Στο σημερινό αβέβαιο διεθνές περιβάλλον, η ελευθερία του Τύπου δεν είναι μονάχα ένα εσωτερικό ζήτημα δημοκρατίας αλλά ένας αξιόπιστος δείκτης θεσμικής αντοχής, πολιτικής ποιότητας αλλά και γεωπολιτικής ισχύος. Σήμερα είναι περισσότερο ορατό ίσως από ποτέ το γεγονός πως ο ανταγωνισμός των μεγάλων Δυνάμεων δεν διεξάγεται μόνο στο στρατιωτικό, οικονομικό ή και ενεργειακό πεδίο αλλά και μέσω των αφηγημάτων. Στο πλαίσιο αυτό ο έλεγχος των πληροφοριών είναι εξαιρετικής σημασίας αφού οδηγεί στον έλεγχο της δημόσιας συζήτησης. Κι εκεί η ανεξάρτητη δημοσιογραφία αποκτά στρατηγική σημασία.

Η δημοσίευση του World Press Freedom Index 2026[1] των Reporters Without Borders είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Για πρώτη φορά στα 25 χρόνια ύπαρξης του συγκεκριμένου δείκτη, περισσότερα από τα μισά κράτη του κόσμου βρίσκονται στις κατηγορίες “difficult” και “very serious” όσον αφορά την κατάστασή τους με την ελευθερία του Τύπου. Κατά συνέπεια, η μέση βαθμολογία σε παγκόσμιο επίπεδο βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο των τελευταίων 25 ετών δεικνύοντας πως η δημοσιογραφία πλέον περιορίζεται όχι μόνο με απευθείας λογοκρισία αλλά με νόμους, αγωγές, οικονομικές πιέσεις, πολιτική στοχοποίηση και επίκληση της εθνικής ασφάλειας.

Advertisement
Advertisement

Η ελευθερία του Τύπου δεν καταρρέει πάντοτε με τρόπο θεαματικό. Μπορεί απλώς σταδιακά να διαβρωθεί με άλλα μέσα όπως περιγράψαμε παραπάνω. Για παράδειγμα, ένας δημοσιογράφος μπορεί τυπικά να γράψει, αλλά να γνωρίζει ότι θα αντιμετωπίσει οικονομική εξόντωση, δικαστική πίεση, στοχοποίηση ή αποκλεισμό από την πρόσβαση στην πληροφόρηση. Ένα μέσο ενημέρωσης μπορεί τυπικά να λειτουργεί, αλλά να εξαρτάται από κρατική διαφήμιση, επιχειρηματικά συμφέροντα ή πολιτικές σχέσεις. Συνεπώς, η δημοσιογραφία δεν απαγορεύεται απαραίτητα αλλά γίνεται πιο ακριβή, πιο επικίνδυνη και πιο δύσκολη.

Η χώρα μας βρίσκεται μέσα σε αυτή την ευρωπαϊκή και παγκόσμια εικόνα με τρόπο που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Πιο συγκεκριμένα, στον δείκτη του 2026 κατατάσσεται μόλις στην 86η θέση ανάμεσα σε 180 χώρες, με βαθμολογία 55,05. Για μια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτό είναι απαράδεκτο. Οι Reporters Without Borders υποστηρίζουν πως η ελευθερία του Τύπου στην Ελλάδα βρίσκεται σε συστημική κρίση από το 2021, συνδέοντας την κατάσταση με τις παρακολουθήσεις δημοσιογράφων από την Υπηρεσία Πληροφοριών, την υπόθεση Predator, την ανεξιχνίαστη ακόμη υπόθεση της δολοφονίας του δημοσιογράφου Γιώργου Καραϊβάζ και τη συχνή χρήση SLAPPs, δηλαδή αγωγών που μπορούν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά απέναντι στην ερευνητική δημοσιογραφία. Το ελληνικό πρόβλημα έγκειται στο γεγονός πως οι δημοσιογράφοι λειτουργούν μέσα  σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον και δεν είναι φυσικά τυχαίο το γεγονός πως η εμπιστοσύνη των πολιτών στα ΜΜΕ είναι εξαιρετικά χαμηλή. Το ζήτημα αυτό δεν αφορά απλώς έναν επαγγελματικό κλάδο αλλά μετατρέπεται σε ζήτημα ποιότητας της δημοκρατίας μας.  

