«Μας καλούν αδιάκοπα να είμαστε η άριστη, η πλέον εξαιρετική, η πιο αποδοτική εκδοχή του εαυτού μας -να αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας ως μια μορφή κεφαλαίου που μπορούμε να εκμεταλλευτούμε για το δικό μας κέρδος. Όλοι μας έχουμε γίνει επιχειρηματίες του εαυτού μας», λέει στη HuffPost o καθηγητής Ιταλικής Λογοτεχνίας και Πολιτισμού στο Τμήμα Ρομανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Cornell στις ΗΠΑ, Timothy Charles Campbell, ένας από επιδραστικούς διανοητές διεθνώς, σε μια συζήτηση που έγινε πριν λίγο καιρό με την ευκαιρία της συμμετοχής του στους Τρίτους Δελφικούς Διαλόγους του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών, αλλά αποδεικνύεται πιο επίκαιρη από ποτέ.

Σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ολέθριο το πόσο εύκολα ο διαχωρισμός σε ζωές που αξίζουν προστασία και σε εκείνες που δεν αξίζουν (κάτι που ο ίδιος αποκαλεί βιοπολιτική), έχει γίνει μέρος της εργαλειοθήκης κυβερνήσεων.

Advertisement
Advertisement

Ο καθηγητής Campbell, ένας άνθρωπος με πλατύ χαμόγελο, βαθιά ευγένεια και αγάπη για την Ελλάδα, ο οποίος ασχολείται με τη σύγχρονη ιταλική σκέψη, τη βιοπολιτική και τις σπουδές Μέσων Επικοινωνίας επισημαίνει ακόμα ότι οι επιστήμονες έχουν σίγουρα υποβαθμιστεί πρόσφατα, αλλά δεν είναι σίγουρος κατά πόσο γι’ αυτό φταίνε τα μέσα ενημέρωσης ή πρόκειται για προέκταση μιας αμερικανικής πίεσης αντι-διανοητισμού.

Ο καθηγητής Timothy Charles Campbell

Κατά τον ίδιο, αν ένα από τα πλαίσια της σημερινής «ημέρας» είναι ο πόλεμος, τότε οι φοιτητές του προσπαθούν να επιβιώσουν, όπου επιβίωση σημαίνει την επιλογή μιας κατεύθυνσης που θα τους εξασφαλίσει ένα μέλλον προστατευμένο από ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα. Αυτό οδήγησε στη γέννηση του «Πανεπιστημίου ως κλινική», όπως λέει χαρακτηριστικά.

Παρ’ όλα αυτά, ο Campbell παραμένει αισιόδοξος. «Αναρωτιέμαι τι θα συνέβαινε αν το Πανεπιστήμιο ήταν ένας χώρος όπου τα δημοκρατικά αντικείμενα θα μπορούσαν να πολλαπλασιαστούν – όπου οι φοιτητές θα σχετίζονταν με το πεδίο των σπουδών τους όχι ως προστασία από ένα αβέβαιο και με ταχύτητα μεταβαλλόμενο μέλλον, αλλά ως κάτι που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν και να επαναχρησιμοποιήσουν με τρόπους που δεν εξαντλούν ή καταστρέφουν αυτό που σπουδάζουν», σημειώνει.

-Κύριε καθηγητά, τι είναι η βιοπολιτική; Είναι το σημείο συνάντησης της ζωής και της πολιτικής; Πώς επηρεάζει η βιοπολιτική τη ζωή μας; Αν σας έθετε αυτή την ερώτηση ένας από τους φοιτητές σας, τι θα απαντούσατε;

T.C.: Πράγματι, η βιοπολιτική συνήθως ορίζεται ως ο συνδυασμός των δύο λεξημάτων (σ.σ. λέξημα είναι η ρίζα μιας λέξης), βίος και πολιτική, που αποτελούν τη λέξη, αλλά αρκετά συχνά ο ορισμός φαίνεται να κρύβει περισσότερα παρά να εξηγεί. Πότε δεν ενδιαφερόταν η πολιτική για τη ζωή; Και τι εννοείτε με τον όρο ζωή; Αυτές είναι οι δύο πιο συχνές αντιδράσεις που ακούω από τους φοιτητές.

