Του Θεοδώρου Κατσούφρου νομικού διεθνολόγου*
Εισαγωγικές παρατηρήσεις
Η έκδοση των δύο τουρκικών προεδρικών διαταγμάτων περί «εθνικών» θαλάσσιων πάρκων στις 15 Αυγούστου 2026 δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Είχαν προλειάνει το έδαφος οι έντονες, αλλά απολύτως αβάσιμες, τουρκικές αντιδράσεις, αφενός, έναντι της υιοθέτησης του Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού (ΘΧΣ) της Ελλάδας [βλέπε την από 16 Απριλίου 2025 ανακοίνωση Τύπου του Τουρκικού ΥΠΕΞ, με την οποία προαναγγέλλεται η δημοσιοποίηση του τουρκικού ΘΧΣ, χωρίς αναφορά, περιέργως πως, σε αμφισβητούμενη κυριαρχία (https://www.mfa.gov.tr/no_-84_-yunanistan-in-ilan-ettigi-deniz-mekansal-planlamasi-hk.en.mfa)], αφετέρου, έναντι της κήρυξης δύο «εθνικών» θαλάσσιων πάρκων στο Ιόνιο και στις Κυκλάδες, τα οποία είχαν προαναγγελθεί και δημοσιοποιηθεί από το 2025 και η γεωγραφική εμβέλεια των οποίων περιορίζεται εντός της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης.
Η ειδοποιός διαφορά των τουρκικών θαλάσσιων πάρκων σε σχέση με τα ελληνικά έγκειται στο ότι τα πρώτα εκτείνονται, πέραν της τουρκικής αιγιαλίτιδας ζώνης των έξι νμ, και στα διεθνή ύδατα (ανοικτή θάλασσα). Η υιοθέτησή τους οδηγεί στην υφαρπαγή κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας στο μέτρο που επικαλύπτουν τμήμα της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο της θάλασσας, τη διεθνή νομολογία και τη διεθνή πρακτική. Ο υφέρπων σκοπός της γείτονος, παρά το περιτύλιγμα, δεν είναι άλλος από τη χαρτογραφική απεικόνιση σε οριζόντια διάσταση, με σκοπό και την οπτική εμπέδωσή τους, των παράλογων διεκδικήσεων και της επεκτατικής βουλιμίας της, μακράν κάθε περιβαλλοντικής ευαισθησίας. Η διχοτόμηση του Αιγαίου και τα τουρκικά «αναχώματα» στην Ανατολική Μεσόγειο είναι ο ευσεβής πόθος της και εκφράζεται απροκάλυπτα με τη θεωρία της περί «Γαλάζιας Πατρίδας». Δύο Έλληνες διπλωμάτες επί τιμή, ο Δημήτρης Καραϊτίδης και ο Αλέξανδρος Μαλλιάς, εκφράζουν την ανησυχία τους για τη «σοβαρή» αυτή εξέλιξη, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου λόγω της κλιμάκωσης του τουρκικού αναθεωρητισμού. Προτείνουν αλλαγή πλεύσης στη στάση μας με την εγκατάλειψη της «υπερτροφικής ρομαντικής αισιοδοξίας» μας απέναντι σε έναν γείτονα ευθυνόμενο «για πράξεις ταπεινωτικού κυνισμού», οι οποίες μάλιστα συνέπεσαν [τυχαία;] κατά χρόνο με τη «μεγάλη εορτή της Ορθοδοξίας» [βλέπε την ηλεκτρονική έκδοση της Καθημερινής της 19ης Αυγούστου, ώρα 16:21 (https://www.kathimerini.gr/politics/foreign-policy/564408370/)].
Τί ισχύει σήμερα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο υπό το πρίσμα του δικαίου της θάλασσας
Η μεν Ελλάδα έχει από το 1936 αιγιαλίτιδα ζώνη έξι νμ και διεκδικεί τόσο για τα ηπειρωτικά όσο και για τα νησιωτικά εδάφη της υφαλοκρηπίδα, για την οποία δεν απαιτείται οποιαδήποτε εσωτερική πράξη εφόσον το σχετικό δικαίωμα ισχύει εξ υπαρχής και αυτοδικαίως, αλλά εκκρεμεί η οριοθέτησή της με την Τουρκία.
Αντίστοιχα, η γείτων έχει από το 1964 αιγιαλίτιδα ζώνη έξι νμ στο Αιγαίο Αρχιπέλαγος και διεκδικεί υφαλοκρηπίδα τόσο στο Αιγαίο Αρχιπέλαγος όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Ούτε η Ελλάδα ούτε η Τουρκία έχουν ανακηρύξει μονομερώς ΑΟΖ στην περιοχή, με εξαίρεση την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών δικαιοδοσίας του ανυπόστατου μνημονίου του 2019 μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης και την καθόλα νόμιμη συμφωνία του 2020 μεταξύ Αιγύπτου και Ελλάδας για τη μερική οριοθέτηση της ΑΟΖ τους.
Άρα, τόσο στο Αιγαίο Αρχιπέλαγος όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο, πέραν των έξι νμ της αιγιαλίτιδας ζώνης αμφοτέρων, ως ζώνης κυριαρχίας, ταυτιζόμενης με εθνικό έδαφος, Ελλάδα και Τουρκία διεκδικούν υφαλοκρηπίδα, η οποία καταλαμβάνει τον βυθό και το υπέδαφος της θάλασσας πέραν της αιγιαλίτιδας ζώνης τους. Τα υπερκείμενα της υφαλοκρηπίδας ύδατα εμπίπτουν προσώρας στο καθεστώς των διεθνών υδάτων.