Η ίδια η Ευρώπη από την πλευρά της βρίσκεται μπροστά σε μια αντίφαση καθώς από τη μία πλευρά παρουσιάζεται ως δύναμη αξιών, κράτους δικαίου και θεσμικής λογοδοσίας, ενώ από την άλλη, βλέπει την ελευθερία του Τύπου να πιέζεται σε αρκετές χώρες, όχι μόνο στην περιφέρειά της αλλά και στο εσωτερικό της. Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται πια μόνο σε αυταρχικά καθεστώτα εκτός της ΕΕ που παραδοσιακά η ελευθερία του Τύπου βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα. Αφορά δημοκρατίες στις οποίες η ενημέρωση των πολιτών περιορίζεται έμμεσα μέσα από οικονομικές εξαρτήσεις, νομικές απειλές και πολιτική πόλωση.

Δεν είναι τυχαίο ότι η εικόνα αυτή αφορά συνολικά το δυτικό στρατόπεδο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο πυλώνας της φιλελεύθερης δημοκρατίας, βρίσκονται στην 64η θέση του δείκτη, έχοντας υποχωρήσει επτά θέσεις. Η Ιαπωνία καταλαμβάνει την 62η θέση, με τους Reporters Without Borders να επισημαίνουν ότι η νομοθεσία περί κρατικών μυστικών εξακολουθεί να επηρεάζει αρνητικά το έργο των δημοσιογράφων. Επίσης , οι ευρωπαϊκές δυνάμεις όπως η Ιταλία βρίσκεται στην 56η θέση, ενώ ακόμη και χώρες με καλύτερη κατάταξη, όπως η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία, δεν μένουν έξω από τη γενικότερη τάση πίεσης προς τα μέσα ενημέρωσης. Συνεπώς το ζήτημα δεν είναι μόνο αριθμητικό αλλά κυρίως θεσμικό. Δείχνει ότι ακόμη και ώριμες δημοκρατίες αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην προστασία της ανεξάρτητης ενημέρωσης σε περιόδους πόλωσης, ανασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού.

Η τάση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη Δύση. Αν οι δυτικές δημοκρατίες θέλουν να σταθούν απέναντι στον αυταρχισμό της Ρωσίας, της Κίνας, του Ιράν ή της Τουρκίας, δεν αρκεί να επικαλούνται τις αξίες τους σε επίπεδο ρητορικής αλλά πρέπει να μπορούν να τις προστατεύουν στο εσωτερικό τους. Η ελευθερία του Τύπου είναι μέρος αυτής της αξιοπιστίας. Όσο περισσότερο οι δημοσιογράφοι πιέζονται, όσο περισσότερο η ενημέρωση εξαρτάται από πολιτικά ή οικονομικά κέντρα και όσο περισσότερο η κριτική αντιμετωπίζεται ως απειλή, τόσο πιο δύσκολο γίνεται για τη Δύση να παρουσιάζεται ως θεσμικό αντίβαρο στα αυταρχικά συστήματα. Δεν σημαίνει ότι οι δυτικές δημοκρατίες έχουν γίνει ίδιες με τα αυταρχικά καθεστώτα καθώς υπάρχει ακόμα τεράστια διαφορά. Εντούτοις, το συγκριτικό πλεονέκτημα των δυτικών δημοκρατιών δεν είναι πια δεδομένο.

