Κάθε χρόνο διοργανώνονται στην Ελλάδα δεκάδες hackathons, εργαστήρια καινοτομίας και διαγωνισμοί ιδεών για τη δημόσια διοίκηση. Οι αίθουσες γεμίζουν, οι παρουσιάσεις εντυπωσιάζουν, τα βραβεία μοιράζονται. Λίγους μήνες αργότερα όμως, οι περισσότερες ιδέες έχουν ξεχαστεί, χωρίς ποτέ να εφαρμοστούν, χωρίς να αλλάξουν κάτι στην καθημερινότητα του πολίτη.

Το φαινόμενο δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Ο ΟΟΣΑ το έχει μελετήσει διεξοδικά και το ονομάζει «χάσμα μεταξύ πιλοτικού και κλίμακας»: η απόσταση ανάμεσα σε μια καλή ιδέα που δοκιμάζεται πιλοτικά και στην πραγματική, μόνιμη αλλαγή σε ολόκληρη τη διοίκηση. Το Παρατηρητήριο Καινοτομίας του Δημόσιου Τομέα καταγράφει ως συχνό λάθος την υπόθεση ότι «κάποιος άλλος θα αναλάβει να συνεχίσει». Η εμπειρία δείχνει ότι σπάνια συμβαίνει αυτό.

Advertisement
Advertisement

Το διπλό πρόβλημα

Το βαθύτερο πρόβλημα είναι συστημικό και έχει όνομα: ασυνέχεια πολιτικών. Η καινοτομία στον δημόσιο τομέα απαιτεί χρόνο, ο ΟΟΣΑ εκτιμά δέκα με δώδεκα χρόνια για να κλιμακωθεί μια πρωτοβουλία. Οι πολιτικοί κύκλοι όμως είναι τετραετείς, οι προτεραιότητες αλλάζουν με κάθε κυβέρνηση, τα χρηματοδοτούμενα έργα έχουν ημερομηνία λήξης. Ακόμα και οι πιο υποσχόμενες πρωτοβουλίες σπάνια μετατρέπονται σε μόνιμες θεσμικές ικανότητες.

Υπάρχει όμως και δεύτερο εμπόδιο: η κουλτούρα αποστροφής στον κίνδυνο. Ο ΟΟΣΑ, στην έκθεσή του για τον ψηφιακό μετασχηματισμό της Ελλάδας, εντόπισε μια τάση αποφυγής οτιδήποτε μπορεί να αποτύχει και να προκαλέσει πολιτικό κόστος. Στο ιεραρχικό μοντέλο που χαρακτηρίζει την ελληνική διοίκηση, η λογοδοσία τιμωρεί την αποτυχία περισσότερο από όσο επιβραβεύει την τόλμη. Η ασφαλέστερη επιλογή γίνεται η μη δοκιμή. Χωρίς δοκιμή όμως δεν υπάρχει μάθηση, και χωρίς μάθηση δεν υπάρχει πραγματική βελτίωση, μόνο η επανάληψη πρακτικών που ήδη ξέρουμε ότι δεν λειτουργούν.

Τι έχει δουλέψει αλλού

Ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες έχουν καταφέρει να ξεπεράσουν αυτά τα εμπόδια, όχι επειδή οι υπάλληλοί τους είναι πιο τολμηροί, αλλά επειδή έχτισαν θεσμικές δομές που επιτρέπουν τον πειραματισμό χωρίς να απειλείται η σταθερότητα της διοίκησης.

Η Εσθονία δημιούργησε πριν από είκοσι χρόνια την πλατφόρμα X-Road, έναν κεντρικό «αγωγό» μέσω του οποίου όλες οι δημόσιες υπηρεσίες ανταλλάσσουν δεδομένα με ασφαλή τρόπο. Σήμερα, πάνω από 450 οργανισμοί εξαρτώνται από αυτή την υποδομή. Το ενδιαφέρον δεν είναι η τεχνολογία καθαυτή, αλλά ότι έγινε τόσο απαραίτητη ώστε καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να την καταργήσει. Η καινοτομία έγινε υποδομή.