Ενόσω, λοιπόν, Ελλάδα και Τουρκία δεν ανακηρύσσουν μονομερώς ή δεν οριοθετούν διμερώς ή με προσφυγή στη διεθνή δικαιοσύνη την ΑΟΖ τους στο Αιγαίο Αρχιπέλαγος και την Ανατολική Μεσόγειο, οι εκτός της αιγιαλίτιδας ζώνης τους των 6 νμ θαλάσσιες περιοχές θα εξακολουθούν να θεωρούνται ως διεθνή ύδατα, πέραν της εθνικής δικαιοδοσίας τους.
Άρα, σε αντίθεση με τα ελληνικά, τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα εμπίπτουν, ως εκτεινόμενα και πέραν της τουρκικής αιγιαλίτιδας ζώνης, και στο γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης BBNJ, η οποία προβλέπει δεσμευτικούς για τα συμβαλλόμενα κράτη μέρη κανόνες σχετικά με τη διαχείριση της βιοποικιλότητας στα υπερκείμενα της υφαλοκρηπίδας διεθνή ύδατα.
Στο θέμα αυτό επικρατούσε μέχρι πρότινος απόλυτη νομική αταξία επειδή αναμειγνύονται συναφώς διεθνείς οργανισμοί (Ευρωπαϊκή Ένωση, Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός, UNESCO, μεταξύ άλλων) και διεθνείς συμβάσεις, παγκόσμιες ή περιφερειακές (σύμβαση UNCLOS, σύμβαση MARPOL, σύμβαση και πρωτόκολλα της Βαρκελώνης, σύμβαση OSPAR), με τις διμερείς να σπανίζουν (βλέπε την ελληνο-ιταλική συμφωνία του 1979 για τη συνεργασία σε θέματα προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος στο Ιόνιο Πέλαγος). Η επικάλυψη πολυθεματικών και συγκρουόμενων αρμοδιοτήτων, ο κατακερματισμός των μηχανισμών και των προβλεπόμενων μέτρων, καθώς και η έλλειψη συντονισμού επέτειναν την κακοφωνία, καθιστώντας επείγουσα την ανάγκη λήψης μέτρων περιβαλλοντικής προστασίας των θαλασσών ενώπιον των πολλαπλών προκλήσεων. Το κενό αυτό και τη σύμφυτη ανάγκη ρύθμισης καλύπτει η νεοπαγής «Συμφωνία σχετικά με τη διατήρηση και τη βιώσιμη χρήση της θαλάσσιας βιοποικιλότητας σε περιοχές πέραν της εθνικής δικαιοδοσίας» (Συμφωνία BBNJ), η οποία αποτελεί παρακολούθημα της Σύμβασης για το δίκαιο της θάλασσας του 1982 (UNCLOS). Kυρώθηκε από την Ελλάδα με τον νόμο υπ’ αριθμόν 5196 του 2025 (ΦΕΚ τεύχος Α’, αριθμός φύλλου 74 της 12ης Μαΐου 2025).
Τί σημαίνει η κήρυξη των τουρκικών θαλάσσιων πάρκων υπό το φως της Συμφωνίας BBNJ
Το άρθρο πρώτο («Χρήση όρων») και το άρθρο 3 («Πεδίο εφαρμογής») ορίζουν ότι η Συμφωνία BBNJ εφαρμόζεται «σε περιοχές πέραν της εθνικής δικαιοδοσίας», δηλαδή στην ανοικτή θάλασσα και στην «Περιοχή» («Area»). Κατά το άρθρο 5§1, η Συμφωνία ερμηνεύεται υπό το φως της Σύμβασης (UNCLOS). Σημαντικό είναι το άρθρο 6 («Ρήτρα επιφύλαξης»), σύμφωνα με το οποίο αποκλείονται από την εφαρμογή της ζητήματα όπως «η διεκδίκηση ή η απόρριψη κυριαρχίας, κυριαρχικών δικαιωμάτων ή δικαιοδοσίας ή συναφών διεκδικήσεων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν συναφών διαφορών», όπως θα ήταν επί παραδείγματι η διαφορά περί την οριοθέτηση της ΑΟΖ μεταξύ δύο συμβαλλόμενων κρατών μερών.
Η Συμφωνία εστιάζει στη διεθνή συνεργασία (άρθρο 8), ενώ προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη θέσπιση χωρικών μέτρων διαχείρισης σε καθορισμένες γεωγραφικά θαλάσσιες περιοχές, συμπεριλαμβανομένων των θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών (ΘΠΠ). Το άρθρο 18 περιλαμβάνει μία σημαντική επισήμανση σχετικά με το πεδίο εφαρμογής των χωρικών μέτρων.
Συγκεκριμένα, αφενός, αποκλείονται οι εμπίπτουσες στην εθνική δικαιοδοσία περιοχές (άρα αμφότερα τα ελληνικά θαλάσσια πάρκα), αφετέρου, η θέσπισή τους σε περιοχές εκτός της εθνικής δικαιοδοσίας (όπως συμβαίνει μερικώς με τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα) δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως θεμέλιο για τη διεκδίκηση κυριαρχίας ή κυριαρχικών δικαιωμάτων ή δικαιοδοσίας (όπως πράττει υπογείως η Τουρκία).
Οποιοδήποτε σχεδιαζόμενο εθνικό μέτρο προστασίας, όπως είναι τα θαλάσσια πάρκα, θα πρέπει να ακολουθήσει, πριν υιοθετηθεί, την προβλεπόμενη από τη Συμφωνία BBNJ διαδικασία. Συγκεκριμένα, πρέπει να τηρούνται διαδοχικά τα ακόλουθα στάδια:
η πρόταση ενός συμβαλλόμενου κράτους μέρους για οποιαδήποτε ΘΠΠ, κείμενη εκτός της εθνικής δικαιοδοσίας του, υποβάλλεται στη Γραμματεία, η οποία τη διαβιβάζει με τη σειρά της στο Επιστημονικό και Τεχνικό Σώμα (ΕΤΣ) προς αξιολόγηση. Αφού εγκριθεί από το ΕΤΣ, η πρόταση επιστρέφει στη Γραμματεία η οποία τη διαβιβάζει σε όλα τα συμβαλλόμενα μέρη και προχωρεί στη δημοσιοποίησή της, ώστε να καταστεί εφικτή η υποβολή τυχόν παρατηρήσεων, προτάσεων ή τροποποιήσεων.
