Το 2026 δεν έρχεται για να κλείσει κύκλους ή να προσφέρει ανακούφιση. Έρχεται για να μας φέρει αντιμέτωπους με τις επιλογές μας σε έναν κόσμο όπου η αβεβαιότητα δεν είναι πια εξαίρεση, αλλά κανονικότητα.
Δεν είναι λίγοι εκείνοι που εκτιμούν ότι το 2026 θα είναι εκλογικό έτος στην Ελλάδα. Δεν το συμμερίζομαι προσωπικά εκτός να γίνουν απρόβλεπτα γεγονότα. Τα γεγονότα κι όχι οι ενδείξεις ή οι εκτιμήσεις θα είναι αυτά που θα κρίνουν την επόμενη εκλογική μάχη στην Ελλάδα όποτε κι αν αυτή διεξαχθεί. Μια μάχη που ήδη κερδίζει ένα μοναδικό ρεκόρ. Είτε διεξαχθεί το 2026 είτε το πρώτο τρίμηνο του 2027 δεν γνωρίζουμε ακόμα ποιοι και πως ακριβώς θα συμμετέχουν σε αυτή. Πρακτικά δεν γνωρίζουμε τα κόμματα. Είναι ίσως η πρώτη φορά που μπαίνουμε σε μια χρονιά στην Ελλάδα χωρίς να είμαστε ακριβώς ποιοι θα είναι οι πολιτικοί που θα κατέλθουν στον πολιτικό στίβο για να κερδίσουν τις εκλογές και με ποιο πολιτικό σπίτι.
Στην παγκόσμια τάξη πραγμάτων το 2026 ξεχωρίζει διότι είναι συμβολικό, ιστορικό έτος για τις Ηνωμένες Πολιτείες, Συμπληρώνονται 250 χρόνια από τη χρονιά της Ανεξαρτησίας τους (1776). Η επέτειος αυτή δεν αποτελεί απλώς έναν εορτασμό, αλλά μια ευρύτερη ευκαιρία εθνικού αναστοχασμού γύρω από τη δημοκρατία, τους θεσμούς και τον ρόλο των ΗΠΑ στον κόσμο. Προγραμματίζονται εκδηλώσεις σε ολόκληρο το έτος και περιλαμβάνουν πολιτιστικές, εκπαιδευτικές και δημόσιες δράσεις σε πολλές πολιτείες, σε μια περίοδο που παγκοσμίως χαρακτηρίζεται από γεωπολιτικές εντάσεις, τεχνολογικές αλλαγές και σημαντικές πολιτικές εξελίξεις διεθνώς. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επέτειος λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της αμερικανικής δημοκρατικής πορείας. Κι όχι μόνο αφού οι ΗΠΑ διαμορφώνουν αυτή την περίοδο μια νέα τάξη πραγμάτων που επηρεάζει την παγκόσμια κοινότητα.
Το 2026, πρακτικά, λοιπόν έρχεται για να μας δοκιμάσει. Όχι με θεαματικές ανατροπές, αλλά με τη σταδιακή συνειδητοποίηση ότι μπαίνουμε σε μια εποχή όπου οι εύκολες αφηγήσεις δεν αρκούν. Δεν ζούμε το τέλος μιας κρίσης. Ζούμε τη μετάβαση σε μια εποχή όπου η αβεβαιότητα δεν είναι η εξαίρεση, αλλά ο κανόνας. Ένας κόσμος χαμηλότερων, ίσως, προσδοκιών.
Η παγκόσμια οικονομία δεν βρίσκεται στο χείλος της κατάρρευσης. Βρίσκεται, όμως, μακριά από την άνεση του παρελθόντος. Η ανάπτυξη συνεχίζεται, αλλά είναι χαμηλότερη, άνιση και πιο εύθραυστη. Ο πληθωρισμός υποχωρεί, όμως στη θέση του αναδύονται πιο σύνθετες πιέσεις: χαμηλή παραγωγικότητα, δυσμενή δημογραφικά δεδομένα και το υψηλό κόστος των μεγάλων μεταβάσεων – ενεργειακής, ψηφιακής και αμυντικής.
