Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να προηγείται με σημαντική διαφορά, αλλά η αυτοδυναμία παραμένει δύσκολη υπόθεση. Ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζει πλεονέκτημα στη διεκδίκηση της δεύτερης θέσης, χωρίς όμως να διευρύνει ουσιαστικά την εκλογική του δεξαμενή. Το ΠΑΣΟΚ παρουσιάζει ανοδικές τάσεις, ενώ ένα ενδεχόμενο κόμμα του Αντώνη Σαμαρά θα μπορούσε να αναδιατάξει τις ισορροπίες δεξιότερα της Νέας Δημοκρατίας.
Αυτές είναι ορισμένες από τις σημαντικότερες εκτιμήσεις που διατυπώνει ο δημοσκόπος Θωμάς Γεράκης, σε μια αναλυτική συνέντευξη στη HuffPost και τον Τέρενς Κουίκ.
Πέρα όμως από τους αριθμούς, ο έμπειρος αναλυτής περιγράφει μια κοινωνία κουρασμένη, ανήσυχη για την οικονομία και τις γεωπολιτικές εξελίξεις, η οποία δυσκολεύεται να διακρίνει μια αξιόπιστη εναλλακτική πολιτική πρόταση.
Η Νέα Δημοκρατία και ο δύσκολος δρόμος προς την αυτοδυναμία
Στο βασικό ερώτημα εάν η Νέα Δημοκρατία μπορεί να προσεγγίσει την αυτοδυναμία, ο Θωμάς Γεράκης εμφανίζεται επιφυλακτικός.
Εξηγεί ότι το κυβερνών κόμμα κινείται δημοσκοπικά γύρω στο 30% στην εκτίμηση ψήφου, ενώ για να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία ενδέχεται να χρειαστεί περίπου 36%-37%, ανάλογα με το ποσοστό των κομμάτων που θα μείνουν εκτός Βουλής.
«Αν είχαμε τώρα εκλογές, φαίνεται ότι είναι δύσκολο», επισημαίνει.
Υπενθυμίζει ότι η Νέα Δημοκρατία είχε συγκεντρώσει περίπου 41% στις εκλογές του 2023. Επομένως, υπάρχει μια εκλογική δεξαμενή περίπου δέκα ποσοστιαίων μονάδων που έχει απομακρυνθεί από το κυβερνών κόμμα.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα κατορθώσει να επαναπροσεγγίσει αυτούς τους ψηφοφόρους.
Ο Γεράκης, πάντως, αποφεύγει τις κατηγορηματικές προβλέψεις. Δεν γνωρίζουμε ακόμη ποια κόμματα θα συμμετάσχουν στις εκλογές, ποια γεγονότα θα προηγηθούν, ποια διλήμματα θα κυριαρχήσουν και κυρίως πόσοι πολίτες θα προσέλθουν στις κάλπες.
«Ας μην κάνουμε τους προφήτες. Μην μπερδεύουμε τη στατιστική με την προφητεία», υπογραμμίζει.
Πρόθεση ψήφου και εκτίμηση: Τι πραγματικά δείχνουν οι δημοσκοπήσεις
Στη συζήτηση τίθεται και το ζήτημα της αξιοπιστίας των δημοσκοπικών αναγωγών.
Ο Θωμάς Γεράκης εξηγεί ότι η πρόθεση ψήφου περιλαμβάνει αναποφάσιστους, όσους δηλώνουν αποχή και όσους επιλέγουν λευκό ή άκυρο. Αντίθετα, η εκτίμηση ψήφου επιχειρεί να προσεγγίσει την πραγματική εκλογική κατανομή.
Η αναγωγή, όπως διευκρινίζει, δεν αποτελεί ελληνική ιδιομορφία αλλά διεθνή πρακτική.
Υπάρχουν διαφορετικές μέθοδοι, από την αναλογική κατανομή μέχρι τα πολυπαραγοντικά μοντέλα, τα οποία εξετάζουν μεταξύ ποιων κομμάτων ταλαντεύονται οι αναποφάσιστοι.
Επισημαίνει επίσης ότι η αναγωγή δεν ευνοεί αποκλειστικά το πρώτο κόμμα. Αυξάνει αναλογικά τα ποσοστά όλων των κομμάτων, με διαφοροποιήσεις ανάλογα με τη μέθοδο εκτίμησης.
Το 60% θέλει αλλαγή, αλλά ποια αλλαγή;
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαπίστωση ότι περίπου το 60% των πολιτών επιθυμεί πολιτική αλλαγή, ενώ το 40% προκρίνει τη σταθερότητα.
Εκ πρώτης όψεως, πρόκειται για δυσμενή συσχετισμό για την κυβέρνηση.
Ο Γεράκης, ωστόσο, επισημαίνει μια καθοριστική παράμετρο: το αίτημα της αλλαγής δεν έχει ενιαία πολιτική κατεύθυνση.
