Καθώς προχωράμε βαθύτερα στον 21ο αιώνα οι νέοι στρατηγικοί προσανατολισμοί των ηγεμονικών δυνάμεων, και ιδιαίτερα των ΗΠΑ μετά το 2025 δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Επιτάχυναν αναμενόμενες Μετά-Ψυχροπολεμικές ανακατατάξεις των πλανητικών και περιφερειακών ισορροπιών για τις οποίες η στρατηγική ανάλυση εξέταζε εδώ και τρεις δεκαετίες.
Εκτός από την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης που προκάλεσε κενά ισχύος σε όλη την Ευρασία, η υπερεπέκταση των ΗΠΑ μετά το 1990 σταδιακά εκκολαπτόταν μετάβαση σε ένα πολυπολικό κόσμο πολλών ηγεμονικών δυνάμεων ο οποίος είναι ταυτόχρονα και πολυκεντρικός λόγω ανάδυσης πολλών περιφερειακών δυνάμεων μεσαίας και ανερχόμενης ισχύος. Οι ΗΠΑ μετά το 1990 ήταν και εν πολλοίς συνεχίζει να είναι η συντριπτικά ισχυρότερη μεγάλη δύναμη. Αυτό εν τούτοις, όπως πολλοί υπογράμμιζαν μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, δεν θα συνεχιζόταν για πολύ, τόσο λόγω αναπόδραστων αρνητικών συνεπειών που προκαλεί κάθε υπερεπέκταση όσο και λόγω ανόδου της ισχύος της Κίνας και άλλων μεγάλων δυνάμεων στα πεδία της οικονομίας, του εμπορίου, της τεχνολογίας και νέων πολεμικών μέσων.
Ίσως είναι χρήσιμο να τονιστεί εξαρχής ότι μετά το 1990 η κυρίαρχη θέση στα πεδία της στρατηγικής ανάλυσης θα ήταν προς το συμφέρον των ΗΠΑ αλλά και όλων των κρατών εάν η ισχυρότερη δύναμη αντί «επεμβάσεων στις περιφέρειες» επιδίωκε να δημιουργηθεί ένα modus vivendi πλανητικών και περιφερειακών στρατηγικών ισορροπιών ισχύος και συμφερόντων. Επίσης, επιδίωξη αποτελεσματικών θεσμών διεθνούς διακυβέρνησης για ζητήματα που αφορούν κοινά προβλήματα όπως ο κίνδυνος πυρηνικού ολοκαυτώματος, η τρομοκρατία, οι κίνδυνοι του διαστήματος και οι προκλήσεις των τεχνολογικών εξελίξεων. Ιδιαίτερα όσον αφορά τον κίνδυνο πυρηνικού ολοκαυτώματος, την δεκαετία του 1970 είχαμε τις Συμφωνίες SALT/ABM, την δεκαετία του 1980 την εκατέρωθεν απόσυρση των Ευρωπυραύλων και το 2010 την Συμφωνία START, η οποία αυτό τον μήνα έληξε χωρίς να ανανεωθεί.
Χρήζει πάντως να τονιστεί ότι είναι ένα πράγμα η προσπάθεια ανάλυσης των ρευστών καθημερινών θέσεων, δηλώσεων και γεγονότων και άλλο η ένταξη αυτών των γεγονότων στην μεγάλη εικόνα των νέων στρατηγικών προσανατολισμών και των κύριων και σημαντικών διαμορφωτικών προϋποθέσεων. Μια ακόμη σημαντική παράμετρος είναι ότι απαιτείται η κυριαρχία πολιτικής σκέψης στερημένης από τα ούτως ή άλλως παρωχημένα ιδεολογικά δόγματα και στερεοτύπων του παρελθόντος όπως «καλές πλευρές» και «κακές πλευρές». Κάνοντας αυτή την επισήμανση, βέβαια, χρήζει να τονιστεί ότι η συμμετοχή σε θεσμούς και συμμαχίες δεν είναι κάτι που αλλάζει εύκολα. Κάθε ενδιαφερόμενο κράτος, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, απαιτείται να αναλύει ορθά τις εξελίξεις, να σταθμίζει και να εκτιμά ορθολογικά τα γεγονότα και να υιοθετεί αποφάσεις που δεν οδηγούν στις Συμπληγάδες των εν εξελίξει ηγεμονικών αντιπαραθέσεων.
