Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, εκείνο που απασχολεί περισσότερο τον απλό πολίτη, κυρίως τον οικογενειάρχη, είναι η ακρίβεια του κόστους ζωής, ιδιαίτερα για τα τρόφιμα και τα ενοίκια, που πήραν την ανηφόρα και από την εποχή του κορονοϊού μέχρι σήμερα έχουν αυξηθεί τουλάχιστον κατά 50%. Φυσικά, όχι με βάση τα επίσημα στοιχεία που διαμορφώνουν τον τιμάριθμο — γιατί η στατιστική είναι η επιστήμη τού να βγάζεις όποιο αποτέλεσμα θέλεις αλλά με βάση την ίδια την εμπειρία του καταναλωτή, ο οποίος βλέπει τη συνεχή αύξηση τιμών στα βασικά είδη διατροφής, στις υπηρεσίες και στην ενέργεια, κυρίως όμως στο στεγαστικό πρόβλημα.
Πολλές φορές το ενοίκιο απορροφά το ήμισυ του εισοδήματος, χωρίς την αντίστοιχη αύξηση αποδοχών, ιδίως για όσους έχουν σταθερά εισοδήματα, όπως οι συνταξιούχοι, με συνέπεια να δημιουργείται κίνδυνος επιβίωσης για περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού, κυρίως σε αγροτικές περιοχές που συντηρούνταν με επιδοτήσεις από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, οι οποίες ήδη ελέγχονται αυστηρά.
Η κυβέρνηση αναπροσαρμόζει τους μισθούς σε ποσοστό του επίσημου τιμάριθμου και προσπαθεί, με επιδόματα, να ανακουφίσει τις φτωχότερες τάξεις. Τα αποτελέσματα όμως της αύξησης των τιμών των υγρών καυσίμων, λόγω του πολέμου στο Ιράν και του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ, άρχισαν ήδη να διαφαίνονται στην εστίαση, στις αγορές τροφίμων και στις μετακινήσεις, ενώ κάποιοι κερδοσκόποι αύξησαν τις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών σε ποσοστό πολύ μεγαλύτερο από τη συμμετοχή της ενέργειας στη διαμόρφωση της τελικής τιμής.
Σαφώς, τα αίτια της αύξησης των τιμών, όχι μόνο των τροφίμων, είναι πολλά και ποικίλα. Εξωτερικά, γιατί εισάγουμε σχεδόν τα πάντα από το εξωτερικό, όπου τα καρτέλ διαμορφώνουν τις τιμές και κερδοσκοπούν. Εσωτερικά, λόγω της έλλειψης καταναλωτικής συνείδησης στη χώρα μας, οργιάζει ο «πληθωρισμός της απληστίας», κυρίως όταν οι κερδοσκόποι σπεύδουν να επωφεληθούν από τις καταστάσεις, στην παρούσα φάση από την τεράστια αύξηση της τιμής των καυσίμων.
Βασικός συντελεστής όμως του «πληθωρισμού της απληστίας» είναι η αισχροκέρδεια, που παρατηρείται στην εστίαση, κυρίως σε τουριστικές περιοχές, αλλά και στα τρόφιμα, ιδίως στα κηπευτικά, τα οποία πωλούνται, πολλές φορές, σε τριπλάσια τιμή από εκείνη του παραγωγού. Ενδεικτικά, τα κεράσια έφτασαν να πωλούνται 8 ευρώ το κιλό (HuffPost, 22-09-2022, Ρακιντζής — «Η αισχροκέρδεια και η τιμωρία της»).
Φυσικά, η διεθνής αύξηση της τιμής των υγρών καυσίμων αποτελεί μια ευλογοφανή πρόφαση για την υπερβολική αύξηση όλων σχεδόν των τιμών. Η αύξηση των ενοικίων οφείλεται στη μειωμένη προσφορά ακινήτων, παρότι υπάρχει τεράστιος αριθμός κενών κατοικιών, που για διάφορους λόγους δεν προσφέρονται προς μίσθωση, κυρίως επειδή κάθε κυβέρνηση ασκεί κοινωνική πολιτική σε βάρος της ιδιοκτησίας.
Η κυβέρνηση προσπαθεί να περιορίσει την ακρίβεια του κόστους ζωής με επιδόματα και οικονομικές ενισχύσεις προς τις ασθενέστερες τάξεις, ενδεχομένως και με μείωση του ΦΠΑ στα καύσιμα. Όλα όμως αυτά αποτελούν «μερεμέτια», ενώ, όπως φαίνεται, λόγω εγγενών δυσχερειών, ανεπαρκούς νομοθεσίας και ελλιπών μηχανισμών ελέγχου, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την ακρίβεια ούτε να περιορίσει τον «πληθωρισμό της απληστίας».
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι τιμές και η ποιότητα των τροφίμων ελέγχονταν από την Αγορανομία, υπηρεσία της Αστυνομίας, με βάση τον Αγορανομικό Κώδικα, ο οποίος προέβλεπε αγορανομικά αδικήματα και ποινές, ακόμη και κλείσιμο καταστημάτων. Η ποινική δίωξη ασκούνταν με βάση πόρισμα της Αγορανομικής Επιτροπής, ότι η συγκεκριμένη συναλλαγή περιείχε υπερβολικό κέρδος, και ο υπεύθυνος, «κοινώς αυτοφωράκιας», δικαζόταν από το Αγορανομικό Δικαστήριο κατά τη διαδικασία του αυτοφώρου.