Ακολούθως, το ΕΤΣ υποβάλλει τη δική του σύσταση στη Διάσκεψη των Μερών (ΔτΜ) (Conference of the Parties/CoP), η οποία αποτελεί το κύριο όργανο λήψης των αποφάσεων, και εγκρίνεται ή συμπληρώνεται από την τελευταία με consensus ή με πλειοψηφία των δύο τρίτων. Το υποβάλλον την πρόταση κράτος υπέχει την υποχρέωση να προβεί σε περιβαλλοντική εκτίμηση των επιπτώσεων για τη βιοποικιλότητα πριν από τη θέσπιση του μέτρου, παράλληλα με τη διαδικασία διαβούλευσης και δημοσιοποίησης των αποτελεσμάτων της μελέτης. Η Συμφωνία BBNJ τέθηκε σε ισχύ στις 17 Ιανουαρίου 2026, αλλά η αρμόδια Προπαρασκευαστική Επιτροπή (PrepComΙΙΙ) υπολογίζεται ότι θα έχει ολοκληρώσει το έργο της για τη σύσταση των προβλεπόμενων επικουρικών οργάνων και τη λειτουργία τους, όπως προβλέπει το άρθρο 47 της Συμφωνίας, μέχρι τα μέσα του 2027.
Προς στιγμήν, λοιπόν, δεν είναι πρακτικά εφικτή η τήρηση όλων των διαδικαστικών αυτών βημάτων εκ μέρους των συμβαλλόμενων κρατών μερών για λόγους οργανωτικούς. Τα μέρη έχουν την υποχρέωση να προλαμβάνουν και να επιλύουν τις διαφορές τους σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή της Συμφωνίας BBNJ με ειρηνικά μέσα της επιλογής τους. Το άρθρο 61 προβλέπει «προσωρινές διευθετήσεις πρακτικής φύσεως» ενόσω εκκρεμεί η επίλυση μιας διαφοράς. Το άρθρο 63 ορίζει ότι τα μέρη «εκπληρώνουν με καλή πίστη τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν με την παρούσα Συμφωνία και ασκούν τα δικαιώματα που [τους] αναγνωρίζονται […] κατά τρόπο που [να μην] αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος». Τέλος, το άρθρο 70 απαγορεύει τις επιφυλάξεις ή τις εξαιρέσεις σε σχέση με τη Συμφωνία BBNJ.
Ελλάδα, Κύπρος και Τουρκία είναι ήδη συμβαλλόμενα μέρη στη Συμφωνία BBNJ, μετά την επικύρωσή της στις 9 Ιουνίου 2025, στις 28 Μαΐου 2025 και στις 16 Ιανουαρίου 2026, αντίστοιχα. Με σχετική δήλωσή της κατά την επικύρωση της Συμφωνίας BBNJ (όπως προβλέπει το άρθρο 60), η Τουρκία διευκρινίζει, πρώτον, ότι δεν δεσμεύεται από τη Σύμβαση (UNCLOS) και ότι οποιαδήποτε αναφορά ή παραπομπή θα θεωρείται ότι αφορά το εθιμικό δίκαιο της θάλασσας και όχι την ίδια τη Σύμβαση. Δεύτερον, ότι, ως «περιοχές πέραν της εθνικής δικαιοδοσίας», η ίδια αντιλαμβάνεται «τα διεθνή ύδατα, μετά τα 200 νμ από τις γραμμές βάσης από τις οποίες μετρείται η αιγιαλίτιδα ζώνη, καθώς και την Περιοχή (Area)», δηλαδή τον θαλάσσιο βυθό και το υπέδαφός του πέραν των ορίων της εθνικής δικαιοδοσίας. Τρίτον, ως αρμόδιο, βάσει της Συμφωνίας BBNJ, για την επίλυση διαφορών σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της, η Τουρκία επιλέγει το Διεθνές Δικαστήριο (βλέπε τη σχετική δήλωση στην ηλεκτρονική πλατφόρμα https://treaties.un.org/Pages/ViewDetails.aspx?src=TREATY&mtdsg_no=XXI-10&chapter=21&clang=_en).
Η δήλωση της Τουρκίας σχετικά με τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου δεν επάγεται κανένα πρακτικό αποτέλεσμα σε επίπεδο ελληνο-τουρκικών σχέσεων, υπό το πρίσμα του δικαίου της θάλασσας, εφόσον ο απώτερος σκοπός της γείτονος είναι κυρίως η αμφισβήτηση της κυριαρχίας επί απροσδιόριστου αριθμού ελληνικών νησιωτικών εδαφών. Ως γνωστόν, τόσο η Σύμβαση (UNCLOS), όσο και το εθιμικό δίκαιο της θάλασσας δεν ρυθμίζουν διαφορές σχετικά με την αμφισβήτηση της κυριαρχίας. Υπό την ίδια λογική, η δήλωση δεν αφορά καν, στην παρούσα φάση, ούτε την ειρηνική επίλυση των διαφορών στο πλαίσιο της Συμφωνίας BBNJ, στις οποίες δεν συγκαταλέγονται θέματα κυριαρχίας ή κυριαρχικών δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων και των διαφορών περί την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών.