Οι άνθρωποι εξακολουθούν να αναπολούν τη δεκαετία του 1960 και το πόσο αφοσιωμένοι ήταν οι νέοι τότε, αλλά στη συνέχεια ξεχνούν πόσες φωνές αποκλείστηκαν. Το ίδιο ισχύει και για παλαιότερες περιόδους, όταν στη χώρα μου υπήρχε φιλελεύθερη δημοκρατία αλλά μόνο για τις ελίτ

Advertisement

Προσπαθώ να εξηγήσω τη βιοπολιτική μέσω της πανδημίας. Κατά τη διάρκεια της τριετούς περιόδου, χώρες, πόλεις, πανεπιστήμια αντέδρασαν στον ιό θέτοντας κανόνες κοινωνικής αποστασιοποίησης, καθώς και σε μεταγενέστερο στάδιο, απαιτήσεις για εμβολιασμό. Αυτό είναι ένα τυπικό παράδειγμα βιοπολιτικής, όπου οι αρχές θέσπισαν νόμους και κανονισμούς, σκοπός των οποίων ήταν να σταματήσουν την εξάπλωση του ιού, αυτού που θεωρούνταν απειλή. Τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για τον έλεγχο της εξάπλωσης στον πληθυσμό, αλλά και τα ποσοστά μόλυνσης, θανάτου κ.λπ. είναι τυπικά μιας βιοπολιτικής προσέγγισης. Δεν επρόκειτο για περισσότερη ή λιγότερη φορολογία, ή οτιδήποτε άλλο σκεφτόμαστε συνήθως όταν αναφερόμαστε στην πολιτική, αλλά για στιγμές που η «υγεία» του πληθυσμού έρχεται σε πρώτο πλάνο. Αν σκεφτούμε την πανδημία, έχουμε ένα πρόσφατο και ισχυρό παράδειγμα βιοπολιτικής. Φυσικά, δεν αντέδρασαν όλες οι πολιτείες, οι πόλεις, οι περιοχές με τον ίδιο τρόπο, πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχουν βαθμοί βιοπολιτικής αντίδρασης. Αλλά η βασική έννοια της διακυβέρνησης ενός πληθυσμού -πράγματι, η διακυβέρνηση και η υγεία συνδέονται στενά ήδη από την περίοδο ανάδυσης της βιοπολιτικής- συνιστά τον πυρήνα της έννοιας της βιοπολιτικής.

Αλλά η βιοπολιτική δεν είναι μόνο αυτό. Ο όρος αναφέρεται επίσης σε ένα είδος υποκειμένου, ένα είδος ατόμου που κυβερνάται βάσει της ταυτότητάς του και της συλλογικής του θέσης εντός της κοινωνίας. Αυτό σημαίνει ότι η βιοπολιτική δεν κυβερνά μόνο τους πληθυσμούς, αλλά έχει δραματικές επιπτώσεις σε εμάς και τη συμπεριφορά μας, γεγονός που εξηγεί γιατί για πολλούς η βιοπολιτική είναι ένα πρόβλημα στο οποίο πρέπει να αντισταθούμε. Η βιοπολιτική τείνει να παράγει παθητικά υποκείμενα, αυτό που ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν έχει χαρακτηρίσει ως «γυμνή ζωή», η οποία είναι ζωή ή ύπαρξη που δεν έχει πλέον καμία πολιτική δράση και η οποία μπορεί ως αποτέλεσμα, ας το πούμε προς το παρόν έτσι, να «είναι διαχειρίσιμη (από άλλους)» ή να αφήνεται να σβήσει. Στο πλαίσιο της πανδημίας, πολλοί αποδέχτηκαν περιορισμούς στις συναθροίσεις λόγω της απειλής που αποτελούσαν για τη συλλογική υγεία. Είτε πιστεύετε ότι αυτό ήταν απαραίτητο είτε ότι αποτελούσε δεδικασμένο για κυβερνητικές υπερβολές, και οι δύο απαντήσεις χαρακτηρίζονται ως βιοπολιτικές.

-Οι περισσότεροι νέοι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται για την πολιτική –κι αυτό συμπεριλαμβάνει την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος, την ψήφο. Συμφωνείτε με αυτή την παρατήρηση;

Advertisement

T.C.: Ξέρω ότι αυτό είναι αλήθεια και είναι χρήσιμο ότι στην ερώτησή σας κάνετε τη σύνδεση μεταξύ της ψήφου και της πολιτικής. Αυτός είναι ο παραδοσιακός τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πολιτική στις φιλελεύθερες δημοκρατίες: Ψηφοφορία, πολιτικά κόμματα, τα τελετουργικά, οι διαδικασίες ενός συγκεκριμένου είδους δημοκρατικής ζωής. Αυτό όμως που απαιτεί εξήγηση είναι γιατί οι νέοι άνθρωποι ψηφίζουν λιγότερο ή απλά έχουν λιγότερη διάθεση όχι μόνο να ψηφίσουν αλλά και να συμμετάσχουν ευρύτερα στις δημοκρατικές πολιτικές διαδικασίες. Η βιοπολιτική δίνει μια απάντηση. Οι κυβερνήσεις δεν ασχολούνται με τους πολίτες αλλά με τους πληθυσμούς και ένα από τα αποτελέσματα είναι ακριβώς αυτή η έλλειψη ενδιαφέροντος εκ μέρους των πληθυσμών. Η φιλελεύθερη δημοκρατία ήταν πάντα γοητευμένη από τη βιοπολιτική, αλλά σήμερα έχει πάρει διαστάσεις κρίσης, κάτι που βλέπουμε στα κινήματα που διαπνέονται από λαϊκισμό (populist movements) – εκεί που πριν δεν μπορούσαμε να δούμε τα προβλήματα της φιλελεύθερης δημοκρατίας, τώρα μπορούμε.