Ως προς αυτά τα σημαντικά ζητήματα, τυγχάνει ο υπογράφων να επιμελήθηκε συλλογικό τόμο που μόλις κυκλοφόρησε με τίτλο Το διεθνές σύστημα σε ιστορική μετάβαση, 21 αναλύσεις για τις αναδυόμενες προκλήσεις (Εκδόσεις Ποιότητα – https://wp.me/p3OqMa-3PM) όπου 21 διακεκριμένοι επιστήμονες περιγράφουν και ερμηνεύουν με κατανοητό τρόπο την ισχύουσα πραγματικότητα, τους στρατηγικούς προσανατολισμούς, τις αναδυόμενες στρατηγικές δομές και τα κύρια και σημαντικά που ισχύουν για όλα τα κράτη. Μεταξύ άλλων, τυγχάνουν περιγραφής και ερμηνείας τα διαμορφωτικά κριτήρια και παράγοντες που σταδιακά ανασυντάσσουν τους συσχετισμούς εντός του προαναφερθέντος αναδυόμενου διεθνούς συστήματος που είναι ταυτόχρονα πολυπολικό και πολυκεντρικό αποτελούμενο τόσο από πολλές μεγάλες δυνάμεις όσο και πολλές περιφερειακές δυνάμεις μεσαίας και ανερχόμενης ισχύος.
Η προσέγγιση της Ρωσίας από τον Αμερικανό Πρόεδρο μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του πριν ένα περίπου χρόνο πυροδότησαν ένα νέο στρατηγικό προσανατολισμό για όλα τα κράτη. Ο νέος Αμερικανικός στρατηγικός προσανατολισμός έγινε σαφέστερος με την διακήρυξη της νέας Εθνικής Στρατηγικής των ΗΠΑ τον Δεκέμβριο του 2025 και με πολλές δηλώσεις και αποφάσεις τις πρώτες εβδομάδες του 2026. Όπως πάντα συμβαίνει, πολλές δηλώσεις επιχειρούν να δημιουργήσουν παραστάσεις ισχύος που αποσκοπούν στην ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης των εμπλεκομένων. Οι αποφάσεις που τελικά λαμβάνονται -για παράδειγμα το ύψος των δασμών για την Κίνα ή την Ευρώπη και οι απειλές κατάληψης της Γροιλανδίας- επιχειρούν να μεγιστοποιήσουν το όφελος και να ελαχιστοποιήσουν το κόστος. Εξ ου και όλα είναι ρευστά και εξελισσόμενα. Η κατανόηση των βαθύτατων πλέον αναπόφευκτων προεκτάσεων των ρευστών εξισορροπητικών στρατηγικών απαιτεί ορθή θέαση των κύριων στρατηγικών σκοπών, των τάσεων που εκκολάπτονται.
Προστίθεται ότι στο επίπεδο των Ευρωατλαντικών σχέσεων αναπόδραστα δρομολογήθηκαν μεγάλες αλλαγές που επηρεάζουν δραστικά την ΕΕ και τις σχέσεις των Ευρωπαϊκών κρατών με τις ΗΠΑ και την Ρωσία. Ιδιαίτερα όσον αφορά την ΕΕ κατά την διάρκεια τον τριών Μεταψυχροπολεμικών δεκαετιών και επειδή δεν είχαμε αναδιάταξη των Ευρωατλαντικών θέσεων, των σχέσεων με την Ανατολική Ευρώπη και την δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών ενδο-Ευρωπαϊκών στρατηγικών συγκλίσεων. Κατ’ επέκταση και ανεμενόμενα οι Αμερικανικοί στρατηγικοί ελιγμοί μετά το 1945 προκαλούν φυγόκεντρες τάσεις εάν όχι και αμηχανία για το τι είναι εφικτό να αποφασιστεί. Αυτονόητα το πως θα εξελιχθούν η ΕΕ, το ΝΑΤΟ και οι Ευρωατλαντικές σχέσεις είναι ζητήματα μείζονος σημασίας για το Ελληνικό και Κυπριακό κράτος. Το ίδιο ισχύει για τις σχέσεις των ΗΠΑ και της Δυτικής Ευρώπης με την Ρωσία επειδή η τελευταία λόγω Ουκρανίας οδηγήθηκε σε σύγκλιση με την Κίνα
Παρατηρώντας αυτές τις εξελίξεις και όπως διδάσκει η διαχρονική ιστορική εμπειρία, ενώ στο επίπεδο των ηγεμονικών δυνάμεων κύριος στρατηγικός σκοπός είναι πάντα η κατά το δυνατό απόκτηση ερεισμάτων, εντός του σύγχρονου πλανητικοποιημένου διεθνούς συστήματος τα ίδια περίπου ισχύουν για τα λιγότερο ισχυρό κράτη και τις μεσαίας ισχύος περιφερειακές δυνάμεις. Με αναπόδραστο δεδομένο ότι συντελούνται νέες πλανητικές και περιφερειακές ισορροπίες ισχύος και συμφερόντων, τα λιγότερο ισχυρά περιφερειακά κράτη και οι μεσαίας ισχύος δυνάμεις επιχειρούν, αφενός να διαφυλάξουν την κρατική επιβίωσή τους, και αφετέρου, να δημιουργήσουν προϋποθέσεις εκπλήρωσης των εθνικών τους συμφερόντων όπως κάθε κράτος τα ορίζει.
