Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα «δικαιούται» να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της μέχρι τα 12 ναυτικά μίλια. Το διεθνές δίκαιο αναγνωρίζει στο παράκτιο κράτος το δικαίωμα να καθορίζει το εύρος της χωρικής του θάλασσας μέχρι το ανώτατο όριο των 12 ναυτικών μιλίων.

Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: εάν η Ελλάδα θα συνεχίσει να μην ασκεί ένα δικαίωμα που διαθέτει, επειδή η Τουρκία απειλεί ότι η άσκησή του θα αποτελέσει αιτία πολέμου.

Advertisement
Advertisement

Η συζήτηση για τα 12 ναυτικά μίλια επιστρέφει για ακόμη μία φορά στο προσκήνιο. Και κάθε φορά που επιστρέφει, επιχειρείται συχνά να παρουσιαστεί ως μια περίπλοκη τεχνική διαφορά μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας.

Στον πυρήνα της βρίσκεται ένα πολύ απλούστερο και ταυτόχρονα πολύ σοβαρότερο ζήτημα: 

H άσκηση ή μη ενός κυριαρχικού δικαιώματος της Ελλάδας.

Το δικαίωμα των 12 μιλίων

Το άρθρο 3 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει ότι κάθε κράτος έχει το δικαίωμα να καθορίζει το εύρος της χωρικής του θάλασσας μέχρι το ανώτατο όριο των 12 ναυτικών μιλίων. Το άρθρο 2 αναγνωρίζει την κυριαρχία του παράκτιου κράτους στην αιγιαλίτιδα ζώνη, υπό τους περιορισμούς που προβλέπει το ίδιο το διεθνές δίκαιο.

Η Ελλάδα κύρωσε τη Σύμβαση το 1995. Κατά την κύρωσή της διατήρησε το δικαίωμά της να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της μέχρι τα 12 ναυτικά μίλια.

Επομένως, τα 12 μίλια δεν αποτελούν ελληνική «διεκδίκηση» που χρειάζεται την έγκριση τρίτου κράτους.

Advertisement

Το δικαίωμα υπάρχει.

Το αν θα ασκηθεί, πότε και με ποιον τρόπο είναι διαφορετικό ζήτημα και αποτελεί κυριαρχική επιλογή της Ελλάδας, με δεδομένες ασφαλώς τις πολιτικές και στρατηγικές συνέπειες που κάθε τέτοια απόφαση μπορεί να έχει.

Η Τουρκία γνωρίζει ότι μια επέκταση της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης από τα 6 στα 12 ναυτικά μίλια θα μεταβάλει ουσιαστικά τον θαλάσσιο χάρτη του Αιγαίου.

Advertisement

Δεν πρόκειται απλώς για μια διπλάσια απόσταση από τις ακτές.

Στο Αιγαίο, όπου τα ελληνικά νησιά βρίσκονται σε μικρές αποστάσεις από τις τουρκικές ακτές, η γεωγραφία προσδίδει στην επέκταση ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Η τουρκική αντίδραση, επομένως, δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τον φόβο της Άγκυρας για τις συνέπειες μιας τέτοιας απόφασης.

Αλλά εδώ βρίσκεται η ουσία της διαφοράς.

Advertisement

Η γεωγραφική ιδιαιτερότητα του Αιγαίου μπορεί να εξηγεί μια πολιτική ή στρατηγική αντίδραση. Δεν μετατρέπει όμως αυτομάτως ένα δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το διεθνές δίκαιο σε δικαίωμα που τελεί υπό την έγκριση ενός άλλου κράτους.

Η Ελλάδα δεν υποστηρίζει ότι το Αιγαίο είναι μια συνηθισμένη γεωγραφική περίπτωση.

Υποστηρίζει κάτι διαφορετικό: ότι η ιδιαιτερότητα της γεωγραφίας δεν καταργεί το δικαίωμα που προβλέπει το διεθνές δίκαιο.

Advertisement

Στις 8 Ιουνίου 1995, η Τουρκική Εθνοσυνέλευση εξέδωσε ψήφισμα, αντιδρώντας στην απόφαση της ελληνικής Βουλής για την κύρωση της Σύμβασης του Δικαίου της Θάλασσας και στην εξουσιοδότηση της ελληνικής κυβέρνησης να επεκτείνει, κατά την κρίση της, τα χωρικά ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια.

Advertisement

Η ελληνική και διεθνής δημόσια συζήτηση έχει καθιερώσει την τουρκική αυτή απειλή ως casus belli. Η ίδια η Τουρκία, βεβαίως, απορρίπτει τον όρο και υποστηρίζει ότι επρόκειτο για πολιτική προειδοποίηση. Παράλληλα, το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών εξακολουθεί να δηλώνει ότι η θέση της 8ης Ιουνίου 1995 παραμένει σε ισχύ.

Εδώ πλέον δεν έχουμε μια απλή διπλωματική διαφωνία.