Η έντονη πόλωση ήταν πάντα χαρακτηριστικό της δημοκρατίας από την αρχαία Ελλάδα μέχρι σήμερα

Ίσως είναι ζήτημα ικανοποίησης. Πολλοί νέοι άνθρωποι δεν φαίνεται να συμπαθούν ιδιαίτερα τη δημοκρατία ή να την απολαμβάνουν. Ούτε εμένα μου αρέσει ιδιαίτερα να ψηφίζω, αλλά το κάνω επειδή είναι η ευθύνη μου ως πολίτης, ακόμη και αν τις περισσότερες φορές απεχθάνομαι το αποτέλεσμα. Ίσως η απάντηση να είναι ότι δεν υπάρχουν πολλά που να αρέσουν στην πολιτική της φιλελεύθερης δημοκρατίας, γεγονός που μιλάει για την ανάγκη, την οποία προσπάθησα να περιγράψω στην ομιλία μου κατά τη διάρκεια των 3ων Δελφικών Διαλόγων, να αναρωτηθούμε με κάθε ειλικρίνεια, τι αξίζει να διατηρηθεί στη φιλελεύθερη δημοκρατία και τι έχει ξεπεραστεί προ πολλού (και πρέπει να το) επανεξετάσουμε ή αφήσουμε πίσω μας.

Advertisement

Για να ξεκαθαρίσω τα πράγματα, αυτή η έλλειψη ικανοποίησης δεν περιορίζεται μόνο στους νέους. Κάποιοι μίλησαν για μια γενική αποδυνάμωση των θεσμών, δημοκρατικών ή άλλων. Κατά τη γνώμη μου, μέρος του προβλήματος είναι η συνεχιζόμενη εξιδανίκευση παλαιότερων μορφών φιλελεύθερης δημοκρατίας και η αποτυχία να τις επαναπροσδιορίσουμε σήμερα. Ξέρετε, οι άνθρωποι εξακολουθούν να αναπολούν τη δεκαετία του 1960 και το πόσο αφοσιωμένοι ήταν οι νέοι τότε, αλλά στη συνέχεια ξεχνούν πόσες φωνές αποκλείστηκαν. Το ίδιο ισχύει και για παλαιότερες περιόδους, όταν στη χώρα μου υπήρχε φιλελεύθερη δημοκρατία αλλά μόνο για τις ελίτ. Υποψιάζομαι ότι θα θελήσετε να με ρωτήσετε τι πρέπει να κάνουμε για να σταματήσουμε να εξιδανικεύουμε κάποιες πτυχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας, και συγκεκριμένα ποιές, αλλά θα προτιμούσα να μην καταρτίσω έναν κατάλογο με το τι πρέπει να πετάξουμε και τι να κρατήσουμε. Αυτό θα ήταν το ζητούμενο μιας αυθεντικής δημοκρατικής ενασχόλησης με το ζήτημα.

-Κατά τη γνώμη σας, ποιες είναι ενδεχομένως οι πιο σοβαρές απειλές για τη δημοκρατία στον δυτικό κόσμο σήμερα; Η άνοδος του αυταρχισμού, ο λαϊκισμός, η έντονη πόλωση, η οικονομική ανισότητα [το πλουσιότερο 1%], η Άγρια Δύση της Τεχνητής Νοημοσύνης;

T.C.: Όλα αυτά αποτελούν απειλές, αλλά αναρωτιέμαι αν αυτό που όλα αυτά έχουν κοινό είναι η αντίδραση που προκαλούν σε ορισμένους στην κοινωνία οι οποίοι πιστεύουν ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία θα τους σώσει από αυτές τις απειλές. Ενώ στην πραγματικότητα οι απειλές, σχεδόν όλες, είναι αποτέλεσμα χαρακτηριστικών που σχετίζονται με τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Ο αυταρχισμός και ο λαϊκισμός δεν θα ήταν δυνατοί χωρίς τη φιλελεύθερη δημοκρατία και το δικαίωμα ψήφου. Η έντονη πόλωση ήταν πάντα χαρακτηριστικό της δημοκρατίας από την αρχαία Ελλάδα μέχρι σήμερα – πείτε μου ότι υπήρξε λιγότερη πόλωση κατά τη διάρκεια της γαλλικής ή της αμερικανικής επανάστασης. Όσον αφορά την οικονομική ανισότητα, ναι, είναι χειρότερη σήμερα από ό,τι στο παρελθόν, πολύ πολύ χειρότερη, αλλά η ευθύνη μπορεί να αποδοθεί στη φιλελεύθερη δημοκρατία και στις επανειλημμένες αποτυχίες της να λάβει σοβαρά υπόψη τις επιπτώσεις της ανισότητας που παράγει ο καπιταλισμός, όψιμος και μη. Πράγματι, η ανισότητα, η οποία είναι απλώς ένα άλλο όνομα για κάποιες ζωές που έχουν μεγαλύτερη σημασία από άλλες, είναι επίσης και βαθύτερα ένα πρόβλημα της βιοπολιτικής της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Τι κι αν ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα είναι ακριβώς η φιλελεύθερη δημοκρατία και η εξιδανίκευσή της;

