ΚΟΙΝΩΝΙΑ
20/08/2016 04:57 EEST | Updated 20/08/2016 04:58 EEST

Τραγωδία στην Αίγινα: Ο 77χρονος οδηγούσε ενώ ήταν βαριά άρρωστος

Eurokinissi

Σημαντικά ερωτήματα για το κατά πόσο ο 77χρονος Θρασύβουλος Λυκουρέζος ήταν σε κατάλληλη φυσική κατάσταση για να οδηγήσει το ταχύπλοο «Ντουέντε» ανακύπτουν από το απολογητικό υπόμνημα του κατηγορουμένου.

Πως δηλαδή ένας άνθρωπος, ο οποίος παραδέχεται ότι πάσχει από σοβαρές ασθένειες, οδηγούσε σαν να μην συμβαίνει τίποτα.

«Πάσχω από σύνδρομο αποφρακτικής άπνοιας ύπνου, αρτηριακή υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια και χρόνια νεφρική ανεπάρκεια. Λαμβάνω χρονίως φαρμακευτική αγωγή και χρησιμοποιώ μηχάνημα ύπνου με παράλληλη χρήση οξυγόνου σε παροχή 3 λίτρα ανά λεπτό κατά τις ώρες του ύπνου από τριετίας. Η καθημερινή χρήση των παραπάνω είναι απαραίτητα για την επιβίωσή μου», αναφέρεται.

Μόλις έξι ημέρες πριν τη φονική σύγκρουση ο Θρασύβουλος Λυκουρέζος εξήλθε από το νοσοκομείο, όπου είχε εισαχθεί δύο ημέρες νωρίτερα λόγω καρδιοαναπνευστικής ανεπάρκειας: «Αντίστοιχες εισαγωγές είναι διαρκείς και συχνές είτε λόγω καρδιακής κάμψης και βαριάς καρδιοαναπνευστικής ανεπάρκειας, είτε λόγω οιδημάτων και φλεγμονής των κάτω άκρων».

Παρόλαυτά τα κενά στην ισχύουσα νομοθεσία επέτρεπαν στον 77χρονο να έχει νόμιμα άδεια χειριστή ταχυπλόου, καθώς η τελευταία φορά που κλήθηκε να προσκομίσει ιατρικές βεβαιώσεις για την κατάσταση της υγείας του ήταν το 2014. Τότε είχε προσκομίσει βεβαίωση από παθολόγο και οφθαλμίατρο καταφέρνοντας να ανανεώσει την άδειά του μέχρι και το 2017. Ο κατηγορούμενος είναι κυβερνήτης ταχυπλόου από το 1971. Χθες, Παρασκευή, δήλωσε στην Ανακρίτρια ότι δεν προτίθεται να κυβερνήσει ξανά σκάφος και ότι θα παραδώσει την άδειά του.

Στο απολογητικό του υπόμνημα ανέφερε, επίσης, ότι «η πορεία πλεύσης μου ήταν από βορρά προς νότο και εισερχόμενος στη θαλάσσια ζώνη που παρεμβάλλεται μεταξύ της νησίδας Μονή και των δυτικών ακτών της Αίγινας, στη θέση Πέρδικα αντιλήφθηκα μηχανοκίνητο σκάφος να κινείται από τη θέση Πέρδικα προς τη νήσο Μονή, δηλαδή επί πορείας από Ανατολή προς Δύση. Ποτέ δεν πίστεψα ότι σκάφος κινούμενο αριστερά μου θα περάσει από την πλώρη μου. Η πορεία μου ήταν σταθερή, χωρίς να έχω τον οποιοδήποτε λόγο να πραγματοποιήσω τον οποιοδήποτε αιφνίδιο ελιγμό, αφού άλλωστε μετέβαινε για λόγους αναψυχής με φίλους σε κόλπο της νησίδας Μονής. Η ταχύτητα με την οποία ταξίδευε το σκάφος μου ήταν 21ν.κ. Ο Διεθνής Κανονισμός για την Αποφυγή Συγκρούσεων προβλέπει ότι το πλοίο που βλέπει το άλλο προς τη δεξιά του πλευρά οφείλει να το φυλάξει και να απομακρυνθεί από την πορεία του».

Σε κανένα σημείο, ωστόσο, δεν αναφέρθηκε ότι από τη συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή περνούν τουριστικά σκάφη με κόσμο και οι κυβερνήτες οφείλουν να είναι προσεκτικοί και να μην αναπτύσσουν πολύ μεγάλες ταχύτητες.

«2,5 ώρες μετά η σύλληψη»

Για απόπειρα συγκάλυψης των τεχνικών γεγονότων κάνει λόγο η δικηγορική εταιρία «Βλάσσης και Συνεργάτες», η οποία έχει αναλάβει την εκπροσώπηση της οικογένειας του 44χρονου πατέρα και της 5χρονης κόρης του, οι οποίοι έχασαν τη ζωή τους στο δυστύχημα.

«Το συγκεκριμένο σκάφος, με κυβερνήτη τον Θρασύβουλο Λυκουρέζο κατά μεταγενέστερη δήλωση του ιδίου, αφού εγκατέλειψε αβοήθητους, τους ναυαγούς που εκείνο δημιούργησε, επιδόθηκε σε μία προσπάθεια κάλυψης, συγκάλυψης και αποφυγής ευθυνών, την ίδια χρονική στιγμή που πλήθος προσώπων είχε ανάγκη για άμεση παροχή βοήθειας, που πιθανώς θα έσωζε ζωές. Μετά από συνεννόηση με δικούς του ανθρώπους, όπως ο ίδιος ο φερόμενος χειριστής αναφέρει, προσήλθε σκάφος που ρυμούλκησε το δικό του, αλλά και έσπευσαν στον τόπο του δυστυχήματος δύο φουσκωτά, ένα μεγάλο, το οποίο παρέλαβε και αποβίβασε τους τρεις συνεπιβαίνοντες του, στις ακτές της Αίγινας και ένα άλλο φουσκωτό το οποίο παρέλαβε τον ίδιο τον φερόμενο κατά δήλωση του ως κυβερνήτη και τον οδήγησε στην περιοχή Φάρος, όπου αυτοκίνητο άλλου προσώπου, τον παρέλαβε και τον οδήγησε στο Λιμεναρχείο Αίγινας, 2,5 ώρες μετά το συμβάν. Εκεί εμφανίσθηκε με τον δικηγόρο του, με τον οποίο προφανώς είχαν επικοινωνία κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ συμβάντος και εμφανίσεως του στο Λιμεναρχείο. Στις προσπάθειες συγκάλυψης μετείχαν τουλάχιστον πέντε πρόσωπα».