«Το 60% είναι πολυκερματισμένο», εξηγεί.
Αντίθετα, η έννοια της σταθερότητας συνδέεται κυρίως με τη Νέα Δημοκρατία.
Επομένως, η αριθμητική υπεροχή όσων ζητούν αλλαγή δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε πλειοψηφικό ρεύμα υπέρ ενός συγκεκριμένου κόμματος της αντιπολίτευσης.
Σαμαράς: Υπάρχει δεξαμενή, αλλά όχι ακόμη μετρήσιμο κόμμα
Για το ενδεχόμενο δημιουργίας κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά, ο δημοσκόπος διαχωρίζει την εκλογική δυνατότητα από την πραγματική πρόθεση ψήφου.
Όπως τονίζει, δεν μπορεί να μετρηθεί με ασφάλεια ένα κόμμα που δεν έχει ακόμη συγκροτηθεί, δεν έχει παρουσιάσει ολοκληρωμένες θέσεις και στελέχη και δεν έχει εξηγήσει στους ψηφοφόρους γιατί πρέπει να το επιλέξουν.
Οι μετρήσεις, πάντως, δείχνουν μια δυνητική δεξαμενή περίπου 10%-12% όσων θεωρούν πολύ ή αρκετά πιθανό να ψηφίσουν ένα τέτοιο κόμμα.
Αυτό δεν αποτελεί πρόβλεψη εκλογικού αποτελέσματος.
Πολλοί από τους ίδιους ψηφοφόρους δηλώνουν επίσης θετικοί απέναντι στην Αφροδίτη Λατινοπούλου ή τον Κυριάκο Βελόπουλο.
Ο Γεράκης εκτιμά ότι ένας ρεαλιστικός αρχικός στόχος για τον Αντώνη Σαμαρά θα ήταν η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.
Παράλληλα, σημειώνει ότι ο συνολικός χώρος δεξιότερα της Νέας Δημοκρατίας προσεγγίζει δημοσκοπικά το 20%. Η εμφάνιση νέων σχηματισμών μπορεί να μεταβάλει κυρίως την εσωτερική κατανομή αυτού του χώρου.
Τσίπρας: Πλεονέκτημα έναντι του ΠΑΣΟΚ, αλλά περιορισμένη διεύρυνση
Στη μάχη για τη δεύτερη θέση, ο Θωμάς Γεράκης διακρίνει ένα πλεονέκτημα του Αλέξη Τσίπρα έναντι του ΠΑΣΟΚ, της τάξης ορισμένων ποσοστιαίων μονάδων στις σχετικές μετρήσεις.
Ωστόσο, επισημαίνει ότι ο πρώην πρωθυπουργός φαίνεται να έχει πλησιάσει τα όρια της σημερινής εκλογικής του δυναμικής.
Η βασική δεξαμενή του προέρχεται από τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του 2023, όταν το κόμμα είχε συγκεντρώσει περίπου 18%.
Κατά τον Γεράκη, ο Τσίπρας έχει κατορθώσει να επαναπροσεγγίσει σημαντικό μέρος αυτού του ακροατηρίου, αλλά δυσκολεύεται να διεισδύσει στον κεντρώο χώρο.
Για να αποκτήσει νέα δυναμική, θα πρέπει να απευθυνθεί πέρα από τα παραδοσιακά όρια της εκλογικής του επιρροής.
ΠΑΣΟΚ: Η άνοδος και το ιστορικό εμπόδιο
Για το ΠΑΣΟΚ, ο δημοσκόπος αναγνωρίζει μια βελτίωση της εικόνας του μετά τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.
Το κόμμα του Νίκου Ανδρουλάκη παρουσιάζει ανοδική τάση, αλλά αντιμετωπίζει μια μακροχρόνια εκλογική δυσκολία.
Όπως παρατηρεί, στις δέκα εθνικές και ευρωπαϊκές εκλογικές αναμετρήσεις των τελευταίων δεκαεπτά ετών, το ΠΑΣΟΚ δεν κατέκτησε τη δεύτερη θέση ούτε ξεπέρασε το 13,4%.
Συνεπώς, για να αλλάξει ουσιαστικά τους πολιτικούς συσχετισμούς, πρέπει να πείσει ένα σημαντικά ευρύτερο ακροατήριο από εκείνο που το στήριξε τα προηγούμενα χρόνια.
Η σημερινή άνοδος είναι θετική ένδειξη, όχι όμως εγγύηση εκλογικής ανατροπής.
Η αποχή, οι νέοι και η γήρανση του εκλογικού σώματος
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι η ηλικιακή σύνθεση των ψηφοφόρων.
Ο Γεράκης αναφέρει ότι η μέση ηλικία του εκλογικού σώματος βρίσκεται περίπου στα 57 χρόνια, υπογραμμίζοντας τη δημογραφική γήρανση.