Advertisement

Μπορώ να σας πω ότι υπάρχει σαφώς λιγότερη εξιδανίκευση της φιλελεύθερης δημοκρατίας στη Δεξιά- δεν θα διάβαζαν τον Schmitt και τον Strauss αν ήταν διαφορετικά. Η φιλελεύθερη δημοκρατία ακροβατεί στον γκρεμό και πολλοί από αυτούς προσπαθούν εδώ και χρόνια να την σπρώξουν προς τα κάτω. Ταυτόχρονα, νομίζω ότι προσφέρουμε στον εαυτό μας και στη σκέψη μας κακές υπηρεσίες αν δεν είμαστε βάναυσα ειλικρινείς για το πού έχει αποτύχει η φιλελεύθερη δημοκρατία. Και για να γίνω σαφής, με τον όρο εξιδανίκευση αναφέρομαι στην πεποίθηση ότι κάπως η φιλελεύθερη δημοκρατία είναι ηθικά πιο ορθή, ότι απλώς χρειάζεται χρόνο για να αυτο-διορθωθεί. Αυτή είναι μια αφελής στάση και στην πραγματικότητα αποτελεί μέρος μιας βιοπολιτικής του φιλελεύθερου δημοκρατικού είδους που περιέγραψα προηγουμένως.

Advertisement

Η ιδιότητα του πολίτη απαιτεί την αίσθηση του συλλογικού, και αν (η κοινωνία) μας επαναφέρει αδιάκοπα στο «πότε φτάνει το πακέτο μου από το Amazon», ή γενικότερα στο ερώτημα «τι με συμφέρει οικονομικά», είναι δύσκολο να δούμε πώς αλλάζει κάτι από όλα αυτά

Ήθελα όμως να επιστρέψω στην AI. Μου αρέσει πολύ ο συσχετισμός σας με την Άγρια Δύση (το γεγονός ότι η AI γεννήθηκε στην Καλιφόρνια την κάνει τρομακτικά επίκαιρη σε σχέση με παλαιότερες εποχές). Πότε τελείωσε η Άγρια Δύση; Φαίνεται σαν η Άγρια Δύση να αποτελεί συστατικό μέρος ενός συγκεκριμένου είδους άγριου καπιταλισμού (και έτσι ήταν από τις απαρχές της). Και όμως υπάρχει κάτι πιο ολέθριο σήμερα. Εν μέρει ο λόγος είναι το πόσο εύκολα η βιοπολιτική (ο διαχωρισμός της ζωής σε ζωές που αξίζουν προστασία και σε εκείνες που δεν αξίζουν) έχει ενσωματωθεί στο οπλοστάσιο των κυβερνήσεων. Σήμερα μοιάζει σαν η Τεχνητή Νοημοσύνη να υλοποιεί τις δυνατότητες της κρατικής εξουσίας με τρόπους αδιανόητους στο παρελθόν, με τους οποίους εννοώ τη διαχείριση των πληθυσμών και τις προσπάθειες διαχείρισης της συμπεριφοράς. Αυτό είναι που με ανησυχεί περισσότερο σήμερα για τη βιοπολιτική, η οποία παρεμπιπτόντως ισχύει ανεξάρτητα από το συγκεκριμένο όνομα ή τη μορφή που δίνουμε στην πολιτική ενός συγκεκριμένου κράτους. Η συνάδελφός μου Yasmeen Arif στο Shiv Nadar στο Νέο Δελχί έχει μιλήσει για μια «αναδυόμενη πλανητική κυβερνησιμότητα», έναν όρο που επιχειρεί να συλλάβει αυτή τη στιγμή τη δυνατότητα της Τεχνητής Νοημοσύνης να υλοποιήσει μια πλανητική μορφή διοικητικής διακυβέρνησης. Είναι μια ανησυχητική συγκυρία και σε στιγμές όπως αυτές πρέπει να σκεφτούμε αυτό που δεν έχουμε σκεφτεί πριν.