Με τα δεδομένα αυτά, εκείνο που δικαιούται να πράξει η Τουρκία, χωρίς να υπόκειται στους όρους εφαρμογής της Συμφωνίας BBNJ ενόσω δεν ανακηρύσει ΑΟΖ, είναι να θεσπίσει ζώνες για την προστασία ευαίσθητων οικοσυστημάτων αποκλειστικά επί του βυθού, όπως είναι οι κοραλλιογενείς σχηματισμοί ή οι αποικίες σφουγγαριών, και να απαγορεύσει στην περιοχή της υφαλοκρηπίδας της την εξόρυξη πχ πετρελαίου ή φυσικού αερίου. Υπό την έννοια αυτή, δεν είναι υποχρεωμένη να τηρήσει τις διαδικασίες της Συμφωνίας BBNJ εφόσον η υφαλοκρηπίδα εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής της ως εμπίπτουσα στην εθνική δικαιοδοσία. Αδυνατεί, όμως, να απαγορεύσει ή να λάβει περιοριστικά μέτρα μονομερώς, ενόσω δεν ανακηρύσσει ΑΟΖ, που αφορούν τη διεθνή ναυσιπλοΐα, τις υπερπτήσεις και την αλιεία στα υπερκείμενα της υφαλοκρηπίδας ύδατα (ελευθερίες συνδεόμενες εθιμικά με τα διεθνή ύδατα), εκτός και αν το πράξει μέσω των συλλογικών διαδικασιών της Συμφωνίας BBNJ ή μέσω διμερούς συμφωνίας με το «παρακείμενα» («adjacent») κράτη που δεν είναι άλλα από την Ελλάδα και την Κύπρο.
Η Συμφωνία BBNJ στηρίζεται στη συνεννόηση και στη συλλογικότητα για την επίτευξη των στόχων της, μέσω των προβλεπόμενων διαδικασιών περί διαβουλεύσεων και ενός ενδελεχούς επιστημονικού ελέγχου, αποκλείοντας το ενδεχόμενο να παρεισφρέουν μονομερείς προτάσεις αποβλέπουσες σε αλλότριους σκοπούς. Έτσι, αποφεύγονται ανοιχτές ή υφέρπουσες διαφορές μεταξύ κρατών σε ζητήματα κυριαρχίας ή κυριαρχικών δικαιωμάτων. Η Τουρκία δεν έχει τηρήσει καμία από τις προβλεπόμενες διαδικαστικές και ουσιαστικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Συμφωνία BBNJ σε σχέση με τα δύο θαλάσσια πάρκα της, ενώ δεν γνωρίζουμε καν το καθ’ ύλην (ratione materiae) πεδίο εφαρμογής τους, ούτε αν προηγήθηκαν μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Τέλος, δεν υπήρξε επίσημη ενημέρωση των αμέσως ενδιαφερόμενων από τη λήψη των μέτρων της «παρακείμενων κρατών» («adjacent states»), όπως επιτάσσει η ισχύουσα εν προκειμένω αρχή ότι λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα δικαιώματα και τα συμφέροντά τους («principle of due regard»).
Η σημειολογία των τουρκικών χαρτών
Ιδιαίτερο, όμως, ενδιαφέρον έχει η σημειολογία των τουρκικών χαρτών για τα δύο θαλάσσια πάρκα. Το πρώτο προεδρικό διάταγμα, όπως δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Τουρκικής Δημοκρατίας (https://www.resmigazete.gov.tr/eskiler/2026/08/20260816-4.pdf) (βλέπε αμέσως κατωτέρω τον χάρτη), αφορά τη θαλάσσια περιοχή μεταξύ της Fethiye [Επαρχίας της Muğla (Μούγλας)], και του Kaş [Επαρχίας της Antalya (Αττάλειας), περιορίζοντας ή, ακριβέστερα, εγκλωβίζοντας σε θύλακα αιγιαλίτιδας ζώνης έξι νμ το νησιωτικό σύμπλεγμα του Καστελλορίζου εντός αυθαίρετης ζώνης τουρκικής δικαιοδοσίας, η οποία καλύπτει μία επιφάνεια 21.706,03 τχλμ.
Το δεύτερο προεδρικό διάταγμα, όπως δημοσιεύθηκε επίσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Τουρκικής Δημοκρατίας (https://www.resmigazete.gov.tr/eskiler/2026/08/20260816-5.pdf) (βλέπε αμέσως κατωτέρω τον χάρτη), αφορά τη θαλάσσια περιοχή η οποία εκτείνεται από τις τουρκικές ακτές της Tekirdağ (Ραιδεστού) και του Çanakkale (Δαρδανελλίων), καταλαμβάνει την Ίμβρο και διέρχεται μεταξύ Λήμνου και Σαμοθράκης, πέραν της τουρκικής αιγιλίτιδας ζώνης των έξι νμ, καλύπτοντας μία επιφάνεια 1.742,14 τχλ.
Πέραν του έκδηλου συμβολισμού της επιλογής της συγκεκριμένης ημερομηνίας έκδοσής τους (ανήμερα του Δεκαπεντάγουστου), οι συνοδευτικοί των δύο προεδρικών διαταγμάτων χάρτες αποκτούν ιδιαίτερη σημειολογική και ερμηνευτική διάσταση, καθώς αποτυπώνουν με έντονη μαύρη γραμμή τα όρια των τουρκικών θαλάσσιων πάρκων με υπόβαθρο το ανάγλυφο του βυθού.
