Αντικείμενο εξαιρετικά λεπτομερούς μελέτης γίνεται από τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις το θαλάσσιο drone που βρέθηκε στη Λευκάδα προκειμένου να αποκαλυφθούν τα μυστικά του, τα οποία θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στο πλαίσιο των ελληνικών προσπαθειών στον χώρο των μη επανδρωμένων.
Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Δένδιας, έχει εκφράσει βεβαιότητα πως είναι ουκρανικό- ωστόσο εκπρόσωπος της ουκρανικής UFORCE, κατασκευάστριας των μη επανδρωμένων Magura (ο τύπος στον οποίο είχε υποδειχθεί ότι ανήκει το συγκεκριμένο σκάφος) δήλωσε στην ιστοσελίδα Militarnyi πως «ως ο μόνος κατασκευαστής των μη επανδρωμένων συστημάτων επιφανείας Magura, η UFORCE έχει κάθε λόγο να δηλώσει πως το σκάφος που βρέθηκε κοντά στη Λευκάδα δεν είναι drone Magura. Αν και επιφανειακά, οπτικά μοιάζει με τα συστήματα τύπου Magura, ο σχεδιασμός, η κατασκευή του και τα τεχνικά χαρακτηριστικά που διαφαίνονται δεν αντιστοιχεούν σε καμία επιλογή της γραμμής παραγωγής μας. Επιπλέον, ουδέποτε η UFORCE παρήγαγε έκδοση V3 – δεν υπάρχει τέτοιο μοντέλο» (κάποια ελληνικά ΜΜΕ το είχαν υποδείξει ως V3- πηγές της HuffPost έκαναν λόγο για V5 ή Mamai). Ακόμη, εκπρόσωπος του ουκρανικού ΥΠΕΞ είχε πει ότι δεν υπήρχαν στοιχεία πως το σκάφος συνδεόταν με Ουκρανούς χειριστές και ότι η ουκρανική πλευρά ήταν ανοιχτή σε συνεργασία με τις ελληνικές αρχές.
Σε κάθε περίπτωση, το εν λόγω USV (unmanned surface vehicle, μη επανδρωμένο όχημα επιφανείας) ανήκει σε μια ευρεία κατηγορία σκαφών που έχουν αποδείξει την αξία τους στον πόλεμο της Ουκρανίας, όπου οι Ουκρανοί, πρακτικά χωρίς ναυτικό, έχουν καταφέρει να κλείσουν στα λιμάνια του τον ρωσικό στόλο της Μαύρης Θάλασσας, χρησιμοποιώντας ένα εύρος μη επανδρωμένων μέσων. Στην περίπτωση αυτών των USV, στρατιωτικές πηγές σχολιάζουν ότι οι Ουκρανοί «τα έχουν κάνει όλα» με αυτά: Επιθέσεις κατά ναυστάθμων, αλλά και πλοίων εν πλω– για την ακρίβεια, τα χαρακτηρίζουν ως «όπλα χωρίς πολλούς περιορισμούς- μόνος περιορισμός είναι η πολιτική βούληση» (δεδομένου ότι μια επίθεση κατά ναυστάθμου αποτελεί εξαιρετικά παράτολμη και «σκληρή» επιθετική ενέργεια).
Τα σκάφη τέτοιου τύπου πιάνουν ταχύτητες αντίστοιχες αυτών των ταχύπλοων σκαφών, με τη διαφορά πως, καθώς δεν είναι επανδρωμένα, δεν χρειάζεται να επιβραδύνουν όπως θα έκανε ένας άνθρωπος χειριστής αν ήταν πάνω τους. Ως προς τις τακτικές χρήσης τους, κατά κανόνα είναι δύο κατηγοριών: Στο πλαίσιο «ενέδρας/ καρτεριού», με το σκάφος να πλησιάζει τον στόχο εν κρυπτώ, εκμεταλλευόμενο τη νύχτα και ενδεχομένως τις συνθήκες της θάλασσας για να μη γίνει αντιληπτό μέχρι να είναι αργά, είτε στο πλαίσιο επιθέσεων κορεσμού, με πολλά τέτοια σκάφη να εξαπολύονται μαζί κατά του στόχου έτσι ώστε να καταφέρουν να περάσουν κάποια από την άμυνά του και να τον χτυπήσουν.
Σημαντικό κομμάτι των τακτικών χρήσης τους είναι η χρήση μητρικών σκαφών (motherships), ενδεχομένως και φαινομενικά «αθώων» κοντά στον στόχο, από όπου εξαπολύονται ώστε να φτάσουν εκεί στον ελάχιστο δυνατό χρόνο (ή με το μητρικό σκάφος να πλησιάζει και να κρύβεται κάπου ώστε να τα ελευθερώσει εκεί, επιτρέποντάς τους να παραμείνουν αθέατα για περισσότερο χρόνο). Όσον αφορά στον τρόπο ελέγχου τους, είναι ασαφές το αν ελέγχονται μέσω τηλεχειρισμού ή δρουν αυτόνομα- το μόνο σίγουρο είναι πως πρόκειται για σκάφη μίας χρήσης: Δεν εξαπολύονται για να επιστρέψουν, ακριβώς στο πρότυπο των περιφερόμενων πυρομαχικών/ drones αυτοκτονίας, οπότε και οι γενικές αρχές ελέγχου τους το πιθανότερο είναι πως παραμένουν ίδιες. Αξίζει να σημειωθεί επίσης πως ο κακός καιρός μπορεί να λειτουργεί υπέρ τους (δυσχεραίνοντας τον εντοπισμό τους) αλλά και κατά τους, καθώς αν η θάλασσα είναι πολύ ταραγμένη, μπορεί να τίθενται θέματα ευστάθειας (σίγουρα πάντως μπορούν να επιχειρούν με πιο κακό καιρό από ό,τι τα ιπτάμενα drones).
Ως προς την αντιμετώπισή τους, όπως προαναφέρθηκε, ο εντοπισμός τους είναι δύσκολος λόγω του μικρού μεγέθους/ χαμηλού προφίλ τους, αλλά τα ραντάρ και πάλι μπορούν να τα «βλέπουν», όπως και κάθε στόχο που βρίσκεται στην επιφάνεια της θάλασσας – ισχύουν βεβαίως οι ίδιοι περιορισμοί που ισχύουν κανονικά στη χρήση των ραντάρ, τι βλέπει ευκολότερα και τι δυσκολότερα. Λόγω αυτού, καθίσταται ακόμα πιο σημαντικός ο ρόλος του…αμιγώς ανθρώπινου παράγοντα, δηλαδή των μελών πληρώματος- παρατηρητών (οπτήρες) που «σκανάρουν» τη θάλασσα για απειλές. Όσον αφορά στην εξουδετέρωσή τους, γίνεται εύκολα αντιληπτή η σημασία μέσων/ εξοπλισμού ηλεκτρονικού πολέμου (παρεμβολές κλπ), ενώ σε επίπεδο «hard kill», όπως κατά κανόνα ισχύει στα μη επανδρωμένα εν γένει, δεν χρειάζεται ιδιαίτερα βαρύς οπλισμός – τα πυροβόλα, αλλά και το πυρ ακόμα και ελαφρών όπλων (πολυβόλα) αρκούν σε γενικές γραμμές για την αχρήστευσή τους.