-Συχνά αναφέρεται ότι έχουμε «μεταμορφωθεί» από πολίτες σε καταναλωτές. Ποια θα λέγατε ότι είναι η βασική αιτία;

Advertisement

T.C.: Η βασική αιτία της στροφής προς τον καταναλωτισμό και την απομάκρυνση από την ιδιότητα του πολίτη είναι σίγουρα ο καπιταλισμός, ιδιαίτερα η νεοφιλελεύθερη εκδοχή του, στην οποία μας «καλούν» αδιάκοπα να είμαστε η άριστη, η πλέον εξαιρετική, η πιο αποδοτική εκδοχή του εαυτού μας -να αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας ως μια μορφή κεφαλαίου που μπορούμε να εκμεταλλευτούμε για το δικό μας κέρδος. Όλοι μας έχουμε γίνει επιχειρηματίες του εαυτού μας – ξέρω ότι αυτό έχει ειπωθεί μέχρι αηδίας, τόσο πολύ ώστε να αποτελεί πλέον κοινοτοπία, αλλά παρ’ όλα αυτά αξίζει να το επαναλάβουμε. Και ο λόγος είναι ότι όταν η προσοχή μας στρέφεται διαρκώς στην παράσταση, στη σύγκριση με τον εαυτό μας του χθες και με τον μελλοντικό εαυτό μας του αύριο, οι δημοκρατικοί μας μύες ατροφούν. Η ιδιότητα του πολίτη απαιτεί την αίσθηση του συλλογικού, και αν (η κοινωνία) μας επαναφέρει αδιάκοπα στο «πότε φτάνει το πακέτο μου από το Amazon», ή γενικότερα στο ερώτημα «τι με συμφέρει οικονομικά», είναι δύσκολο να δούμε πώς αλλάζει κάτι από όλα αυτά.

Ταυτόχρονα, η ιδιότητα του πολίτη που ορίζεται ως καθήκοντα προς την κοινότητα και ο καταναλωτισμός που ορίζεται ως ικανοποίηση των αντιληπτών αναγκών ενός ατόμου – ήταν πάντα σε ένταση. Αυτό αποτελεί μέρος της ιστορίας των ατόμων στις καπιταλιστικές κοινωνίες για όσο καιρό υπάρχει καπιταλισμός. Τι έχει αλλάξει; Η πολιτική έχει παρασυρθεί από τις παραδοσιακές τελετουργίες του εκλογικού δικαιώματος σε κάτι που βασίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στην κατανάλωση. Σήμερα καταναλώνουμε την πολιτική όσο καταναλώνουμε ο,τιδήποτε άλλο (αρκεί να σκεφτεί κανείς τον μεγιστάνα Σίλβιο Μπερλουσκόνι στην Ιταλία ως τον πρόδρομο της σημερινής πολιτικής και ένα πολιτικό κόμμα που δημιουργήθηκε και αναδιαμορφώθηκε κατ’ εικόνα του μεγιστάνα). Η πολιτική είναι μια επιχείρηση που προσφέρει αγαθά προς κατανάλωση. Οι απόψεις, τα γεγονότα και οι αλήθειες είναι προς πώληση. Σε αυτό το πλαίσιο, τα παραδείγματα από τη χώρα μου είναι δυστυχώς πολλά, αλλά τα παραδείγματα ξεκίνησαν πολύ πριν από το 2016 και αυτό συμβαίνει επειδή η πολιτική είναι ένα εμπόρευμα όπως όλα τα άλλα.

Στη δεκαετία του 1970 ο Γάλλος φιλόσοφος Paul Virilio χρησιμοποίησε τον όρο «dromology» για να μελετήσει τον τρόπο με τον οποίο η επιτάχυνση συνιστά μια μορφή βίας -κατά την άποψή του, η ταχύτητα και ο πόλεμος είναι ο ένας καθρέφτης του άλλου

Για να αντιστραφεί αυτή η τάση θα απαιτηθεί μια διεξοδική κριτική του πού βρισκόμαστε τώρα. Η έννοια του «κομμουνισμού της αποανάπτυξης» του Kohei Saito έρχεται στο μυαλό μου ως μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πρόσφατες προσπάθειες. Αλλά πρέπει επίσης να σκεφτούμε πώς θα μπορούσαμε να σχετιστούμε με τα αντικείμενα – συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών αντικειμένων – με διαφορετικό τρόπο. Από την πλευρά μου, προσπάθησα στην εισήγηση μου στους Δελφούς να υποστηρίξω αυτό που ονομάζω «δημοκρατικά αντικείμενα». Με τον όρο αυτό εννοώ αντικείμενα που μας απογοητεύουν επειδή δεν μπορούμε να σχετιστούμε μαζί τους με τέτοιο τρόπο ώστε να τα καταναλώσουμε. Βασίζομαι στην ψυχανάλυση, ιδιαίτερα στον D.W. Winnicott, για να υποστηρίξω ότι χρειαζόμαστε αντικείμενα που χρησιμοποιούμε και όχι μόνο εκείνα με τα οποία σχετιζόμαστε ως «δικά μας». Όσο αντιμετωπίζουμε τα αντικείμενα, ιδίως τα πολιτικά, ως προέκταση της ταυτότητάς μας, όπως μια μάρκα που αγοράζουμε, δεν φτάνουμε ποτέ στην καρδιά του προβλήματος.

