Υπάρχουν στιγμές στον δημόσιο λόγο όπου η ευκολία των συνθημάτων αποκαλύπτει όχι απλώς πολιτική αμηχανία, αλλά πράξη σύγχυσης και ελλιπούς γνώσης. Ζούμε σε μια εποχή όπου η Ορθοδοξία συχνά χρησιμοποιείται όχι ως τρόπος υπάρξεως και αλήθειας ζωής, αλλά ως ιδεολογικό εργαλείο. Ως σημαία εύκολης χρήσης ταυτότητας, ως ένα πολιτικό αξεσουάρ που επιστρατεύεται όταν χρειάζεται να διεγερθούν αντανακλαστικά φοβίας, εθνικής ανασφάλειας ή θυμικού.

Η πρόσφατη άρνηση του προέδρου της Ελληνικής Λύσης, κ. Κυριάκου Βελόπουλου, όπως και άλλων βουλευτών από διάφορες πολιτικές παρατάξεις να παραστούν στην ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου στο Ελληνικό Κοινοβούλιο δεν είναι ένα ασήμαντο πολιτικό περιστατικό. Δεν αφορά απλώς μια προσωπική επιλογή παρουσίας ή απουσίας. Είναι ένα σύμπτωμα. Σύμπτωμα της παθολογίας που συγχέει την Ορθοδοξία με την ιδεολογία, την πίστη με τη φωνασκία, την εκκλησιαστική συνείδηση με την πολιτική καπηλεία. Διότι μπορεί κάποιος να διαφωνεί πολιτικά, μπορεί να έχει προσωπικές απόψεις ή ενστάσεις, αλλά όταν φτάνει στο σημείο να απαξιώνει τον θεσμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου, τότε αγγίζει κάτι πολύ βαθύτερο. Την ίδια την ιστορική και πνευματική ταυτότητα του Ελληνισμού.

Advertisement
Advertisement

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης, σύμφωνα με την Ορθόδοξη παράδοση, είναι «ο πρώτος μεταξύ ίσων». Δεν είναι ο “πάπας της Ανατολής”, ούτε ο κοσμικός άρχοντας. Είναι, όμως, εκείνος που έχει το προνόμιο της ευθύνης, της ενότητας και της διακονίας της Οικουμενικής Ορθοδοξίας. Αυτός ο θεσμός στάθηκε όρθιος όταν αυτοκρατορίες κατέρρευσαν. Από το Φανάρι πέρασαν μαρτύρια, εξορίες, απαγχονισμοί Πατριαρχών, διωγμοί και αίμα. Από εκεί πέρασε το μαρτύριο του Γρηγορίου Ε΄, οι διωγμοί, οι εξευτελισμοί, η αγωνία ενός Γένους που έμεινε όρθιο όχι χάρη σε εθνικές ρητορείες αλλά χάρη στη μνήμη της Εκκλησίας.

Και όμως, το Πατριαρχείο παρέμεινε ζωντανό, κρατώντας όχι μόνο την πίστη αλλά και τη γλώσσα, την παιδεία και την ελληνική συνείδηση του υπόδουλου Γένους. Είναι η ιστορική μήτρα της εκκλησιαστικής μας αυτοσυνειδησίας. Είναι η συνέχεια της Ρωμιοσύνης, όχι ως εθνικιστικής ιδεοληψίας, αλλά ως πολιτισμού σχέσεως, καθολικότητας και εκκλησιαστικής εμπειρίας. Το Φανάρι δεν επιβίωσε επειδή διέθετε δύναμη κοσμική. Δεν είχε στρατούς, δεν είχε οικονομική ισχύ, δεν είχε κρατική προστασία. Επιβίωσε γιατί υπήρξε φορέας τρόπου υπάρξεως.

Και όμως, σήμερα, άνθρωποι που αυτοπαρουσιάζονται ως υπερασπιστές της Ορθοδοξίας αντιμετωπίζουν το Φανάρι σχεδόν ως εχθρικό κέντρο. Γιατί; Επειδή δεν αντέχουν την οικουμενικότητα της Εκκλησίας. Επειδή έχουν ανάγκη μια πίστη κλειστή, φοβική, εθνοφυλετική, περιορισμένη στα όρια μιας αυτάρεσκης ιδεολογίας. Θέλουν μια Ορθοδοξία που να υπηρετεί πολιτικές αφηγήσεις και όχι μια Εκκλησία που να υπενθυμίζει ότι «οὐκ ἔνι Ἕλλην καὶ Ἰουδαῖος». Ότι η αλήθεια της πίστεως δεν ταυτίζεται με φυλετικές ανασφάλειες και κραυγές αυτάρκειας.

Οι κατηγορίες περί «οικουμενισμού», περί «συλλειτουργιών με αιρετικούς», περί δήθεν «προδοσίας της πίστεως», αποκαλύπτουν συνήθως άγνοια της εκκλησιαστικής πραγματικότητας. Η Εκκλησία δεν φοβήθηκε ποτέ τον διάλογο. Η αλήθεια δεν απειλείται από τη συνάντηση. Ο Χριστός συνομιλούσε με τελώνες, αμαρτωλούς, Σαμαρείτες, Ρωμαίους. Η Ορθοδοξία δεν είναι ιδεολογικό γκέτο καθαρότητας. Είναι πρόταση ζωής και σωτηρίας.