Για πολλά ζητήματα οι ΗΠΑ (Γροιλανδία, Παναμάς, Καναδάς, Γάζα) αλλά και άλλες ηγεμονικές δυνάμεις όπως η Ρωσία (Ουκρανία αλλά εν δυνάμει όχι μόνο) και η Κίνα (Ταϊβάν), ήδη υιοθετούν αναθεωρητικές θέσεις οι οποίες εάν εκπληρωθούν θα επηρεάσουν δραστικά την δομή και την λειτουργία των διεθνών θεσμών συμπεριλαμβανομένου του ΟΗΕ, τον οποίο οι ΗΠΑ αμφισβητούν ρητά και δεδηλωμένα.
Τι έπεται; Μάλλον άγνωστο ή δύσκολο να προβλεφθεί, όπως δύσκολο είναι να προβλέψουμε κατά πόσο θα επιμείνουν σε αυτές και άλλες αναθεωρητικές στάσεις ή κατά πόσο με όρους κοινών συμφερόντων θα επιδιώξουν το προαναφερθέν modus vivendi πλανητικών και στις περιφερειακών ισορροπιών ισχύος και συμφερόντων.
Εν τούτοις, συνοπτικά εάν όχι μονολεκτικά, υποστηρίζουμε ότι ανεξαρτήτως αλλαγών που επέρχονται η κρατική κυριαρχία / εθνική ανεξαρτησία δύο εκατοντάδων κρατών εκ των οποίων τα περισσότερα έγιναν κυρίαρχα με εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες δεν μπορεί να ανατραπεί. Παραμένει στα θεμέλια του διεθνούς συστήματος και η ύπαρξη διεθνούς τάξης απαιτεί διεθνείς θεσμούς διαχείρισης όλων των ζητημάτων της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής.
Η «απάντηση» των πολλών κυρίαρχων κρατών που απειλούνται ή πλήττονται ποικιλότροπα δεν μπορεί παρά να είναι η εξής: Εμάς τα δύο εκατοντάδες ανεξάρτητα κράτη αργά ή γρήγορα θα μας βρίσκεται απέναντί σας υπερασπιζόμενοι με κάθε μέσο την εθνική μας ανεξαρτησία και το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού και αυτοθέσπισης, δικαίωμα που για εγγενείς λόγους που αφορούν τον χαρακτήρα του σύγχρονου διεθνούς συστήματος αναγνωρίστηκε από όλους το 1945 με την δημιουργία του ΟΗΕ.
Αυτό περίπου υπογράμμισε ο Καναδός πρωθυπουργός στην πρόσφατη εμβληματική του ομιλία του στο Νταβός όταν υπογράμμισε ότι όλα τα λιγότερο ισχυρά κράτη έχουν συμφέρον να δυναμώσουν την αυτοδυναμία τους και την κρατική τους κυριαρχία. Όπως μεταξύ άλλων υποστήριξε: «η κυριαρχία βασιζόταν σε κανόνες, αλλά [πλεον] θα βασίζεται όλο και περισσότερο στην ικανότητα αντοχής στην πίεση. .. Μια χώρα που δεν μπορεί να τραφεί, να τροφοδοτηθεί ή να αμυνθεί έχει λίγες επιλογές. Όταν οι κανόνες δεν σας προστατεύουν πλέον, πρέπει να προστατεύσετε τον εαυτό σας. Αυξήστε τις επιλογές. Αυτό ανοικοδομεί την κυριαρχία – κυριαρχία που κάποτε βασιζόταν σε κανόνες, αλλά θα βασίζεται όλο και περισσότερο στην ικανότητα αντοχής στην πίεση».