Εξηγεί ότι οι δημοσκοπήσεις οφείλουν να σταθμίζουν τα δείγματά τους με βάση το φύλο, την ηλικία, τη γεωγραφική κατανομή και την προηγούμενη ψήφο.
Κυρίως όμως η συμμετοχή στις εκλογές μπορεί να αλλάξει σημαντικά το τελικό αποτέλεσμα.
Εάν απέχουν περισσότερο οι νεότεροι, ευνοούνται κόμματα με μεγαλύτερης ηλικίας εκλογική βάση. Εάν διαφοροποιηθεί η συμμετοχή των μεγαλύτερων ηλικιών, οι ισορροπίες μπορούν να μεταβληθούν διαφορετικά.
Επιπλέον, τέσσερα ή πέντε μικρότερα κόμματα εμφανίζονται κοντά στο όριο εισόδου στη Βουλή.
Η διαφορά ανάμεσα στο 2,9% και το 3,1% μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική ακόμη και για την αυτοδυναμία του πρώτου κόμματος.
Οικονομία, χειμώνας και φόβος ελληνοτουρκικής κρίσης
Πέρα από τις κομματικές ισορροπίες, η συζήτηση στρέφεται στις πραγματικές ανησυχίες της κοινωνίας.
Ο Γεράκης ξεχωρίζει δύο μεγάλες πηγές ανασφάλειας.
Η πρώτη είναι η οικονομία, το ενεργειακό κόστος και η αγωνία για τον χειμώνα.
Η δεύτερη είναι οι γεωπολιτικές εξελίξεις, ιδιαίτερα οι ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Σύμφωνα με την εικόνα που περιγράφει από τις μετρήσεις, μεγάλο μέρος των πολιτών θεωρεί πιθανό ένα σοβαρό επεισόδιο με την Τουρκία.
Πρόκειται για καταγραφή κοινωνικής ανησυχίας και όχι για πρόβλεψη ότι μια σύρραξη θα πραγματοποιηθεί.
Αυτοί οι δύο φόβοι, οικονομικός και γεωπολιτικός, δημιουργούν ένα περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας.
«Δεν ανιχνεύω οργή. Ανιχνεύω κόπωση»
Ίσως η σημαντικότερη πολιτική παρατήρηση της συνέντευξης βρίσκεται πέρα από τα ποσοστά.
«Εγώ δεν ανιχνεύω αυτή την οργή που λέμε. Ανιχνεύω κόπωση», σημειώνει ο Θωμάς Γεράκης.
Περιγράφει πολίτες απογοητευμένους από την κυβέρνηση, οι οποίοι ταυτόχρονα δεν διακρίνουν πειστική εναλλακτική στην αντιπολίτευση.
Αυτή η διπλή απογοήτευση, εκτιμά, δημιουργεί δυσκολίες για το ίδιο το δημοκρατικό σύστημα.
Οι πολίτες δυσανασχετούν τόσο όταν ακούν ότι όλα πηγαίνουν εξαιρετικά όσο και όταν παρουσιάζεται μια εικόνα απόλυτης καταστροφής.
Ακόμη περισσότερο τους κουράζουν οι καθημερινές πολιτικές αντιπαραθέσεις για δηλώσεις και προσωπικές συγκρούσεις, χωρίς ουσιαστικές απαντήσεις στα προβλήματα της ζωής τους.
Το τελικό κριτήριο: Ποιος μπορεί να εξασφαλίσει καλύτερη ζωή;
Ο Γεράκης καταλήγει ότι η εκλογική συμπεριφορά θα κριθεί από ένα απλό αλλά θεμελιώδες ερώτημα:
Ποιος μπορεί να προσφέρει καλύτερη ζωή, μεγαλύτερη ασφάλεια και καλύτερη καθημερινότητα;
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης διατηρεί προβάδισμα έναντι των πολιτικών αντιπάλων του σε δείκτες κυβερνητικής καταλληλότητας, σχεδίου και αποτελεσματικότητας.
Ωστόσο, τα ποσοστά αυτά κινούνται περίπου στην περιοχή του 28%-31%, ενώ η απάντηση «κανένας» συγκεντρώνει ιδιαίτερα σημαντική αποδοχή.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο πολιτικό μήνυμα της συνέντευξης.
Η Νέα Δημοκρατία προηγείται, αλλά δεν έχει εξασφαλίσει την αυτοδυναμία. Η αντιπολίτευση διεκδικεί την αλλαγή, αλλά δεν έχει πείσει ότι μπορεί να την εκφράσει ενιαία και αποτελεσματικά.
Το ζητούμενο δεν είναι απλώς ποιος θα κερδίσει τις εκλογές. Είναι ποιος θα καταφέρει να πείσει μια κουρασμένη κοινωνία ότι η πολιτική μπορεί πράγματι να βελτιώσει τη ζωή της.