Η Φινλανδία ακολούθησε διαφορετικό δρόμο με τη SITRA, έναν οργανισμό που αναφέρεται απευθείας στο Κοινοβούλιο αντί στην κυβέρνηση, σχεδιάζοντας με ορίζοντα δεκαετιών. Η Λιθουανία, με λιγότερους πόρους, δημιούργησε το GovTech Lab, μια μικρή ομάδα που παρέχει συνεχή υποστήριξη αντί μεμονωμένων hackathons.

Το κοινό στοιχείο: «νησίδες πειραματισμού» μέσα στο διοικητικό σύστημα, χώροι όπου ο πειραματισμός επιτρέπεται ρητά, η αποτυχία δεν έχει συνέπειες για τους πολίτες και δεν εκθέτει κανέναν πολιτικά.

Advertisement

Τι μπορεί να κάνει η Ελλάδα

Η δικαιολογία ότι λείπουν πόροι ή τεχνογνωσία δεν στέκει πλέον. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δημιουργήσει τους Ευρωπαϊκούς Κόμβους Ψηφιακής Καινοτομίας (EDIHs): μόνιμα κέντρα υποστήριξης με πολυετή χρηματοδότηση, που προσφέρουν στους δημόσιους φορείς τη δυνατότητα να δοκιμάσουν νέες τεχνολογίες πριν δεσμευτούν σε μεγάλες επενδύσεις. Στην Ελλάδα λειτουργούν επτά τέτοιοι κόμβοι. Ο GR digiGOV-innoHUB αναπτύσσει περιβάλλον δοκιμών γύρω από το gov.gr, ακριβώς μια τέτοια «νησίδα πειραματισμού». Ο Νόμος 5027/2023 θέσπισε θεσμικό πλαίσιο για την καινοτομία, με Εθνικό Σχέδιο Δράσης και Αποθετήριο Πρακτικών.

Η Ελλάδα έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί. Το gov.gr έδειξε ότι όταν μια υπηρεσία γίνει χρήσιμη για εκατομμύρια πολίτες, αποκτά δική της δυναμική, γίνεται υποδομή που κανείς δεν σκέφτεται να καταργήσει. Αυτό συνέβη και με το X-Road στην Εσθονία. Η διαφορά είναι ότι εκεί η λογική επεκτάθηκε συστηματικά, ενώ εδώ παραμένει εξαίρεση. Το πρόβλημα δεν είναι ελληνική ανικανότητα, είναι έλλειψη συστηματικότητας: η απουσία μηχανισμών που μετατρέπουν τις επιτυχημένες πρωτοβουλίες σε μόνιμες πρακτικές.

Καθοριστικό ρόλο μπορούν να παίξουν οι δημόσιοι υπάλληλοι, που διαθέτουν τη θεσμική μνήμη για να υποδείξουν παθογένειες και περιθώρια βελτίωσης. Η οργανωσιακή γνώση πρέπει να διαχέεται μεταξύ φορέων, διότι η τεχνοκρατική εμπειρία δεν μπορεί να αποτελεί θεσμικό μονοπώλιο. Ο πολίτης δεν πρέπει να είναι μόνο αποδέκτης υπηρεσιών αλλά και συνδιαμορφωτής τους, μέσα από μηχανισμούς ανατροφοδότησης.

Advertisement

«Η κουλτούρα τρώει τη στρατηγική για πρωινό», έλεγε ο Peter Drucker. Στην Ελλάδα, αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα: μπορούμε να σχεδιάσουμε τις καλύτερες στρατηγικές, να ψηφίσουμε τους πιο προοδευτικούς νόμους, να εξασφαλίσουμε τη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, αλλά αν η διοικητική κουλτούρα συνεχίσει να τιμωρεί τον πειραματισμό και να επιβραβεύει την αδράνεια, αν κάθε αλλαγή ηγεσίας σημαίνει επανεκκίνηση από το μηδέν, τότε η καινοτομία θα παραμένει εντύπωση αντί για ικανότητα. Η πραγματική αλλαγή δεν είναι θέμα εργαλείων, είναι θέμα κουλτούρας. Και η κουλτούρα αλλάζει μόνο όταν δημιουργούμε τις συνθήκες που την αναγκάζουν να αλλάξει.

Τα εργαλεία υπάρχουν. Τα παραδείγματα υπάρχουν. Η επιλογή είναι δική μας.

Advertisement