Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Γράφειο ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς

Η πρόσφατη αναζωπύρωση της έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις υπερβαίνει τα όρια μιας συγκυριακής διπλωματικής αντιπαράθεσης και αντανακλά μια βαθύτερη δομική σύγκρουση ως προς την οργάνωση, τη νομιμοποίηση και την άσκηση κρατικής εξουσίας στον θαλάσσιο χώρο του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Η επανενεργοποίηση της τουρκικής επιχειρηματολογίας περί «γκρίζων ζωνών», οι ανταγωνιστικές χωροταξικές πρωτοβουλίες, η θέσπιση θαλάσσιων πάρκων και η αμφισβήτηση ελληνικών ενεργειακών ή περιβαλλοντικών ρυθμίσεων συγκροτούν αλληλένδετες εκφάνσεις ενός αέναου ανταγωνισμού.

Advertisement
Advertisement

Υπό το πρίσμα των διεθνών σχέσεων, η πρακτική αυτή προσεγγίζει τη λογική του ανταγωνισμού στη «γκρίζα ζώνη»⸱ επιδιώκεται σταδιακή μεταβολή των πραγματικών παραμέτρων χωρίς υπέρβαση του κατωφλίου ανοικτής στρατιωτικής σύγκρουσης. Δηλώσεις, χάρτες, NAVTEX, διοικητικές πράξεις και κανονιστικές παρεμβάσεις δεν παράγουν κατ’ ανάγκην αυτοτελή διεθνή τίτλο, μπορούν όμως να λειτουργήσουν ως μηχανισμοί πολιτικής κανονικοποίησης μιας αξίωσης.

Η αδειοδότηση ενεργειακών εγκαταστάσεων, ο καθορισμός ζωνών περιβαλλοντικής προστασίας  και η χωρική κατανομή δραστηριοτήτων αποτελούν μορφές λειτουργικής διακυβέρνησης, επειδή αποτυπώνουν γεωγραφικά το πεδίο εντός του οποίου ένα κράτος θεωρεί ότι νομιμοποιείται να ασκεί συγκεκριμένες αρμοδιότητες. Εντούτοις, το Δίκαιο της Θάλασσας διακρίνει αυστηρά την κυριαρχία από τα κυριαρχικά δικαιώματα και τη λειτουργική δικαιοδοσία. Στην αιγιαλίτιδα ζώνη το παράκτιο κράτος ασκεί κυριαρχία, ενώ στην ΑΟΖ διαθέτει ειδικώς προσδιορισμένα δικαιώματα και αρμοδιότητες. Συνεπώς, μια διοικητική ή περιβαλλοντική πράξη δεν δημιουργεί αφ’ εαυτής τον τίτλο που νομιμοποιεί την άσκησή της· προϋποθέτει προηγούμενη δικαιοδοτική βάση.

Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η υπόθεση M/V Virginia G ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου για το Δίκαιο της Θάλασσας (ΔΔΘ). Αντίδικοι ήταν ο Παναμάς, ως κράτος σημαίας του δεξαμενόπλοιου Virginia G, και η Γουινέα-Μπισάου, ως παράκτιο κράτος στην ΑΟΖ του οποίου έλαβαν χώρα οι επίμαχες ενέργειες. Η διαφορά προέκυψε όταν οι αρχές της Γουινέας-Μπισάου συνέλαβαν το πλοίο, το οποίο ανεφοδίαζε αλλοδαπά αλιευτικά σκάφη με καύσιμα, θεωρώντας ότι η δραστηριότητα πραγματοποιούνταν χωρίς την απαιτούμενη άδεια. Ακολούθησε δήμευση του πλοίου και του φορτίου, γεγονός που οδήγησε στην προσφυγή του Παναμά.

Το κρίσιμο ζήτημα ήταν εάν οι αρμοδιότητες του παράκτιου κράτους επί των ζώντων πόρων της ΑΟΖ περιλαμβάνουν τη ρύθμιση του ανεφοδιασμού αλιευτικών σκαφών και ποια είναι τα επιτρεπτά όρια επιβολής. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, βάσει των άρθρων 56 και 62 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), η Γουινέα-Μπισάου μπορούσε να ρυθμίζει τον ανεφοδιασμό, λόγω της λειτουργικής σύνδεσής του με την αλιευτική δραστηριότητα. Έκρινε ότι η επιβίβαση, η επιθεώρηση και η αρχική σύλληψη ήταν συμβατές με το άρθρο 73, αλλά ότι η δήμευση του πλοίου και του φορτίου ήταν, υπό τις περιστάσεις, μη αναγκαία και αντίθετη προς τη Σύμβαση. Διαπίστωσε επίσης παράβαση της υποχρέωσης ενημέρωσης του κράτους σημαίας και επιδίκασε αποζημίωση στον Παναμά. Η Virginia G αναδεικνύει, επομένως, τον λειτουργικό και όχι γενικά κυριαρχικό χαρακτήρα των εξουσιών στην ΑΟΖ.

