Για πολλά χρόνια η δημοσιογράφος Μαρία Ρεζάν μάς κρατούσε κάθε μέρα συντροφιά από το ραδιόφωνο με την εκπομπή της «Μια ώρα έτσι χωρίς πρόγραμμα», με μεγάλη ακροαματικότητα και φανατικούς ακροατές. Με τη βραχνή φωνή της σχολίαζε με οξυδέρκεια, χιούμορ και αντικειμενικότητα την επικαιρότητα, χωρίς να την ενδιαφέρουν οι αντιδράσεις όσων δεν δέχονται ούτε την αλήθεια ούτε την κριτική.
Θα ήταν μεγάλη αναίδεια εκ μέρους μου να προσπαθήσω να τη μιμηθώ. Ούτε δημοσιογράφος είμαι ούτε έχω δική μου εκπομπή. Με τους περιορισμούς, όμως, του χώρου ενός άρθρου θα επιχειρήσω να σταχυολογήσω ορισμένα ενδιαφέροντα σημεία της επικαιρότητας. Κάποια καλά νέα, αλλά και κάποια που προκαλούν προβληματισμό. Με τη φρούδα ελπίδα –και με δεδομένο ότι scripta manent– ότι με την προβολή τους κάτι μπορεί να διορθωθεί, έστω κατ’ ελάχιστον, σηματοδοτώντας την αρχή μιας επίλυσης.
Πρόσφατα συναντήθηκαν στην Άγκυρα ο Κ. Μητσοτάκης με τον Ρετζέπ Ερντογάν. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της διάσκεψης ήταν η μεταστροφή του Ερντογάν στους χαρακτηρισμούς του για τον Μητσοτάκη: από το «Μητσοτάκης γιοκ» στο «Πολύτιμος φίλος Μητσοτάκης». Η μεταβολή αυτή θυμίζει τους διαδοχικούς τίτλους της εφημερίδας Monitor όταν ο Μέγας Ναπολέων απέδρασε από την εξορία στη νήσο Έλβα: «Ο ανθρωποφάγος απέδρασε» – «Το τέρας διανυκτέρευσε στη Γκρενόμπλ» – «Ο τύραννος πέρασε από τη Λυών» – «Ο Αυτοκράτωρ έφθασε στο Φοντενεμπλό».
Ως γνωστόν, η διαδρομή του Μ. Ναπολέοντος από την απόδραση από τη νήσο Έλβα κατέληξε στη μάχη του Βατερλό. Αυτό, βεβαίως, δεν προμηνύει τίποτε για τους δύο πρωθυπουργούς, αφού η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται μηχανικά. Ωστόσο, κάθε φορά που οι δύο χώρες ρυμουλκούνται, κατόπιν έξωθεν παρεμβάσεων, στα λεγόμενα «ήρεμα νερά», χωρίς ουσιαστικές υποχωρήσεις της γείτονος στις διεκδικήσεις της, εμείς χάνουμε στα σημεία.
Αδυνατώ να περιγράψω την αντίδραση της κοινής γνώμης –και ιδίως την οργή πολλών αποστράτων και ανθρώπων που έχουν υπηρετήσει πιστά την πατρίδα– στην είδηση ότι σμήναρχος εν ενεργεία μετέδιδε στρατιωτικά μυστικά (απόρρητες συχνότητες) στην Κίνα έναντι γλισχρής αμοιβής. Ο σμήναρχος ασφαλώς θα τιμωρηθεί παραδειγματικά για την πράξη της κατασκοπίας. Η ζωή του στη φυλακή δεν θα είναι ειδυλλιακή. Η ζημία, όμως, στην εθνική άμυνα και στην εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς έχει ήδη συντελεσθεί. Και κυρίως αποκαλύφθηκε, για μία ακόμη φορά, το σοβαρό έλλειμμα ελέγχου της Πολιτείας και η ανεπάρκεια του ουσιαστικού follow up.
Πριν από περισσότερο από έναν αιώνα ο Εμμανουήλ Ροΐδης έγραφε ότι όλες οι χώρες έχουν δύο βουλές, την Άνω και την Κάτω, ενώ εμείς έχουμε μία: την άνω-κάτω. Η διατύπωση αυτή δυστυχώς ταιριάζει και σήμερα, αν κρίνει κανείς από όσα διαδραματίζονται στις συνεδριάσεις της Ολομέλειας και των κοινοβουλευτικών επιτροπών. Οι συνέπειες είναι ορατές: διάβρωση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς την πολιτική, αλλά ταυτόχρονα αύξηση της τηλεθέασης του καναλιού της Βουλής, ιδίως όταν προβάλλονται προσωπικές αντιπαραθέσεις και απειλές αλληλομηνύσεων. Έτσι, η σύγκρουση μεταφέρεται από την αίθουσα της Βουλής στη διαδικασία άρσης ασυλίας και, εν συνεχεία, στις δικαστικές αίθουσες, υπό συνεχή τηλεοπτική κάλυψη.
Τίποτε δεν είναι πιο επιζήμιο για τη δημοκρατική πορεία της χώρας από τη γελοιοποίηση της πολιτικής ζωής και των πολιτικών προσώπων. Το φαινόμενο αυτό πρέπει, με συναίνεση όλων των πολιτικών δυνάμεων, να ανακοπεί. Στο πεδίο αυτό δεν χωρούν μικροκομματικά παιχνίδια, διότι η απαξίωση πλήττει τελικώς όλους.
Για τον λόγο αυτόν κρίνεται αναγκαία η αναθεώρηση των άρθρων 86 του Συντάγματος (ευθύνη υπουργών) και 61-62 (ασυλία βουλευτών), με κατάργηση των προανακριτικών επιτροπών και της εμπλοκής της Βουλής στην απονομή ποινικής ευθύνης. Η άμεση παραπομπή στη Δικαιοσύνη, με τις συνήθεις εγγυήσεις της ποινικής διαδικασίας, θα ενίσχυε τη θεσμική διαφάνεια και θα αποφόρτιζε το πολιτικό σύστημα από τη διαρκή υποψία αλληλοκάλυψης.
Λέανδρος Τ. Ρακιντζής
Αρεοπαγίτης ε.τ.