Άλλο πράγμα ο συγκρητισμός και άλλο η μαρτυρία παρουσίας στον κόσμο. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ουδέποτε αλλοίωσε το δόγμα της Εκκλησίας. Αντιθέτως, σήκωσε στους ώμους του το βάρος της ενότητας της Ορθοδοξίας μέσα σε έναν κόσμο κατακερματισμένο.

 Και αυτό είναι που ενοχλεί. Η οικουμενικότητα. Το γεγονός ότι το Φανάρι αρνείται να γίνει εθνικό παράρτημα οποιασδήποτε κρατικής ιδεολογίας. Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη υποκρισία της εποχής μας. Κάποιοι επιτίθενται στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο επειδή συνομιλεί με ετεροδόξους ή προσεγγίζει ανθρώπους άλλων θρησκειών στο όνομα της ειρήνης και της συνυπάρξεως. Την ίδια στιγμή όμως σιωπούν – ή ακόμη χειρότερα δικαιολογούν – την εκκλησιαστική νομιμοποίηση της βίας και του πολέμου.

Advertisement

Ο Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος δεν δίστασε να προσδώσει σχεδόν μεταφυσική νομιμοποίηση στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, μετατρέποντας το εκκλησιαστικό γεγονός σε ιδεολογικό όπλο γεωπολιτικής επιβολής. Ευλογήθηκε ένας πόλεμος ανάμεσα σε ορθοδόξους λαούς. Αγιοποιήθηκε σχεδόν η βία στο όνομα μιας αυτοκρατορικής φαντασίωσης περί «Αγίας Ρωσίας». Και όμως, για πολλούς από αυτούς που κραυγάζουν εναντίον του Φαναρίου, αυτό δεν αποτέλεσε πρόβλημα.

Αντίθετα, ο Οικουμενικός Πατριάρχης στάθηκε επανειλημμένως υπέρ της ειρήνης, της συμφιλίωσης, του διαλόγου. Μίλησε για το περιβάλλον πριν γίνει μόδα. Μίλησε για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια πριν μετατραπεί σε σύνθημα οργανισμών. Υπενθύμισε ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός μίσους και εθνικής αυτάρκειας. Αυτό είναι που δυσκολεύονται να συγχωρήσουν στον Πατριάρχη Βαρθολομαίο. Ότι επιμένει να θυμίζει πως η Ορθοδοξία είναι η καθολικότητα της ζωής και όχι η φυλετική αυτάρκεια. Ότι η αλήθεια της Εκκλησίας δεν μετριέται με κραυγές «πατριωτισμού», αλλά με ευχαριστιακή κοινωνία και ήθος σχέσεως.

Δυστυχώς, στην Ελλάδα έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε την πίστη μέρος ενός φολκλορικού εθνικού σκηνικού. Λίγο λιβάνι, κάποιες σημαίες, μερικές μεγαλόστομες δηλώσεις περί «πατρίδος και θρησκείας», και νομίζουμε ότι υπερασπιζόμαστε την Ορθοδοξία.

Advertisement

Όμως η Ορθοδοξία δεν είναι πολιτισμικό ντεκόρ. Δεν είναι εργαλείο πολιτικής επιβίωσης. Είναι άσκηση αυτοϋπερβάσεως. Είναι Σταυρός. Είναι ήθος θυσιαστικής αγάπης. Γι’ αυτό και η περιφρόνηση προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν είναι απλώς ασέβεια προς έναν θεσμό. Είναι ένδειξη αποκοπής από την ίδια τη ρίζα της εκκλησιαστικής μας ταυτότητας. Διότι χωρίς το Φανάρι, χωρίς αυτή τη μνήμη της Ρωμιοσύνης, ο Ελληνισμός θα είχε μετατραπεί εδώ και αιώνες σε ένα ακόμα ιστορικό απολίθωμα.

Το Πατριαρχείο κράτησε ζωντανή την ελπίδα ενός έθνους όχι επειδή διέθετε δύναμη, αλλά επειδή διακονούσε. Και αυτή η αλήθεια δεν αντέχει τις κραυγές του φανατισμού ούτε τη χυδαιότητα της πολιτικής εκμετάλλευσης. Τελικά, ίσως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο. Το ερώτημα είναι βαθύτερο. Αν κατανοούμε ακόμη τι σημαίνει Εκκλησία. Αν αντιλαμβανόμαστε ότι η Ορθοδοξία δεν είναι μηχανισμός ιδεολογικής περιχαράκωσης αλλά γεγονός ελευθερίας και κοινωνίας.

Είναι επιλογή του καθενός να θέλει να ζει με ιστορική μνήμη ή πολιτισμική αγνωμοσύνη. Ένα είναι σίγουρο. Αν πάψουμε να αγαπάμε το Φανάρι, ίσως δεν θα έχουμε χάσει απλώς έναν θεσμό. Θα έχουμε χάσει τη μνήμη του τρόπου που μας κράτησε ζωντανούς ως Γένος και ως Εκκλησία.

Advertisement