-Ο κόσμος φαίνεται να επιταχύνει πιο γρήγορα από ποτέ. Νιώθουμε να μας περιβάλλει ο θυμός και ένα σωρό μέτωπα πολεμικών συγκρούσεων. Δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ πώς νιώθουν οι νέοι γι’ αυτό και τι ελπίζουν. Έχετε νιώσει ότι αυτό πυροδοτεί φόβο ή απαισιοδοξία στους φοιτητές σας;

T.C.: Στη δεκαετία του 1970 ο Γάλλος φιλόσοφος Paul Virilio χρησιμοποίησε τον όρο «dromology» για να μελετήσει τον τρόπο με τον οποίο η επιτάχυνση συνιστά μια μορφή βίας -κατά την άποψή του, η ταχύτητα και ο πόλεμος είναι ο ένας καθρέφτης του άλλου. Ο Virilio ήρθε στο μυαλό μου όταν αναφερθήκατε σε έναν κόσμο «πιο γρήγορο από ποτέ». Ο θυμός και ο πόλεμος θα ήταν, κατά την άποψη του Virilio, τα αναπόφευκτα αποτελέσματα ενός κόσμου που επιταχύνεται – αν και το «επιταχύνεται» δεν πάει αρκετά μακριά, δεδομένου ότι η ανθρώπινη δράση έχει ξεπεραστεί από την ταχύτητα της τεχνητής νοημοσύνης, για να αναφέρουμε το πιο προφανές παράδειγμα. Υπάρχουν φυσικά πολλά άλλα.

Αν ένα από τα σημερινά ζητήματα είναι ο πόλεμος, τότε οι φοιτητές αντιδρούν σ’ αυτόν με τρόπους που δεν προκαλούν έκπληξη. Πολλοί απλώς προσπαθούν να επιβιώσουν σήμερα και αύριο, όπου επιβίωση σημαίνει την επιλογή μιας κατεύθυνσης που θα τους εξασφαλίσει ένα μέλλον προστατευμένο από ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα (και αυτό δεν ισχύει μόνο για τους προπτυχιακούς φοιτητές της ιατρικής αλλά και για τους επιστήμονες πληροφορικής και τους μηχανικούς). Αυτό οδήγησε σε αυτό που ένας συνάδελφός μου, ο Grant Farred, αποκαλεί μισοαστειευόμενος τη γέννηση του Πανεπιστημίου ως κλινική. Αν κάποιος βρίσκεται διαρκώς σε survival mode, κατάσταση επιβίωσης, τότε το Πανεπιστήμιο καταλήγει να παρέχει φροντίδα. Το σημερινό Πανεπιστήμιο είναι βιοπολιτικό: Το Πανεπιστήμιο ως το ίδρυμα που παρέχει φροντίδα σε ένα πλαίσιο αδιάκοπης επιτάχυνσης.

Τι ελπίζουν οι φοιτητές μου; Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει, το τέλος της ταχύτητας ως μορφής βίας και ναι, σίγουρα αυτή είναι μια ελπίδα. Οι σπουδές στο εξωτερικό συχνά θεωρούνται ως μια αποδεκτή και προσδοκώμενη ανάπαυλα, αλλά το έτος ή το εξάμηνο πάντα τελειώνει. Και όμως, ειλικρινά είμαι αισιόδοξος. Βιώνοντας το Πανεπιστήμιο λιγότερο ως κλινική και περισσότερο ως χώρο για να σχετίζεσαι με τον εαυτό σου και τους άλλους διαφορετικά – αυτό ευθυγραμμίζεται με τρόπους που ακόμα θεωρητικοποιώ με τα δημοκρατικά αντικείμενα. Αναρωτιέμαι τι θα συνέβαινε αν το Πανεπιστήμιο ήταν ένας χώρος όπου τα δημοκρατικά «αντικείμενα» θα μπορούσαν να πολλαπλασιαστούν – όπου οι φοιτητές θα σχετίζονταν με το πεδίο των σπουδών τους όχι ως προστασία από ένα αβέβαιο και και ταχέως μεταβαλλόμενο μέλλον, αλλά ως κάτι που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν και να επαναχρησιμοποιήσουν με τρόπους που δεν εξαντλούν ή καταστρέφουν αυτό που σπουδάζουν.