Αν, λοιπόν, ζητούμενο για τα θαλάσσια πάρκα είναι η προστασία των ευαίσθητων οικολογικά θαλάσσιων περιοχών εκτός εθνικής δικαιοδοσίας, κυρίως στα υπερκείμενα της υφαλοκρηπίδας ύδατα, τότε οι «χαρτογραφικές» λεπτομέρειες των τουρκικών θαλάσσιων πάρκων, δίδοντας προφανώς έμφαση στις βυθομετρικές παραμέτρους, επαναφέρουν στην επιφάνεια προτάσσοντας μία πεπαλαιωμένη, όσο και η μούχλα, τουρκική αντίληψη ότι η υφαλοκρηπίδα έχει γεωλογικό πρόσημο και ότι αυτό δεν είναι άλλο από τη φυσική προέκταση των ηπειρωτικών ακτών, όπερ σημαίνει αυτόματο αποκλεισμό κάθε περαιτέρω συζήτησης για αντίστοιχο δικαίωμα των νησιωτικών εδαφών εφόσον στερούνται ιδίας γεωλογικής υφαλοκρηπίδας ως επικαθήμενα στην ηπειρωτική.
Επιχειρώντας, λοιπόν, να δικαιολογήσει ενδεχομένως ότι τα θαλάσσια πάρκα της αφορούν αποκλειστικά την υφαλοκρηπίδα και όχι τα υπερκείμενα ύδατα, ώστε να μην υπόκεινται στους περιορισμούς της Συμφωνίας BBNJ, αποκαλύπτει τις πραγματικές προθέσεις της. Παράλληλα, όμως, αποδεικνύει ότι αδιαφορεί επιδεικτικά για το ότι η αντίληψη αυτή έχει αντικατασταθεί προ πολλού από το κριτήριο της απόστασης μετά την υιοθέτηση από τη Σύμβαση (UNCLOS) του θεσμού της ΑΟΖ και ισχύει πλέον μόνον στη σφαίρα των δικών της φαντασιώσεων.
Πέραν τούτου, τα δύο τουρκικά θαλάσσια πάρκα δεν σφετερίζονται μόνον ελληνική υφαλοκρηπίδα, αλλά ιδιοποιούνται και τμήμα της ανοικτής θάλασσας, δηλαδή των υπερκείμενων της υφαλοκρηπίδας υδάτων, εφόσον κείνται εν μέρει και στο εκτός της τουρκικής αιγιαλίτιδας ζώνης τμήμα της ανοικτής θάλασσας, όπως προκύπτει από τις γεωγραφικές συντεταγμένες που συνοδεύουν τους χάρτες, χωρίς άλλες επεξηγήσεις. Οψέποτε η Τουρκία ανακηρύξει ΑΟΖ και πράξουμε και εμείς το ίδιο, τότε θα παγιδευτεί αναγκαστικά σε κάτι που αρνείται πεισματικά να δεχτεί: την ανάγκη οριοθέτησής της είτε με συμφωνία είτε με προσφυγή στη διεθνή δικαιοσύνη, εκτός του νομικού πλαισίου της Συμφωνίας BBNJ.
Προς στιγμήν, λοιπόν, δεν πρόκειται για περίπτωση «creeping jurisdiction» ούτε για «σκιώδη ΑΟΖ», όπως υποστηρίζεται από κάποιους αναλυτές, λόγω του ότι η Τουρκία δεν έχει προβεί, επισήμως και μονομερώς, στην ανακήρυξη της συγκεκριμένης λειτουργικής θαλάσσιας ζώνης, υπό την επιφύλαξη βεβαίως ότι δεν προσδίδει εντός των θαλάσσιων πάρκων της χαρακτηριστικά προσιδιάζονται στην ΑΟΖ, κάτι το οποίο δεν γνωρίζουμε με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία.
Το οξύμωρο είναι ότι, ως έχουν σήμερα τα πράγματα, δεν μπορεί να μας εγκαλεί για μονομερή μέτρα λόγω της υιοθέτησης εθνικών θαλάσσιων πάρκων εντός της αιγιαλίτιδας ζώνης μας. Το δε παράλογο της ιστορίας είναι ότι, κατά την άποψή της, η Ελλάδα προβάλλει, υπό το πρόσχημα της «θαλάσσιας περιβαλλοντικής προστασίας», «αξιώσεις σε περιοχές αμφισβητούμενης κυριαρχίας», κάτι το οποίο διαπράττει η ίδια!
Αν και επιλέχθηκαν ως υπεύθυνα για τη διοικητική μέριμνα των δύο θαλάσσιων πάρκων, τα αντίστοιχα περιφερειακά γραφεία της Γενικής Διεύθυνσης Διατήρησης της Φύσης και των Εθνικών Πάρκων του Υπουργείου Γεωργίας και Δασοκομίας (Tarım ve Orman Bakanlığı) είναι άσχετα προς την προστασία του θαλάσσιου οικοσυστήματος. Η συγκεκριμένη επιλογή αποδεικνύει αφεαυτής ότι η περιβαλλοντική προστασία δεν είναι το μείζον ζήτημα για την Τουρκία. Ο πραγματικός λόγος της υιοθέτησης των δύο θαλάσσιων πάρκων της είναι η πάση θυσία επιβολή της θεωρίας της «Γαλάζιας Πατρίδας», προϊόντος μίας βάρβαρης «επανοθωμανοποίησης» της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Την άποψη αυτή επιρρωνύει και το γεγονός ότι τα δύο θαλάσσια πάρκα εντάσσονται ως τμήμα του στο «ανεπίσημο» σχέδιο που είχε προταθεί από το Εθνικό Κέντρο Έρευνας Δικαίου της Θάλασσας και Ναυτικού Δικαίου (DEHUKAM) του Πανεπιστημίου της Άγκυρας, το οποίο καθίσταται στη συνέχεια ο «επίσημος» τουρκικός χάρτης περί ΘΧΣ.