Συναφής, αλλά διακριτή, είναι η Chagos Marine Protected Area Arbitration μεταξύ Μαυρικίου και Ηνωμένου Βασιλείου. Η υπόθεση δεν κρίθηκε από το ΔΔΘ, αλλά από διαιτητικό δικαστήριο του Παραρτήματος VII της UNCLOS. Αντικείμενο της διαφοράς ήταν η απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου να δημιουργήσει εκτεταμένη Θαλάσσια Προστατευόμενη Περιοχή γύρω από το Αρχιπέλαγος Chagos, το οποίο διοικούσε ως Βρετανικό έδαφος του Ινδικού Ωκεανού. Ο Μαυρίκιος αμφισβήτησε τη συμβατότητα της ρύθμισης με την UNCLOS, συνδέοντάς την τόσο με το υποκείμενο ζήτημα κυριαρχίας όσο και με ειδικά δικαιώματα που θεωρούσε ότι απορρέουν από προηγούμενες βρετανικές δεσμεύσεις.

Το διαιτητικό δικαστήριο διαχώρισε εναργώς τα δύο επίπεδα. Κατά πλειοψηφία έκρινε ότι δεν είχε δικαιοδοσία να αποφανθεί εάν το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν πράγματι το παράκτιο κράτος, επειδή η ουσία του σχετικού αιτήματος αφορούσε εδαφική κυριαρχία και όχι ερμηνεία της UNCLOS. Αντιθέτως, δέχθηκε ότι μπορούσε να εξετάσει τη συμβατότητα της συγκεκριμένης προστατευόμενης περιοχής με τις συμβατικές υποχρεώσεις του Ηνωμένου Βασιλείου. Κατέληξε ότι οι βρετανικές αρχές δεν είχαν επιδείξει την απαιτούμενη δέουσα συνεκτίμηση των δικαιωμάτων του Μαυρικίου. Η Chagos επιβεβαιώνει έτσι ότι ακόμη και θεμιτές περιβαλλοντικές αρμοδιότητες δεν ασκούνται σε νομικό κενό ούτε μπορούν να παρακάμπτουν δικαιώματα τρίτων.

Advertisement

Η Virginia G οριοθετεί το περιεχόμενο και τα μέσα άσκησης λειτουργικής δικαιοδοσίας στην ΑΟΖ, ενώ η Chagos αναδεικνύει αφενός την υποχρέωση συνεκτίμησης δικαιωμάτων τρίτων και αφετέρου τα δικαιοδοτικά όρια των μηχανισμών της UNCLOS όταν υποκρύπτεται διαφορά εδαφικής κυριαρχίας. Καμία δεν επιτρέπει το συμπέρασμα ότι διοικητικές πράξεις ή περιβαλλοντικές ζώνες παράγουν αυτοτελώς κυριαρχία. Αντιθέτως, αμφότερες προϋποθέτουν ότι η νομιμότητα της κρατικής δράσης εξαρτάται από προϋπάρχοντα τίτλο και από την τήρηση των συμβατικών ορίων κατά την άσκηση των σχετικών εξουσιών.

Κατά τούτο, η τουρκική θεωρία περί γεωγραφικών σχηματισμών αδιευκρίνιστης κυριαρχίας επιδιώκει τη διεύρυνση του αντικειμένου της ελληνοτουρκικής διαφοράς, ενώ η ελληνική θέση θεωρεί ότι το εδαφικό καθεστώς έχει καθορισθεί από το ισχύον συμβατικό πλαίσιο. Η αντιπαράθεση αφορά, συνεπώς, όχι μόνο το περιεχόμενο επιμέρους κανόνων, αλλά και το ποια ζητήματα μπορούν νομίμως να θεωρούνται ανοικτά. Η «Γαλάζια Πατρίδα» προσδίδει σε αυτή την πρακτική συνεκτικό στρατηγικό υπόβαθρο, συνδέοντας γεωγραφία, στρατιωτική παρουσία, ενεργειακούς πόρους, χαρτογραφία και διοικητική δράση. Απέναντι σε μια τέτοια πολυεπίπεδη και συστηματική στρατηγική, η αποτελεσματική προάσπιση των ελληνικών θέσεων δεν μπορεί να εξαντλείται στην επίκληση των κανόνων του διεθνούς δικαίου, αλλά προϋποθέτει μια εξίσου συνεκτική και διαρκή παρουσία στο νομικό, θεσμικό, διοικητικό και επιχειρησιακό πεδίο.

Υπό το πρίσμα αυτό, απαιτείται συνεπής νομική τεκμηρίωση, διοικητική συνέχεια, θεσμική και ευρωπαϊκή αγκύρωση, πραγματική άσκηση δικαιωμάτων και αξιόπιστη αποτροπή τετελεσμένων. Η πολιτική των «ήρεμων νερών» είναι στρατηγικά χρήσιμη όταν μειώνει τον κίνδυνο της σύγκρουσης χωρίς να διευκολύνει τη σωρευτική μεταβολή του status quo. Η μακροπρόθεσμη σταθερότητα προϋποθέτει, επομένως, ενεργό θεσμική αναπαραγωγή της υφιστάμενης έννομης τάξης –αντιστοίχιση μεταξύ νομικού τίτλου, διοικητικής πρακτικής, διεθνούς νομιμοποίησης και πραγματικής ικανότητας άσκησης των απορρεόντων δικαιωμάτων. Έτσι, ο διάλογος, η αποτροπή και το διεθνές δίκαιο μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, αποτρέποντας τόσο τη στρατιωτική κλιμάκωση όσο και τη σταδιακή κανονικοποίηση μονομερών αναθεωρητικών αξιώσεων.

Advertisement