-Πιστεύετε ότι ο ρόλος των επιστημόνων, των διανοουμένων, των φιλοσόφων έχει υποβαθμιστεί στον δημόσιο διάλογο; Εάν ναι, πόσο μεγάλη ευθύνη φέρουν τα μέσα ενημέρωσης;

T.C.: Ξέρω ότι είναι εύκολο να κατηγορήσει κανείς τα μέσα ενημέρωσης για τον «υποβαθμισμένο» ρόλο των επιστημόνων, των διανοουμένων και των φιλοσόφων στη δημόσια «αρένα», και σίγουρα η κακή πίστη πολλαπλασιάζεται όσο ποτέ άλλοτε μεταξύ ορισμένων μέσων ενημέρωσης, αλλά υποψιάζομαι ότι το θέμα είναι πιο περίπλοκο.

Σε μια από τις πατρίδες μου (ζω μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιταλίας), οι διανοούμενοι και ιδιαίτερα οι φιλόσοφοι απολαμβάνουν υποβαθμισμένη θέση σχεδόν από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Οι επιστήμονες έχουν σίγουρα υποβαθμιστεί πρόσφατα, αλλά δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο γι’ αυτό φταίνε τα μέσα ενημέρωσης ή κατά πόσο ήταν προέκταση μιας αμερικανικής πίεσης αντιδιανοητισμού. Σίγουρα, τα μέσα ενημέρωσης δεν ανταποκρίθηκαν στην πρόκληση να προβάλουν την υπόθεση της χρηματοδότησης του NIH (σ.σ. στο πάγωμα από την κυβέρνηση Τραμπ της χρηματοδότησης του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας των ΗΠΑ / NIH, μεγαλύτερου οργανισμού βιοϊατρικής έρευνας στον κόσμο) ή της αποκατάστασης των ομοσπονδιακών επιχορηγήσεων φέτος.

Όταν είπα νωρίτερα ότι το ζήτημα είναι πιο σύνθετο, αυτό ακριβώς εννοούσα.. Αν θεωρείτε ότι ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης είναι να λένε την αλήθεια, τότε ναι, φέρουν ευθύνη. Αλλά αν πιστεύετε ότι τα μέσα ενημέρωσης δεν ασχολούνται με το αληθές και το ψευδές, αλλά μάλλον με το να καθορίζουν τι χαρακτηρίζεται ως πληροφορία και τι ως μη πληροφορία – όπως υποστηρίζει ο θεωρητικός των μέσων ενημέρωσης Niklas Luhmann – αυτό σημαίνει ότι υπάρχει κάτι που εξακολουθεί να διαφεύγει της διαφοράς πληροφορία/μη πληροφορία για τους επιστήμονες. Τι θα μπορούσε να κάνει τους επιστήμονες και τα αντικείμενα μελέτης τους να θεωρούνται πληροφορίες; Το πανεπιστήμιό μου έχει αρχίσει να μιλάει για τη συμβολή της επιστήμης στην υγεία, για τις ανακαλύψεις με την ελπίδα ότι αυτές θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως πληροφορίες, αλλά οι προσπάθειες συνεχίζουν να μην πετυχαίνουν το στόχο. Δεν έχω μια ειλικρινή απάντηση στο ερώτημά σας, αλλά ένα μέρος του προβλήματος φαίνεται να είναι ένα δομικό ζήτημα με τα μέσα ενημέρωσης και όχι ένα πρόβλημα που περιορίζεται μόνο στην κακή πίστη.

-Με την ευκαιρία των Τρίτων Δελφικών Διαλόγων, ο Παναγιώτης Ροϊλός, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών, είχε δηλώσει σε συνέντευξή του ότι οι πολίτες δεν πρέπει να αισθάνονται ότι έχουν στερηθεί οποιαδήποτε πραγματική έκφραση γνώμης για τη μελλοντική βελτίωση της ζωής τους. Αν οι πολίτες αποδεχτούν αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα, τότε ίσως το status quo όπως το έχουμε γνωρίσει να έχει τελειώσει.