Με την είσοδο της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι αγορανομικοί έλεγχοι καταργήθηκαν και ο έλεγχος των τιμών ρυθμιζόταν πλέον με βάση τον ελεύθερο ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων, τον μηχανισμό προσφοράς και ζήτησης, την απαγόρευση κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης στην αγορά και την απαγόρευση εναρμονισμένων πρακτικών μεταξύ επιχειρήσεων.
Ο παραπάνω μηχανισμός, όμως, δεν λειτουργεί αποτελεσματικά σε περιπτώσεις οικονομικών ή γεωπολιτικών κρίσεων ή σε συνθήκες ολιγοπωλίου, όπως συμβαίνει συχνά σε δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται φαινόμενα αισχροκέρδειας.
Έτσι, επανέρχεται στο προσκήνιο η έννοια της αισχροκέρδειας στις συναλλαγές και το ερώτημα πώς αυτή ελέγχεται και τιμωρείται στη χώρα μας. Σαφώς, η εσωτερική αισχροκέρδεια μπορεί να ελεγχθεί από την Πολιτεία με αστυνομικά και δικαστικά μέτρα ή με περιορισμό της ζήτησης από τους ίδιους τους καταναλωτές, εφόσον αποκτήσουμε καταναλωτική συνείδηση. Η διεθνής όμως αισχροκέρδεια μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με περιορισμό της ζήτησης σε συγκεκριμένες χώρες, κάτι που θα μπορούσε να προκαλέσει στασιμοπληθωρισμό, οικονομική κρίση και διατάραξη της διατροφικής αλυσίδας.
Για τον ορισμό της αισχροκέρδειας προσφεύγουμε στο άρθρο 405 του παλαιού Ποινικού Κώδικα, που την προέβλεπε και την τιμωρούσε. Το άρθρο αυτό, όμως, καταργήθηκε εκ παραδρομής με την εισαγωγή του νέου Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019) και δεν επανήλθε ούτε με τον ν. 5090/2024, μολονότι υπήρξαν φωνές υπέρ της ποινικής και όχι μόνο διοικητικής τιμωρίας της αισχροκέρδειας.
Με την ΠΝΠ της 20ής Μαρτίου 2020 και τον ν. 4903/2022, η αισχροκέρδεια τιμωρείται πλέον με διοικητικό πρόστιμο ως πράξη «αθέμιτης κερδοφορίας σε περιόδους κρίσεως», όπως μετονομάστηκε, όχι ιδιαίτερα επιτυχημένα, αφού στη συνείδηση του λαού οι κερδοσκόποι παραμένουν «λαμόγια».
Ο έλεγχος αφορά την απόκτηση υπερβολικού κέρδους από την πώληση οποιουδήποτε προϊόντος ή την παροχή υπηρεσίας απαραίτητης για την υγεία, τη διατροφή ή την ασφάλεια του καταναλωτή, όταν το περιθώριο μικτού κέρδους ανά μονάδα υπερβαίνει το αντίστοιχο περιθώριο της 1ης Σεπτεμβρίου 2021.
Η Πολιτεία προσπαθεί να αντιμετωπίσει την αισχροκέρδεια μόνο με την επιβολή χρηματικών προστίμων, τα οποία δεν επαρκούν για να την αποτρέψουν, γιατί κανείς δεν φοβάται το πρόστιμο, αφού συνήθως δεν πληρώνεται άμεσα, αλλά βεβαιώνεται και ρυθμίζεται σε δόσεις μαζί με τα υπόλοιπα χρέη της επιχείρησης. Ενδεικτικά, από τα 115 δισ. ευρώ βεβαιωθέντων προστίμων, μόλις το 11% πληρώθηκε.
Οι υπηρεσίες ελέγχου, όπως η ΔΙ.Μ.Ε.Α. και η ΑΔΑΕ, πραγματοποιούν ελέγχους, επιβάλλουν πρόστιμα και σφραγίζουν καταστήματα, κυρίως πρατήρια καυσίμων, τα οποία όμως, κατόπιν δικαστικής προσφυγής και προσωρινής δικαστικής διαταγής, συνεχίζουν συχνά τη λειτουργία τους.
Με τον ν. 5255/2025 δημιουργήθηκε η Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας Καταναλωτή, ως φορέας εποπτείας της αγοράς για την πάταξη της αισχροκέρδειας και την προστασία του καταναλωτή, μέσω συγχώνευσης μηχανισμών ελέγχου, με αρμοδιότητα όμως και πάλι μόνο την επιβολή προστίμων. Δηλαδή, «μία από τα ίδια».
Νομίζω ότι, παράλληλα με την επιβολή προστίμων, απαιτείται για την αποτελεσματικότερη προστασία των καταναλωτών και η ποινική τιμωρία των υπευθύνων για αισχροκέρδεια, με την εκ νέου θέσπιση του άρθρου 405 του παλαιού Ποινικού Κώδικα, το οποίο θα προβλέπει ακόμη και το κλείσιμο καταστημάτων, τουλάχιστον στον χώρο της εστίασης και των καυσίμων.
Λέανδρος Τ. Ρακιντζής
Αρεοπαγίτης ε.τ.