Έχουμε ένα ζήτημα αρχής.

Advertisement

Διότι εάν ένα κράτος απειλεί με χρήση στρατιωτικής βίας ένα άλλο κράτος προκειμένου να το αποτρέψει από την άσκηση δικαιώματος που του αναγνωρίζει το διεθνές δίκαιο, τότε δημιουργείται μια εξαιρετικά προβληματική σχέση ανάμεσα στο δίκαιο και την ισχύ.

Η απειλή δεν μπορεί να μετατρέπεται σε πηγή δικαιώματος.

Ούτε μπορεί ένα κυριαρχικό δικαίωμα να μετατρέπεται, στην πράξη, σε δικαίωμα υπό τουρκική αίρεση.

Η τουρκική πλευρά επικαλείται, μεταξύ άλλων, το άρθρο 300 της Σύμβασης, περί καλόπιστης άσκησης των δικαιωμάτων και απαγόρευσης της κατάχρησής τους. Πρόκειται όμως για διαφορετικό νομικό ζήτημα από το εάν υφίσταται καταρχήν το δικαίωμα επέκτασης μέχρι τα 12 ναυτικά μίλια.

Τα 12 μίλια δεν «κλείνουν» το Αιγαίο

Υπάρχει και μια δεύτερη παρανόηση που επανέρχεται συστηματικά.

Η επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ναυτικά μίλια δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα μετατρέπει το Αιγαίο σε εσωτερική ελληνική θάλασσα ούτε ότι εξαφανίζεται η διεθνής ναυσιπλοΐα.

Η Σύμβαση του ΟΗΕ προβλέπει το καθεστώς της αβλαβούς διέλευσης. Σύμφωνα με το άρθρο 17, τα πλοία όλων των κρατών απολαμβάνουν, υπό τους όρους της Σύμβασης, το δικαίωμα αβλαβούς διέλευσης από την αιγιαλίτιδα ζώνη.

Άλλο η κυριαρχία και άλλο η απαγόρευση της διεθνούς ναυσιπλοΐας.

Η Ελλάδα, ασκώντας το δικαίωμά της στην αιγιαλίτιδα ζώνη, θα εξακολουθούσε να δεσμεύεται από τους κανόνες του διεθνούς δικαίου για την αβλαβή διέλευση.

Εξίσου σημαντικό είναι να μην συγχέονται δύο διαφορετικά νομικά καθεστώτα.

Στην αιγιαλίτιδα ζώνη το παράκτιο κράτος ασκεί κυριαρχία, με τις εξαιρέσεις και τους περιορισμούς που προβλέπει το διεθνές δίκαιο.

Η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη είναι διαφορετική έννοια. Εκεί το παράκτιο κράτος διαθέτει συγκεκριμένα κυριαρχικά δικαιώματα για την εξερεύνηση, εκμετάλλευση, διατήρηση και διαχείριση φυσικών πόρων, χωρίς η ΑΟΖ να ταυτίζεται με εθνική κυριαρχία όπως στην αιγιαλίτιδα ζώνη.

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, διότι στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο οι δύο έννοιες συχνά συγχέονται στη δημόσια συζήτηση.

Τα 12 μίλια αφορούν την αιγιαλίτιδα ζώνη. Δεν είναι ΑΟΖ.

Υπάρχει, ωστόσο, μια παράμετρος που δεν πρέπει να παραβλέπεται.

Η Τουρκία εφαρμόζει αιγιαλίτιδα ζώνη 12 ναυτικών μιλίων στη Μαύρη Θάλασσα και στη Μεσόγειο, ενώ στο Αιγαίο διατηρεί το όριο των 6 ναυτικών μιλίων.

Επομένως, η τουρκική θέση δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως γενική αμφισβήτηση της δυνατότητας ενός παράκτιου κράτους να έχει αιγιαλίτιδα ζώνη 12 ναυτικών μιλίων.

Η τουρκική αντίδραση αφορά ειδικά την άσκηση αυτού του δικαιώματος από την Ελλάδα στο Αιγαίο, λόγω των ιδιαίτερων γεωγραφικών και στρατηγικών δεδομένων της περιοχής. Η ίδια η τουρκική διπλωματική επιχειρηματολογία συνδέει την αντίθεσή της με τις επιπτώσεις που θεωρεί ότι θα είχε η επέκταση στο Αιγαίο.

Αυτό ακριβώς κάνει ακόμη πιο σαφές το πραγματικό αντικείμενο της διαφοράς.

Η Ελλάδα έχει ήδη επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της στα 12 ναυτικά μίλια στο Ιόνιο.

Ο ν. 4767/2021 καθόρισε στα 12 ναυτικά μίλια το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης στη θαλάσσια περιοχή που καλύπτει και παράλληλα διατήρησε ρητά το δικαίωμα της Ελληνικής Δημοκρατίας να ασκήσει τα αντίστοιχα δικαιώματά της και στις λοιπές ακτές της.

