρκτή κρίση εμπιστοσύνης. Όμως η πολιτική μάχη θα δοθεί στη λεπτομέρεια: ποιος θα επιλέγει, με ποια πλειοψηφία, με ποια διαφάνεια και με ποιον έλεγχο.

Πού είναι πιθανότερη η συναίνεση

Τα άρθρα που έχουν τις περισσότερες πιθανότητες να περάσουν με ευρύτερη συμφωνία είναι όσα έχουν χαμηλότερο ιδεολογικό φορτίο και εμφανίζονται ως θεσμικός εκσυγχρονισμός.

Advertisement

Σε αυτή την κατηγορία μπαίνουν η τεχνητή νοημοσύνη ως νέο συνταγματικό πεδίο δικαιωμάτων και προστασίας, οι κανόνες καλής νομοθέτησης, η μεγαλύτερη διαφάνεια στον προϋπολογισμό, οι κανόνες για καθαρότερα δημοψηφίσματα, η προσιτή στέγη, η κλιματική αλλαγή, η περιφερειακή ανάπτυξη, ίσως και η επιστολική ψήφος εντός επικράτειας, εφόσον συνοδευτεί από ισχυρές εγγυήσεις ασφάλειας και μυστικότητας.

Advertisement

Πιο σύνθετη είναι η περίπτωση του άρθρου 16. Το ΠΑΣΟΚ έχει ταχθεί υπέρ μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων μέσα από αναθεώρηση του άρθρου 16, αλλά με όρους, γεωγραφικά κριτήρια και συναινετική διαδικασία.   Άρα μπορεί να υπάρξει πεδίο συμφωνίας ΝΔ – ΠΑΣΟΚ, όχι όμως χωρίς διαπραγμάτευση. Αντιθέτως, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ και η ευρύτερη Αριστερά αναμένεται να αντιδράσουν έντονα, θεωρώντας ότι ανοίγει ο δρόμος για περαιτέρω ιδιωτικοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης. 

Πού θα γίνει η μεγάλη σύγκρουση

Η πρώτη μεγάλη σύγκρουση θα είναι η μονιμότητα στο Δημόσιο. Η κοινωνία μπορεί να ζητά αξιολόγηση, όμως τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα επιχειρήσουν να διαχωρίσουν την αξιολόγηση από την άρση θεμελιωμένων εργασιακών εγγυήσεων. Εδώ η κυβέρνηση θα μιλήσει για αποτελεσματικό κράτος και οι αντίπαλοί της για ανασφάλεια, πελατειακές εκκαθαρίσεις και πολιτικοποίηση της διοίκησης.

Advertisement

Η δεύτερη μεγάλη σύγκρουση θα είναι το άρθρο 16. Παρά την κοινωνική αποδοχή που εμφανίζουν ορισμένες μετρήσεις για τα μη κρατικά πανεπιστήμια (δημοσκόπηση της Opinion Poll το 2024 κατέγραψε 54,1% υπέρ και 41,3% κατά), το θέμα παραμένει βαθιά ιδεολογικό.   Ειδικά στους νέους, οι αντιστάσεις είναι ισχυρότερες, όπως κατέγραψαν και δημοσκοπικά ευρήματα για την ηλικιακή ομάδα 18-29. 

Η τρίτη σύγκρουση θα αφορά το εκλογικό σύστημα. Η πρόβλεψη ότι το σύστημα πρέπει να διασφαλίζει «εύλογη αναλογικότητα και κυβερνησιμότητα» μπορεί να παρουσιαστεί από τη ΝΔ ως θεσμική ασφάλεια. Η αντιπολίτευση, όμως, πιθανότατα θα τη δει ως απόπειρα συνταγματικής κατοχύρωσης λογικής μπόνους και περιορισμού της απλής αναλογικής.

Η τέταρτη σύγκρουση θα αφορά τα κόμματα και τον έλεγχο συμμετοχής τους στις εκλογές από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο. Η εμπειρία των τελευταίων ετών με μορφώματα στα όρια του αντιδημοκρατικού χώρου καθιστά το θέμα υπαρκτό. Όμως κάθε διάταξη που αγγίζει την ίδρυση και λειτουργία κομμάτων χρειάζεται ακραία προσοχή, ώστε να μη θεωρηθεί εργαλείο αποκλεισμού πολιτικών αντιπάλων.

Η πέμπτη σύγκρουση μπορεί να προκύψει στα άρθρα 14 και 15 για Τύπο, τηλεόραση, ραδιόφωνο και διαδίκτυο. Η προστασία του δημοσιογράφου έναντι του εργοδότη του ακούγεται θετική. Η «αποκάθαρση και εξορθολογισμός» όμως είναι διατύπωση που χρειάζεται αποσαφήνιση. Σε θέματα ελευθερίας του Τύπου, κάθε ασαφής συνταγματική πρόβλεψη μπορεί να γεννήσει περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει.

Χρειάζονται πράγματι αυτές οι αλλαγές;

Η απάντηση δεν είναι ενιαία. Ορισμένες αλλαγές έχουν προφανή λόγο ύπαρξης. Η στέγη, η κλιματική κρίση, η αξιολόγηση του Δημοσίου, η λογοδοσία υπουργών, η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, η καλή νομοθέτηση και η ρύθμιση νέων τεχνολογικών κινδύνων είναι ζητήματα που πράγματι απασχολούν την κοινωνία και μπορούν να δικαιολογήσουν συνταγματική παρέμβαση.

Άλλες προτάσεις μοιάζουν περισσότερο με πολιτικές επιλογές που θα μπορούσαν να ρυθμιστούν με κοινό νόμο, χωρίς να φορτωθεί το Σύνταγμα με λεπτομέρειες. Το Σύνταγμα δεν πρέπει να γίνεται κυβερνητικό πρόγραμμα τετραετίας. Πρέπει να θέτει κανόνες ανθεκτικούς στον χρόνο, όχι να κατοχυρώνει κάθε συγκυριακή πολιτική προτεραιότητα.

Το βασικό διακύβευμα, λοιπόν, δεν είναι αν η χώρα χρειάζεται συνταγματική αναθεώρηση. Χρειάζεται, σε συγκεκριμένα πεδία. Το διακύβευμα είναι αν η αναθεώρηση θα γίνει ως πραγματική θεσμική συμφωνία ή ως πολιτική άσκηση συσπείρωσης.

Σύμφωνα με το άρθρο 110 του Συντάγματος, η ανάγκη αναθεώρησης διαπιστώνεται από τη Βουλή με αυξημένες πλειοψηφίες, ενώ η διαδικασία εκτείνεται σε δύο κοινοβουλευτικές περιόδους.   Αυτό σημαίνει ότι καμία σοβαρή αλλαγή δεν μπορεί να περάσει χωρίς πολιτικές γέφυρες.

Και εκεί βρίσκεται το πραγματικό τεστ για την κυβέρνηση και την αντιπολίτευση. Όχι ποιος θα καταγγείλει πιο δυνατά τον άλλον, αλλά ποιος θα μπορέσει να ξεχωρίσει τις αναγκαίες θεσμικές αλλαγές από τις ιδεολογικές σημαίες, τις κοινωνικές ανάγκες από τις επικοινωνιακές εξαγγελίες και τη συνταγματική σοβαρότητα από την πολιτική σκοπιμότητα.