Όπως προκύπτει από τους ανωτέρω χάρτες, τα όρια των δύο τουρκικών θαλάσσιων πάρκων εντάσσονται στα όρια του τουρκικού χάρτη περί ΘΧΣ
Τα τουρκικά «αναχώματα» στην άσκηση εκ μέρους της Ελλάδας και της Κύπρου της κυριαρχίας και των κυριαρχικών τους δικαιωμάτων
Η Τουρκία μεθοδεύει σε πρώτη φάση την αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου Αρχιπελάγους ήδη από τα τέλη του 1973. Καθ’ όλη τη διάρκεια της τρίτης Συνδιάσκεψης του ΟΗΕ για το δίκαιο της θάλασσας από το 1973 έως το 1982, η γείτων επιδιώκει μάταια να επηρεάσει, με σωρεία σχεδίων άρθρων της, και να διαβρώσει τις εργασίες της Συνδιάσκεψης υπέρ των απόψεών της. Πλην όμως, η υπογραφείσα το 1982 Σύμβαση (UNCLOS) κατοχυρώνει, ως «package deal» (ή όλα ή τίποτα), πανηγυρικά το δικαίωμα των παράκτιων κρατών σε αιγιαλίτιδα ζώνη εύρους έως 12 νμ και το δικαίωμα των κατοικημένων ή εκείνων των νησιωτικών εδαφών που προσφέρονται για οικονομική εκμετάλλευση σε όλες τις προβλεπόμενες θαλάσσιες ζώνες, συμπεριλαμβανομένων της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, χωρίς το δικαίωμα διατύπωσης οποιωνδήποτε επιφυλάξεων ή εξαιρέσεων (ειδικές περιστάσεις ή κλειστές ή ημίκλειστες θάλασσες).
Μετά από αυτή την παταγώδη αποτυχία της, η Τουρκία όχι μόνο δεν υπέγραψε τη Σύμβαση (UNCLOS), αλλά έσπευσε το 1982 να αντικαταστήσει τον νόμο του 1964 περί αιγιαλίτιδας ζώνης, ώστε ο νέος να ανταποκρίνεται πλήρως στις νέες αναθεωρητικές βλέψεις της. Το 1995 διαπιστώνουμε την ποιοτική αναβάθμιση των διεκδικήσεών της με την αμφισβήτηση πλέον και της ελληνικής κυριαρχίας επ’ αφορμή της κρίσης των Ιμίων.
Ο κατήφορος συνεχίζεται εφ’ όλης της ύλης μέσω ρηματικών διακοινώσεων προς τον ΟΗΕ και καταιγισμού χαρτών, σε συνδυασμό και με τη γεωγραφική επέκταση των αμφισβητήσεων από το Αιγαίο Αρχιπέλαγος και στην Ανατολική Μεσόγειο, όσον αφορά τα δικαιώματα του νησιωτικού συμπλέγματος του Καστελλορίζου. Με τη σύναψη του ανυπόστατου τουρκο-λιβυκού μνημονίου του 2019, επιβεβαιώνεται η αυθαίρετη «νομική πεποίθηση» της Άγκυρας ότι τα νησιωτικά εδάφη, της Κύπρου συμπεριλαμβανομένης, έχουν δικαίωμα αποκλειστικά και μόνο σε αιγιαλίτιδα ζώνη, και μάλιστα στο Αιγαίο Αρχιπέλαγος περιοριζόμενη στα έξι νμ. Διά του λόγου το αληθές, η Ελλάδα απειλείται μέχρι και σήμερα με πόλεμο σε περίπτωση επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης της στα 12 νμ (casus belli). Η δημοσίευση ενός χάρτη με τις διεκδικήσεις της το 2020 επιβεβαιώνει τη γεωγραφική έκταση της φαντασίωσής της περί «Γαλάζιας Πατρίδας» τόσο στο Αιγαίο Αρχιπέλαγος όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η πράξη αυτή αποτελεί το πλέον σοβαρό ανάχωμα προκειμένου να αποκλειστεί η νόμιμη άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Κύπρου. Έτσι, εκτός από την προμελετημένη διχοτόμηση του Αιγαίου Αρχιπελάγους, ο χάρτης του 2020 αποκόπτει στην Ανατολική Μεσόγειο το νησιωτικό τόξο Κρήτης, Κάσου, Καρπάθου και Ρόδου από την προς ανατολάς συνολική προβολή του και το νησιωτικό σύμπλεγμα του Καστελλορίζου από την προς νότον προβολή του, παρεμποδίζοντας ταυτόχρονα το κοινό θαλάσσιο όριο μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου.
Η εκπρόθεσμη συμμόρφωση της Ελλάδας με την ενωσιακή υποχρέωσή της να ενσωματώσει στο εσωτερικό της δίκαιο την οδηγία περί Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού (ΘΧΣ) [βλέπε, λεπτομερέστερα, το άρθρο μου στην HuffPost (Περί της Καταδίκης της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό)], συνοδευόμενη από σχετικό χάρτη με τα απώτατα όρια εφαρμογής της ενωσιακής οδηγίας σε όλες τις ελληνικές θάλασσες, οδήγησε την Τουρκία στη δημοσίευση του δικού της χάρτη περί ΘΧΣ, πλήρως ευθυγραμμισμένου με τα όρια της «Γαλάζιας Πατρίδας», συμπληρώνοντας το «χτίσιμο» των αναχωμάτων της.