Άρα το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό.

Η Ελλάδα έχει ήδη αποδείξει στην πράξη ότι μπορεί να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της στα 12 ναυτικά μίλια.

Στο Αιγαίο, όμως, η κατάσταση είναι διαφορετική λόγω της τουρκικής απειλής.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το στρατηγικό δίλημμα της ελληνικής πολιτικής.

Δικαίωμα χωρίς άσκηση;

Για δεκαετίες η Ελλάδα διατηρεί το δικαίωμα των 12 μιλίων, αλλά δεν το έχει ασκήσει στο Αιγαίο.

Αυτό μπορεί να αποτελεί επιλογή στρατηγικής αυτοσυγκράτησης.

Δεν μπορεί όμως να μετατραπεί σε μόνιμη παραίτηση.

Υπάρχει μια λεπτή αλλά κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στη μη άσκηση ενός δικαιώματος για λόγους στρατηγικής επιλογής και στην αποδοχή ότι η άσκηση του δικαιώματος εξαρτάται από την έγκριση της άλλης πλευράς.

Η πρώτη είναι κυριαρχική επιλογή.

Η δεύτερη θα ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό.

Η Ελλάδα μπορεί να επιλέγει τον χρόνο, την έκταση και τον τρόπο άσκησης ενός δικαιώματός της, λαμβάνοντας υπόψη τις πραγματικές συνθήκες και τις συνέπειες κάθε απόφασης.

Δεν μπορεί όμως να αποδεχθεί ότι ένα άλλο κράτος διαθέτει δικαίωμα βέτο πάνω σε αυτό.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να επιδιώκει κρίσεις.

Ούτε ότι η επέκταση στα 12 μίλια πρέπει να αντιμετωπίζεται ως επικοινωνιακός διαγωνισμός με την Άγκυρα.

Ακριβώς το αντίθετο.

Η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγική συνέπεια.

Να γνωρίζει τι δικαιούται.

Να γνωρίζει γιατί το δικαιούται.

Να γνωρίζει τις συνέπειες της άσκησης του δικαιώματος.

Και, κυρίως, να διαθέτει την πολιτική, διπλωματική και αμυντική ισχύ ώστε η απόφασή της να μην υπαγορεύεται από απειλές.

Το διεθνές δίκαιο είναι απαραίτητο.

Δεν είναι όμως από μόνο του επαρκές.

Χρειάζεται διπλωματία για να δημιουργείται διεθνές έρεισμα και ισχύς για να αποτρέπεται η αντίληψη ότι η απειλή μπορεί να επιβάλλει πολιτικές αποφάσεις.

Η Ελλάδα, επομένως, χρειάζεται και τα τρία:

Διεθνές δίκαιο.

Διπλωματία.

Ισχύ.

Χωρίς το πρώτο, χάνει το νομικό της έρεισμα.

Χωρίς το δεύτερο, περιορίζει τη διεθνή της υποστήριξη.

Χωρίς το τρίτο, αφήνει περιθώριο στην άλλη πλευρά να πιστεύει ότι η απειλή μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο επιβολής.

Η συζήτηση για τα 12 ναυτικά μίλια δεν πρέπει, επομένως, να εγκλωβίζεται στο ερώτημα εάν «θα τολμήσει» η Ελλάδα να τα εφαρμόσει.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι άλλο:

Μπορεί μια χώρα να διατηρεί επ’ αόριστον ένα κυριαρχικό δικαίωμα ανενεργό επειδή μια άλλη χώρα απειλεί με πόλεμο εάν το ασκήσει;

Η απάντηση πρέπει να δοθεί με νηφαλιότητα και όχι με συναισθηματισμό.

Η Ελλάδα δεν έχει λόγο να αναζητά κρίσεις.Έχει όμως κάθε λόγο να διασφαλίζει ότι η επιλογή της ειρήνης και της καλοπιστίας δεν μετατρέπεται σε αποδοχή της απειλής ως μηχανισμού καθορισμού της ελληνικής κυριαρχικής πολιτικής.

Τα 12 ναυτικά μίλια δεν είναι τουρκική άδεια.

Δεν είναι διαπραγματευτικό αντάλλαγμα.

Δεν είναι παραχώρηση που περιμένει ανταπόδοση.

Είναι δικαίωμα.

Το αν, πότε και με ποιον τρόπο θα ασκηθεί είναι ζήτημα ελληνικής κυριαρχικής απόφασης.

Το μεγάλο στοίχημα για την Αθήνα δεν είναι να φωνάξει περισσότερο από την Άγκυρα.

Είναι να καταστήσει σαφές, με λόγια αλλά κυρίως με πράξεις, ότι η Ελλάδα μπορεί να επιλέγει την ειρήνη χωρίς να αποδέχεται την ειρήνη υπό την απειλή του casus belli.

Γιατί η ειρήνη είναι επιλογή.

Η κυριαρχία όμως δεν είναι άδεια που ζητείται από τρίτους.