Ο χρόνος είναι ένα από τα πιο πολυσήμαντα εργαλεία του ανθρώπου.
Δεν υπάρχει φυσικό παγκόσμιο αντικειμενικό «σημείο μηδέν», ούτε ένας καθολικός τρόπος μέτρησης· κάθε πολιτισμός καθόρισε την αφετηρία του χρόνου σύμφωνα με τις δικές του ανάγκες, αξίες και κοσμοθεωρία. Το αποτέλεσμα είναι ένα πλούσιο μωσαϊκό χρονομέτρησης που συνυφαίνεται με θρησκευτικές, φιλοσοφικές και πρακτικές παραμέτρους της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ιστορικά, η αλλαγή του χρόνου την 1η Ιανουαρίου έχει ρωμαϊκή προέλευση. Στην αρχαία Ρώμη, το έτος ξεκινούσε αρχικά τον Μάρτιο, αλλά το 153 π.Χ. η αρχή μεταφέρθηκε στην 1η Ιανουαρίου, όταν οι ύπατοι ανέλαβαν τα καθήκοντά τους. Το Ιουλιανό ημερολόγιο του Ιουλίου Καίσαρα (46 π.Χ.) καθιέρωσε την 1η Ιανουαρίου ως επίσημη αρχή του έτους και η Γρηγοριανή μεταρρύθμιση του 1582, που υιοθετήθηκε σταδιακά σε όλο τον κόσμο, σύμφωνα με τα παρακάτω, την διατήρησε. Ωστόσο, η καθιέρωση αυτή δεν ήταν ποτέ ομοιόμορφη. Η Ελλάδα υιοθέτησε το Γρηγοριανό ημερολόγιο μόλις το 1923, αποδεικνύοντας ότι ο χρόνος είναι πρώτα πολιτισμική σύμβαση.
Η χρονομέτρηση σε άλλες θρησκείες και πολιτισμούς δείχνει την ποικιλομορφία της ανθρώπινης αντίληψης.
Στο Ισλάμ, το έτος αρχίζει το 622 μ.Χ., με την Εγίρα του Μωάμεθ, και είναι καθαρά σεληνιακό, με 354 ημέρες, πράγμα που οδηγεί στη μετατόπιση των μηνών μέσα στις εποχές.
Στον Βουδισμό, ο χρόνος μετριέται από τον θάνατο του Βούδα και είναι κυκλικός, επαναλαμβανόμενος, χωρίς γραμμικό τέλος· η έμφαση είναι στην παροδικότητα και τη μεταμόρφωση.
Στον Ινδουισμό, ο χρόνος είναι κοσμικός και άπειρος· οι κύκλοι Yuga και Kalpa υπερβαίνουν κάθε ανθρώπινη κλίμακα, και το «παρόν» είναι απλώς μια στιγμή σε μια συνεχή δημιουργία και καταστροφή. Στην Κίνα, ο χρόνος προσλαμβάνει κυκλικό χαρακτήρα, με κύκλους 60 ετών συνδεδεμένους με τα ζώα και τα στοιχεία, δημιουργώντας έναν συμβολικό ρυθμό που συνδέει ουρανό, γη και άνθρωπο.
Η φιλοσοφική διάσταση είναι ακριβώς αυτή που διαφοροποιεί τον ανθρώπινο χρόνο από τον φυσικό.
Ο Αριστοτέλης τον βλέπει ως μέτρο της αλλαγής· ο Αυγουστίνος τον συνδέει με την υποκειμενική εμπειρία της συνείδησης· ο Μπεργκσόν μιλάει για τη διάρκεια ως ροή ζωής· ο Χάιντεγκερ αναδεικνύει τη γήρανση, τον θάνατο και την αυθεντικότητα ως κλειδιά της ύπαρξης μέσα στον χρόνο. Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος δεν είναι ουδέτερος· είναι τρόπος κατανόησης και εμπειρίας του κόσμου.
Γεωπολιτικά, η επικράτηση του Γρηγοριανού ημερολογίου δεν ήταν φιλοσοφική νίκη, αλλά αποτέλεσμα ναυσιπλοΐας, εμπορίου και πολιτικής ισχύος. Η Ευρώπη, χάρη στην ακρίβεια και τη γραφειοκρατική οργάνωση, επέβαλε σταδιακά το ημερολόγιό της σε αποικίες και διεθνείς συναλλαγές. Η ανάγκη για κοινό μέτρο χρόνου στις αγορές, στη ναυσιπλοΐα και στη διεθνή διοίκηση δημιούργησε ένα «παγκόσμιο εμπορικό χρόνο»· ο οποίος επιβιώνει σήμερα παράλληλα με τα θρησκευτικά και πολιτισμικά ημερολόγια.
Συμπερασματικά, ο χρόνος είναι συγχρόνως σύμβολο, εργαλείο και μέσο εξουσίας. Τα συμβατικά ημερολόγια, ενώ μοιάζουν ουδέτερα, υπηρετούν πρακτικές, οικονομικές και πολιτικές ανάγκες. Ταυτόχρονα, οι πολιτισμοί διατηρούν τον «ιερό» τους χρόνο, υπενθυμίζοντας ότι η ανθρώπινη αντίληψη του χρόνου παραμένει πάντα συνδεδεμένη με την εμπειρία, τη μνήμη και τη βαθύτερη κοσμοθεωρία μας. Ο χρόνος, λοιπόν, δεν είναι μόνο αυτό που μετράει το ρολόι· είναι το ίδιο το ανθρώπινο μέτρο της ύπαρξης.