Αναφερόμενος στις σχέσεις με την Τουρκία τριάμισι έτη μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Έλληνας πρωθυπουργός συνοψίζει ως εξής τη νέα κατάσταση πραγμάτων:
«Η ατζέντα της «γαλάζιας πατρίδας» ήταν [από καιρό] κυρίαρχη. Πρόκειται για ένα είδος παλιού αυτοκρατορικού αναθεωρητισμού, η εκδήλωση του οποίου αφορά την Ελλάδα, την Κύπρο. Με μια πολύ επιθετική εξωτερική πολιτική, με την υπογραφή μιας παντελώς παράνομης και, ειλικρινά, γεωγραφικά γελοίας συμφωνίας οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών μεταξύ της Τουρκίας και της Λιβύης […]. Ο Erdoğan βρίσκεται σε προεκλογική εκστρατεία. Είδαμε έναν χάρτη, μέρος ενός προεκλογικού βίντεο, που «έβαφε» ξαφνικά κόκκινα τα μισά νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Αυτό δεν βοηθά, όλα αυτά δεν βοηθούν» [από τη συνέντευξή του στον Peter Spiegel, δημοσιογράφο των Financial Times, στις 29 Απριλίου 2023, στο πλαίσιο του Οικονομικού Forum των Δελφών (https://www.primeminister.gr/2023/04/29/31767)].
Τέλος, με την από 21 Ιουλίου 2025 ανακοίνωση του Τουρκικού ΥΠΕΞ σχετικά με τα θαλάσσια πάρκα της Ελλάδας, πέραν της καταγγελίας ότι πρόκειται για μονομερείς πράξεις που πρέπει να αποφεύγονται σε κλειστές και ημίκλειστες θάλασσες (!) και ότι δεν επάγονται κανένα έννομο αποτέλεσμα, γίνεται αναφορά και σε ορισμένους «γεωγραφικούς σχηματισμούς», στους οποίους περιλαμβάνονται «νησιά, νησίδες και βράχοι», η κυριαρχία επί των οποίων δεν έχει εκχωρηθεί στην Ελλάδα, σε αντίθεση με την τουρκική ανακοίνωση για τον ελληνικό ΘΧΣ, η οποία, περιέργως, σιωπά ως προς την κυριαρχία [βλέπε την ανακοίνωση Τύπου υπ’ αριθμόν 154 στην επίσημη ιστοσελίδα του Τουρκικού ΥΠΕΞ (https://www.mfa.gov.tr/no_-154_-yunanistan-in-ilan-ettigi-deniz-parklari-hk.en.mfa).
Ούτως εχόντων των πραγμάτων, η μεν εδαφική κυριαρχία της Ελλάδας επί του συνόλου των νησιωτικών εδαφών του Αιγαίου Αρχιπελάγους και της Ανατολικής Μεσογείου που κείνται πέραν των τριών νμ από τις τουρκικές ακτές, όπως προβλέπει η Συνθήκη της Λωζάννης του 1923, δεν επιδέχεται καμία αμφισβήτηση. Με τη Σύμβαση του Ιανουαρίου 1932 μεταξύ της Ιταλίας, στην οποία είχαν περιέλθει το 1923 τα Δωδεκάνησα, και της Τουρκίας, σε συνδυασμό και με το μεταξύ τους καταρτισθέν Πρακτικό (Procès-verbal) του Δεκεμβρίου 1932, ερμηνεύεται συμβατικώς ο κανόνας των τριών νμ του 1923 και επιλύεται άπαξ διά παντός το ζήτημα της εφαρμογής του στην περίπτωση του συμπλέγματος του Καστελλορίζου, όπου οι αποστάσεις είναι μικρότερες των τριών νμ. Διαδεχόμενη την Ιταλία με τη Συνθήκη των Παρισίων του 1947, η Ελλάδα έχει πλέον πλήρως κατοχυρωμένο το εδαφικό καθεστώς της τόσο στο Αιγαίο Αρχιπέλαγος όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Ως προς το δικαίωμά της σε αιγιαλίτιδα ζώνη δώδεκα νμ και τα κυριαρχικά της δικαιώματα στη θάλασσα, ανεξάρτητα από τη Σύμβαση (UNCLOS), αμφότερα τής αναγνωρίζονται εθιμικώς χάρη στην πλούσια νομολογία της διεθνούς δικαιοσύνης.
Πώς μπορεί να αναχαιτιστεί η τουρκική βουλιμία με ειρηνικά μέτρα στο πλαίσιο του διεθνούς και του ενωσιακού δικαίου
Θεωρώντας ως αυτονόητη μεν, απολύτως αναγκαία δε, την εθνική συνεννόηση υπό τις παρούσες περιστάσεις, όπως επισημαίνει ορθότατα ο πρέσβης Δημήτρης Καραϊτίδης, εκτιμώ ότι, για λόγους εθνικού συμφέροντος και στο πλαίσιο της ειρηνικής συνύπαρξης και επίλυσης των διαφορών με τη γείτονα, επιβάλλονται παράλληλα, ως επείγοντα μέτρα ανάσχεσης, και τα ακόλουθα:
Πρώτον, η χάραξη ευθειών γραμμών βάσης και ευθειών γραμμών κλειουσών τους κόλπους κατά μήκος του συνόλου της ελληνικής ακτογραμμής, όπου το επιτρέπει η Σύμβαση (UNCLOS). Υπενθυμίζω ότι από το 1997 σχετική εμπεριστατωμένη μελέτη μου, αριθμούσα 230 σελίδες και συνοδευόμενη από λεπτομερείς χάρτες που είχε εκπονήσει ο τότε προϊστάμενος της Υδρογραφικής Υπηρεσίας Δημήτρης Δαγρές, βρίσκεται (αν υπάρχει ακόμη) ξεχασμένη και ανεκμετάλλευτη σε κάποια συρτάρια της Νομικής Υπηρεσίας του Ελληνικού ΥΠΕΞ.
Δεύτερον, η άμεση επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης μας στα 12 νμ στην Ανατολική Μεσόγειο και ένα έτοιμο, εν αναμονή, νομοσχέδιο για την επέκταση στα 12 νμ και στο Αιγαίο Αρχιπέλαγος, ανάλογα με τις εξελίξεις.