Στο σημείο αυτό είναι άξια αναφοράς η περίπτωση της Τουρκίας ως γειτονική χώρα, σύμμαχος στο ΝΑΤΟ, κι εν δυνάμει περιφερειακή δύναμη -όπως θέλει η ίδια να παρουσιάζεται. Στον δείκτη του 2026 καταλαμβάνει την 163η θέση, με βαθμολογία 27,94. Οι Reporters Without Borders σημειώνουν πως ο αυταρχισμός κερδίζει έδαφος και ότι η πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης αμφισβητείται σοβαρά και όχι μόνο σε αυταρχικά κράτη τύπου Τουρκίας, αλλά εκεί φαίνεται ξεκάθαρα πως η πληροφορία μετατρέπεται σε εργαλείο ισχύος. Όταν ένα κράτος περιορίζει τα ανεξάρτητα μέσα, δεν προσπαθεί μόνο να ελέγξει την εσωτερική πολιτική συζήτηση αλλά επιδιώκει να ελέγξει την εικόνα του, τη σταθερότητά του, την αφήγησή του και τελικά τη διαπραγματευτική του θέση. Σε έναν κόσμο όπου η ισχύς δεν είναι μόνο στρατιωτική αλλά και επικοινωνιακή, η πίεση στον Τύπο μετατρέπεται σε μηχανισμό κρατικής στρατηγικής.

Advertisement

Εδώ η ελευθερία του Τύπου συνδέεται με την μεταβαλλόμενη ισορροπία ισχύος. Οι αυταρχικές και ημι-αυταρχικές δυνάμεις αντιμετωπίζουν τις πληροφορίες ως πεδία ελέγχου. Δυνάμεις όπως η Κίνα, η Ρωσία, το Ιράν και η Τουρκία, αντιλαμβάνονται τον έλεγχο της ενημέρωσης ως προϋπόθεση πολιτικής επιβίωσης των καθεστώτων τους αλλά κι επέκτασης της διεθνούς τους επιρροής. Δεν βλέπουν τον ανεξάρτητο Τύπο ως θεσμό λογοδοσίας, αλλά ως πιθανή απειλή.

Αλλά οι δημοκρατίες έχουν την ικανότητα να αντέχουν την κριτική κι αυτό είναι μέρος της ισχύος τους. Με άλλα λόγια, μια δημοκρατία είναι ισχυρή επειδή δεν έχει σκάνδαλα, λάθη ή συγκρούσεις, αλλά γιατί μπορεί να τα αποκαλύπτει με σκοπό να τα διορθώσει. Όταν όμως οι δημοκρατίες αρχίζουν να αντιμετωπίζουν τον Τύπο ως εχθρό, ως ενόχληση ή ως εργαλείο προς διαχείριση, χάνουν το ηθικό και θεσμικό πλεονέκτημα που τις ξεχωρίζει από τα αυταρχικά συστήματα.

Για την Ελλάδα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς βρισκόμαστε σε μια περιοχή όπου η γεωπολιτική πίεση κι αβεβαιότητα συνεχώς αυξάνονται. Η Ανατολική Μεσόγειος, τα Βαλκάνια, η Μέση Ανατολή, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, το μεταναστευτικό, η ενεργειακή ασφάλεια,  και πόλεμος στην Ουκρανία συγκροτούν ένα περιβάλλον τέτοιο στο οποίο η θεσμική αξιοπιστία είναι στοιχείο εθνικής ισχύος. Η Ελλάδα που ορθά προβάλει τον εαυτό της ως πυλώνα ασφάλειας και σταθερότητας σε μια ταραγμένη περιφέρεια δεν μπορεί να αγνοεί την κατάσταση της ελευθερίας του Τύπου στο εσωτερικό της.

Advertisement

Στην εποχή της εργαλειοποίησης της πληροφορίας, η προστασία της ελευθερίας του Τύπου μετατρέπεται σε μορφή δημοκρατικής άμυνας. Οι δημοκρατίες οφείλουν να ανατρέψουν την υποχώρηση της ελευθερίας του Τύπου διατηρώντας την ισχύ τους. Μόνο έτσι θα μπορέσουν να ανταπεξέλθουν του ανταγωνισμού των αυταρχικών δυνάμεων γιατί αν τελικά γίνουν σαν αυτές τις δυνάμεις, θα έχουν ήδη ηττηθεί.
 
 
Ο Θεμιστοκλής Ζανίδης είναι γεωπολιτικός αναλυτής και ιδρυτής του GeoSec Insights, με έδρα τη Νέα Υόρκη. Το έργο του επικεντρώνεται στη διεθνή ασφάλεια, τον στρατηγικό ανταγωνισμό και τις μεταβολές της παγκόσμιας ισορροπίας ισχύος.


[1] https://rsf.org/en/2026-rsf-index-press-freedom-25-year-low