Τα δημόσια οικονομικά δεν απειλούνται από μια άμεση κρίση χρέους, αλλά από τη συσσώρευση υποχρεώσεων. Κράτη και κοινωνίες καλούνται να χρηματοδοτήσουν περισσότερα, με λιγότερα περιθώρια και μεγαλύτερες κοινωνικές προσδοκίες.
Στο διεθνές επίπεδο, η αστάθεια δεν είναι πια γεγονός. Είναι πλαίσιο. Πολλαπλές συγκρούσεις συνυπάρχουν, αλληλοεπηρεάζονται και συχνά κλιμακώνονται χωρίς σαφή όρια. Ο πόλεμος έχει επιστρέψει ως δομικό στοιχείο της πολιτικής και της οικονομίας, επηρεάζοντας τις αγορές, την ενέργεια, το εμπόριο και την ασφάλεια.
Η διπλωματία υποχωρεί μπροστά στην αποτροπή και τη στρατιωτική ισχύ, ενώ ακόμη και οι μεγάλες δυνάμεις δυσκολεύονται να ελέγξουν πλήρως τις εξελίξεις. Το αποτέλεσμα δεν είναι ένας κόσμος πιο επικίνδυνος από το παρελθόν, αλλά ένας κόσμος πιο απρόβλεπτος. Το 2026 θα παγιώσει μια πραγματικότητα όπου η διαχείριση του ρίσκου γίνεται βασική πολιτική δεξιότητα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι δημοκρατίες δεν καταρρέουν. Φθείρονται. Η φθορά δεν έρχεται μέσα από θεαματικά γεγονότα. Έρχεται μέσα από τη σταδιακή απώλεια εμπιστοσύνης. Οι πολίτες κουράζονται, η πόλωση παγιώνεται και η πολιτική μετατρέπεται σε διαρκή σύγκρουση.
Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη θεσμών ή εκλογών. Είναι η αίσθηση ότι οι θεσμοί δεν μπορούν να ανταποκριθούν στην πολυπλοκότητα της εποχής. Όλο και περισσότεροι πολίτες δεν ζητούν περισσότερη ελευθερία, αλλά περισσότερη ασφάλεια και απλότητα. Αυτό δεν οδηγεί αναγκαστικά στον αυταρχισμό. Οδηγεί, όμως, σε απογοήτευση η οποία είναι πολιτικά εκρηκτική.
Για την Ευρώπη, το 2026 δεν θα είναι χρονιά θεωρητικών συζητήσεων. Θα είναι χρονιά επιλογών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μετακινείται, συχνά αργά και αντιφατικά, προς έναν πιο γεωπολιτικό ρόλο. Όχι από επιλογή, αλλά από ανάγκη.
Η πράσινη μετάβαση συνεχίζεται, αλλά με μεγαλύτερο ρεαλισμό. Η άμυνα, η βιομηχανική πολιτική και η τεχνολογία αποκτούν κεντρική σημασία. Τα κράτη-μέλη έχουν λιγότερα περιθώρια καθυστέρησης και περισσότερες υποχρεώσεις ευθυγράμμισης. Η Ευρώπη δεν αλλάζει επειδή το επιθυμεί. Αλλά επειδή δεν έχει άλλη επιλογή.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα εισέρχεται στο 2026 σε καλύτερη θέση από το παρελθόν. Η οικονομία είναι πιο ανθεκτική, το χρηματοπιστωτικό σύστημα πιο σταθερό και η διεθνής εικόνα της χώρας βελτιωμένη. Όμως οι προκλήσεις έχουν αλλάξει χαρακτήρα.
Το δημογραφικό πρόβλημα βαθαίνει, η αγορά εργασίας στενεύει και το κράτος κινείται συχνά πιο αργά από την κοινωνία και την οικονομία. Το ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα θα αναπτυχθεί, αλλά ποια ανάπτυξη θα επιλέξει και ποιοι θα μείνουν πίσω. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι η επιστροφή στην κρίση. Είναι η στασιμότητα, οικονομική, θεσμική και κοινωνική.
Το 2026 δεν θα μας αιφνιδιάσει. Θα μας δοκιμάσει. Κι αν η συναλλακτική αντίληψη στην άσκηση της πολιτικής επικρατήσει, ο παράγοντας “ηθική” στην κοινωνία και την οικονομία όπως μέχρι σήμερα τον γνωρίζαμε θα αμφισβητηθεί.