Τρίτον, η σοβαρή, πειστική και εις βάθος ενημέρωση όλων των αρμόδιων διεθνών οργανισμών, οργάνων και φορέων [πχ. Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό, UNESCO, συμπεριλαμβανομένων των προβλεπόμενων μηχανισμών και μέτρων που προβλέπονται από διεθνείς συμβάσεις, συμβαλλόμενα μέρη στις οποίες είναι η Ελλάδα και η Τουρκία (Σύμβαση και Πρωτόκολλα της Βαρκελώνης, Συμφωνία BBNJ)] για τις τουρκικές αθλιότητες.
Τέταρτον, η κινητοποίηση των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία είναι άμεσα ενδιαφερόμενη στο πλαίσιο των πολιτικών της, ιδίως της αλιείας, της προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος, της ενέργειας και των μεταφορών. Ειδικότερα όσον αφορά τη Συμφωνία BBNJ, τόσο η Ένωση όσο και τα κράτη μέλη της είναι συμβαλλόμενα μέρη της, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επεξεργαστεί πρόταση οδηγίας για την πλήρη εφαρμογή της και ως ενωσιακής πλέον πράξης και, κατά συνέπεια, ως ενωσιακού κεκτημένου (βλέπε έγγραφο COM(2025) 173 final της 24ης Απριλίου 2025: «proposal for a Directive of the European Parliament and of the Council on the conservation and sustainable marine biological diversity of areas beyond national jurisdiction»), με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την Ελλάδα και την Κύπρο ως κρατών μελών της Ένωσης.
Πέμπτον, η άμεση κινητοποίηση των Υπουργείων Εξωτερικών Ελλάδας και Κύπρου προκειμένου να επιτευχθεί το συντομότερο δυνατόν η σύνταξη και η σύναψη συνυποσχετικού για την από κοινού προσφυγή των δύο κρατών ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δυνάμει του άρθρου 273 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αίτημα την οριοθέτηση της μεταξύ τους ΑΟΖ, ως ελάχιστο και καθόλα νόμιμο αντι-ανάχωμα στα τετελεσμένα της Τουρκίας. Η αναγκαία αυτή κίνηση ανταποκρίνεται απολύτως στη διακηρυσσόμενη από τα δύο κράτη μέλη προσήλωση τόσο στο διεθνές όσο και στο ενωσιακό δίκαιο. Την είχα προτείνει με δύο άρθρα μου του 2021 και του 2025 στο ηλεκτρονικό περιοδικό Τετράδια Διεθνούς Δικαίου και Διεθνούς Πολιτικής [τεύχος 1, Απρίλιος 2021, στις σελίδες 54 επ. (https://isideris.gr/wp-content/uploads/2021/07/e-Tetradia_teuxos01_final.pdf) και τεύχος 12 και 13, Ιούνιος 2025, στις σελίδες 81-83 (https://isideris.gr/wp-content/uploads/2025/07/12.-TETRADIA_Book-1.pdf)] και την επανέλαβα με σχετική εισήγησή μου στο πλαίσιο εκδήλωσης που οργάνωσαν το Κέντρο Διεθνούς Δικαίου και Διπλωματίας Ναυπλίου του καθηγητή Στέλιου Περράκη και ο καθηγητής και Ευρωβουλευτής Νικόλας Φαραντούρης στις 6 Μαΐου 2026 στην έδρα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις Βρυξέλλες.
Τελικό σχόλιο
Με βάση τα προεκτεθέντα, η μεν Ελλάδα δεν όφειλε να διαβουλευτεί, να ενημερώσει ή να λογοδοτήσει έναντι οποιουδήποτε γειτονικού της παράκτιου κράτους, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, ούτε να ακολουθήσει την προβλεπόμενη υποχρεωτική διαδικασία, εφόσον τα θαλάσσια πάρκα της αφορούν τη διαχείριση περιβαλλοντικού θέματος εντός του εθνικού της εδάφους.
Αντιθέτως, εγκαλώντας την Ελλάδα για μονομερείς ενέργειες (!), η Τουρκία αναμειγνύεται αυθαίρετα στις εσωτερικές υποθέσεις τρίτου παράκτιου κράτους, το οποίο φέρει και την ιδιότητα του «παρακείμενου κράτους», τη στιγμή που η ίδια θεσπίζει μονομερώς θαλάσσια πάρκα εκτός της εθνικής δικαιοδοσίας της, ανεξάρτητα από τις υποχρεώσεις της ως συμβαλλόμενου κράτους μέρους της Συμφωνίας BBNJ, η οποία αποκλείει τις μονομερείς ενέργειες όσον αφορά τη δημιουργία θαλάσσιων πάρκων στα διεθνή ύδατα, απαιτώντας διεθνή συνεργασία και συλλογικές αποφάσεις. Η Τουρκία αγνοεί παντελώς στην προκειμένη περίπτωση τις συναφείς διατάξεις της Συμφωνίας BBNJ, ενώ, αναμένοντας την πλήρη εφαρμογή της, θα μπορούσε να αναστείλει τη δημιουργία των θαλάσσιων πάρκων της, ώστε να τηρήσει απαρέγκλιτα, σε εύθετο χρόνο, τα όσα έχει προσυπογράψει η ίδια.
*Θεόδωρος Κατσούφρος, Πρώην στέλεχος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέλος της Ελληνικής Εταιρίας Διεθνούς Δικαίου και Διεθνών Σχέσεων, μέλος του Κέντρου Διεθνούς Δικαίου και Διπλωματίας Ναυπλίου, Senior Fellow στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Αριστείας Jean Monnet του ΕΚΠΑ, μέλος του ΕΛΙΣΜΕ