Με δεδομένο, επίσης, ότι καταμαρτυρούμενα οδηγούμαστε σε ένα νέο διεθνές περιβάλλον υπό συνθήκες μεγάλης ρευστότητας, περιφερειακά κράτη όπως η Ελλάδα δεν έχουν την πολυτέλεια να μην διαθέτουν στρατηγική που θα τους επιτρέπει αφενός να αποτρέπουν τις εναντίον τους απειλές και αφετέρου θα δημιουργεί προϋποθέσεις επωφελών συναλλαγών με όρους εθνικών συμφερόντων, ιδιαίτερα εντός των συμμαχιών και εντός των διεθνών θεσμών στους οποίους συμμετέχει. Δεν είναι μόνο το γεγονός του Τουρκικού αναθεωρητισμού στο Αιγαίο, την Κύπρο και την Θράκη αλλά και το γεγονός ότι στις γεωπολιτικές ζώνες από την Ευρώπη μέχρι την Άπω Ανατολή ήδη συντελούνται διαρκείς ανακατατάξεις θέσης, ρόλων και συνόρων.
Εάν σταθούμε στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας και ανεξάρτητα εσωτερικών διαιρετικών τάσεων και κομματικών αντιπαραθέσεων, μερικά ζητήματα είναι εξ αντικειμένου πολύ σημαντικά για το Ελληνικό κράτος.
Πρώτον, οι ΗΠΑ αναζητούν περιφερειακά κράτη για ορατές ή αθέατες συναλλαγές που στην περιφέρειά μας αφορούν τα Μεσανατολικά ζητήματα, το Ιράν, τους εμπορικούς και ενεργειακούς δρόμος και την αυξανόμενη επιρροή δυνάμεων όπως η Ρωσία, η Κίνα και Ινδία. Όπως πάντα ισχύει όταν λαμβάνουν χώρα ηγεμονικοί ανταγωνισμοί και ηγεμονικές συναλλαγές συντελούνται ανακατατάξεις εις βάρος των κρατών τα οποία είναι αδύναμα ή δημιουργούν παραστάσεις ότι είναι αδύναμα, κατευναστικά και η κυριαρχία τους αναλώσιμη. Όμως ερωτάται: Ποια κράτη θεωρούνται αναλώσιμα και μη βιώσιμα με αποτέλεσμα να οδηγούνται στην κλίνη του Προκρούστη των ηγεμονικών συναλλαγών; Ως προς αυτό καίριας σημασίας είναι η επισήμανση του εν πολλοίς διαμορφωτή της Μεταπολεμικής Αμερικανικής πολιτικής σκέψης Hans Morgenthau όταν έγραψε ότι: «Βιώσιμα είναι τα κράτη τα οποία διαθέτουν επαρκή ισχύ (και εθνική στρατηγική) για την διασφάλιση της Επικράτειας που προβλέπουν οι Συνθήκες και το διεθνές δίκαιο».
Με καταμαρτυρούμενο δεδομένο ότι η Τουρκία ναι μεν σχοινοβατεί και ριψοκινδυνεύει αλλά ταυτόχρονα με βάση δεδηλωμένα στρατηγικά σχέδια αφενός, επιχειρεί να αναιρέσει την Ελληνική κυριαρχία που προβλέπει το διεθνές δίκαιο στο Αιγαίο (Αιγιαλίτιδα ζώνη 12 μιλίων και όχι μόνο), και αφετέρου, επιχειρεί να καταργήσει την Κυπριακή Δημοκρατία με μη βιώσιμες λύσεις που εμείς δεχόμαστε να συζητούμε και οι οποίες εάν γίνουν αποδεκτές εντάσσουν στα πεδία της Τουρκικής επικυριαρχιάς το ένα δέκατο του Ελληνισμού της Μεγαλονήσου. Συναφώς, όπως έχουμε συχνά υποστηρίξει και όπως είναι εδραιωμένα τεκμηριωμένο στα πεδία της στρατηγικής ανάλυσης ο κατευνασμός αναθεωρητικών απειλών καθιστά ένα κράτος αναλώσιμο και οδηγεί σε πολεμική σύρραξη ή οδυνηρή ήττα χωρίς πόλεμο.