T.C.: Συμφωνώ ολόψυχα με τους φόβους του προέδρου Ροϊλού για το μέλλον της δημοκρατίας. Αν οι πολίτες αισθάνονται ότι δεν έχουν πραγματικό λόγο στη ζωή τους, τότε το παιχνίδι έχει τελειώσει. Το κλειδί είναι πώς θα αποφύγουμε να αποδεχτούν οι πολίτες ένα τέτοιο ζοφερό μέλλον.
Έχω να κάνω δύο παρατηρήσεις, καμία από τις οποίες δεν είναι ούτε γρήγορη ούτε εύκολη. Η πρώτη είναι ότι πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με τη δημοκρατία – η δημοκρατία δεν πρόκειται να μας σώσει (από την κλιματική αλλαγή, από την τεχνολογία που καθιστά το μέλλον μόνο μια εκδοχή του παρελθόντος, όπως κάνει η τεχνητή νοημοσύνη) και το να πιστεύουμε ότι η δημοκρατία έχει αυτή τη δύναμη είναι σαν να την εξιδανικεύουμε με τρόπους που είναι αντιπαραγωγικοί. Η ιστορία είναι διάσπαρτη με τα πτώματα των νεκρών που πολεμήθηκαν στο όνομά της, αλλά και των πολλών που πέθαναν και συνεχίζουν να πεθαίνουν εξαιτίας της επίμονης ανάγκης της φιλελεύθερης δημοκρατίας να αποκλείει. Ας μην ξεχνάμε επίσης, όπως σημείωσε ο πρόεδρος Ροϊλός κατά τη διάρκεια των Τρίτων Δελφικών Διαλόγων, ότι η αθηναϊκή δημοκρατία προϋπέθετε βέβαια την ύπαρξη αρκετού ελεύθερου χρόνου, πράγμα που συνεπαγόταν τη θεσμοθέτηση της δουλείας. Η δημοκρατία είναι προβληματική, φυσικά και είναι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι την εγκαταλείπουμε κιόλας. Σημαίνει όμως να έχουμε τα μάτια μας ορθάνοιχτα για τα πλεονεκτήματα και τα ελαττώματά της.

Σε αυτό το σημείο, μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμο να αλλάξουμε την εστίαση από το macro στο micro, από το παγκόσμιο ή το εθνικό στο τοπικό. Εκεί είναι που η δημοκρατία, νοούμενη ως συμμετοχή στις υποθέσεις που αφορούν μια γειτονιά ή ένα πανεπιστήμιο ή μια πόλη, μπορεί να βιωθεί πιο οικεία. Ναι, φυσικά είναι απογοητευτικό όταν δεν παίρνουμε τη λύση που θέλουμε, γιατί αυτό είναι μια σίγουρη δυνατότητα σε μια δημοκρατία. Είναι απογοητευτικό κυρίως επειδή είμαστε όλοι τόσο τρομερά απασχολημένοι με τις ζωές μας, τις δουλειές μας, με την επιβίωσή μας.

Το δεύτερο είναι να αναφερθώ σε κάτι που είπαν τόσο ο Michael Hardt όσο και ο Didier Fassin κατά τη διάρκεια του συνεδρίου. Ο Hardt σημείωσε την έλλειψη διεθνισμού στην Αριστερά κατά τη διάρκεια της ομιλίας του και των ερωτήσεων και απαντήσεων, ενώ ο Fassin παρατήρησε ότι υπήρξε ένας αναμφισβήτητος διεθνισμός της Δεξιάς (του Τραμπ, της Μελόνι, του Όρμπαν, του AfD κ.λπ.). Εκδηλώσεις όπως οι Δελφικοί Διάλογοι του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου αποτελούν μέρος μιας απάντησης στις, ας τις ονομάσουμε προς το παρόν, «επιτυχίες» της Δεξιάς. Τα τελευταία δύο χρόνια έχω δει πόσο μεγάλη επιθυμία υπάρχει μεταξύ των φοιτητών, πιο πρόσφατα εδώ στην Ελλάδα, αλλά και στις χώρες καταγωγής μου, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ιταλία, καθώς και στην Ινδία, για έναν διεθνή διάλογο και για ευκαιρίες να σκεφτούμε μαζί συλλογικά.

Λίγα λόγια για τον Timothy Campbell

Ο Timothy Campbell είναι καθηγητής Ιταλικής Λογοτεχνίας και Πολιτισμού στο Τμήμα Ρομανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Cornell και ασχολείται με τη σύγχρονη ιταλική σκέψη, τη βιοπολιτική και τις σπουδές μέσων επικοινωνίας. Το επιστημονικό έργο του περιλαμβάνει μεταφράσεις των βιβλίων του Roberto Esposito, Bios: Biopolitics and Philosophy και Communitas: The Origin and Destiny of Community. Επίσης, συμμετείχε στη μετάφραση του έργου του Carlo Diano Form and Event και υπήρξε επιμελητής της σειράς “Commonalities” των εκδόσεων Fordham University Press και συνεπιμελητής, μαζί με τον Adam Sitze, του Biopolitics: A Reader. 

Μεταξύ των έργων του περιλαμβάνονται τα βιβλία Improper Life: Technology and Biopolitics from Heidegger to Agamben και Techne of Giving: Cinema and the Generous Form of Life. Το πιο πρόσφατο έργο του, The Comic Self: Toward Dispossession, συγγράφηκε σε συνεργασία με τον Grant Farred. Αυτή την περίοδο ολοκληρώνει το επόμενο βιβλίο του, που πραγματεύεται την πόλη και την πλανητική διακυβερνησιμότητα. Ο Timothy Charles Campbell μίλησε στους 3ους Δελφικούς Διαλόγους του ΕπΚε Δ με θέμα: «Οι χρήσεις της δημοκρατίας: Αναδιατύπωση της βιοπολιτικής» https://eccd.gr/