Το κατά πόσο το Ελληνικό κράτος κατευνάζει τον Τουρκικό αναθεωρητισμό ο καθείς μπορεί να το κρίνει. Σε κάθε περίπτωση, όμως, συνεκτιμώντας το γεγονός ότι εάν η Ελλάδα επί δεκαετίες δεν εκπλήρωσε τις πρόνοιες του διεθνούς δικαίου για την Επικράτειά της (για την Αιγιαλίτιδα ζώνη είναι το μόνο κράτος) και δεν εξισορρόπησε την παράνομη Τουρκική παρουσία στην Κύπρο -σημειώνεται ότι ως προς αυτό έχει νόμιμο, νομιμοποιημένο και θεμιτό δικαίωμα επειδή είναι εγγυήτρια δύναμη, επειδή εκεί βρίσκεται το ένα δέκατο του Ελληνισμού και επειδή εάν κυριαρχήσει η Τουρκία αλλάζουν τα γεωπολιτικά δεδομένα-, οι διαρκείς και αναπόδραστα επερχόμενες περιφερειακές ανακατατάξεις ενδέχεται να δημιουργήσουν μεγάλα προβλήματα χάραξης εθνικής στρατηγικής και να ακυρώσουν κάθε δυνατότητα επωφελών συναλλαγών με τις μεγάλες δυνάμεις και ιδιαίτερα με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Συναφώς, χωρίς να θεωρούνται τα μόνα γεγονότα που χρήζει να υπενθυμίσουμε, μπορεί να αναφερθεί ότι η προσπάθεια των ΗΠΑ να αποδυναμώσουν το ενδεχόμενο σύγκρουσης Τουρκίας-Ισραήλ, καταμαρτυρούμενα και αδιάλειπτα επιχειρούν να έχουν για κάποιο χρόνο ακόμη την Τουρκία ενταγμένη στην δική τους πλευρά. Ακόμη, ενθαρρύνουν την Άγκυρα να συνεχίζει να διαδραματίζει μεσολαβητικό ρόλο στην Ουκρανία και άλλες περιφερειακές διενέξεις, συμπεριλαμβανομένης της Γάζας. Η Τουρκία, επιπλέον, διαρκώς ελίσσεται και διαπραγματεύεται όπως για παράδειγμα οι πρόσφατες προσεγγίσεις της Σαουδικής Αραβίας, της Αιγύπτου και όχι μόνο, γεγονός που λογικά δημιουργεί αρνητικές παραστάσεις στην προσπάθεια της Ελλάδας να προσεγγίσει τις ίδιες χώρες και να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο όσον αφορά τους ενεργειακούς και εμπορικούς δρόμους. Το πόσο αυτά είναι σημαντικά και απρόβλεπτα, δεν έχει παρά να παρατηρήσει τις συχνά αβάστακτες συνέπειες ορατών και αθέατων συναλλαγών στην περιφέρειά μας, για παράδειγμα, εις βάρος των Κούρδων στην Συρία.
Πολλά θα μπορούσαν να γραφτούν για τις εν εξελίξει καταιγιστικές στρατηγικές ανακατατάξεις. Ολοκληρώνουμε αναφέροντας συνοπτικά, ότι μέχρι να σταθεροποιηθούν οι τάσεις -εάν, βέβαια, σταθεροποιηθούν- εάν κάτι είναι σίγουρο είναι ότι θα έχουμε αλλαγές συνόρων ή και περίπου κατεδάφιση κρατών. Πάνω στην προαναφερθείσα Κλίνη του Προκρούστη των όπως πάντα ανελέητων ηγεμονικών συναλλαγών και ανακατατάξεων αναλώσιμα θα είναι εκείνα τα περιφερειακά κράτη :
α) τα οποία δεν ορίζουν ρητά και σαφώς τα ιεραρχημένα εθνικά συμφέροντα και δεν υιοθετούν εθνική στρατηγική που τα εκπληρώνει.
β) τα οποία δεν διαθέτουν επαρκή ισχύ και αξιόπιστη εθνική στρατηγική αλλά αντίθετα κατευναστικές προσεγγίσεις που δημιουργούν παραστάσεις ότι είναι αναλώσιμα,
γ) τα οποία δεν γνωρίζουν να συναλλάσσονται εντός και εκτός συμμαχιών για συμμετρικές σχέσεις με όρους εθνικών συμφερόντων και
δ) για στα οποία στις πολιτικές και άλλες συζητήσεις καταμαρτυρείται πως κυριαρχεί άγνοια τόσο του χαρακτήρα και των λειτουργιών κάθε κρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος όσο και τα πάγια διαχρονικά χαρακτηριστικά των στρατηγικών των ηγεμονικών δυνάμεων. Άγνοια ή υποτίμηση, επίσης, για το πόσο σημαντική είναι η επιτάχυνση των αλλαγών στρατηγικών προσανατολισμών και των ανακατατάξεων καθώς κινούμαστε βαθύτερα στον 21ο αιώνα οι οποίες, ανακατατάξεις, επιταχύνθηκαν μετά το 2025-6.