Ένας πρώην αρχηγός «συμμορίας του δρόμου» (street gang) του δρόμου, ο οποίος κατηγορούνταν ότι ενορχήστρωσε τη δολοφονία του αστέρα της χιπ-χοπ Tupac Shakur —ο οποίος έπεσε νεκρός από πυρά κατά τη διάρκεια επίθεσης από διερχόμενο όχημα στο Λας Βέγκας πριν από τρεις δεκαετίες— κρίθηκε τη Δευτέρα ένοχος για φόνο.
Η καταδίκη αφορά τη συμμετοχή του σε ένα έγκλημα που παρέμενε επί μακρόν ανεξιχνίαστο και σίγησε φίμωσε μία από τις πιο επιδραστικές φωνές της ραπ μουσικής.
Οι ένορκοι δικαστηρίου στην κομητεία Κλαρκ της Νεβάδα συσκέπτονταν επί σχεδόν τρεις ώρες πριν κρίνουν τον 63χρονο Duane “Keffe D” Davis ένοχο για φόνο πρώτου βαθμού με χρήση φονικού όπλου, ολοκληρώνοντας έτσι μια δίκη διάρκειας 11 ημερών σε δικαστήριο του κέντρου του Λας Βέγκας.
Ο Davis αντιμετωπίζει τη μέγιστη ποινή της ισόβιας κάθειρξης χωρίς δυνατότητα υφ’ όρον απόλυσης, κατά την ανακοίνωση της ποινής του στις 13 Οκτωβρίου.
Ο Davis δήλωσε στον δικαστή ότι «προτίθεται να ασκήσει έφεση για την υπόθεση».
Αρκετοί παρευρισκόμενοι στο ακροατήριο σκούπισαν τα δάκρυά τους και αγκάλιασαν τον εισαγγελέα, καθώς η συνεδρίαση του δικαστηρίου ολοκληρωνόταν.
Εκπρόσωποι της Εισαγγελίας της Κομητείας Κλαρκ και ο δικηγόρος του Davis δεν απάντησαν άμεσα σε αιτήματα για σχολιασμό της απόφοασης.
Ο Binu Palal, από την Εισαγγελία της Κομητείας Κλαρκ, εξήγησε στους ενόρκους ότι, βάσει του κώδικα τιμής των συμμοριών του δρόμου, ο Davis δεν μπορούσε να αφήσει ατιμώρητο τον ξυλοδαρμό του ανιψιού του. «Τι έκανε, λοιπόν; Προμηθεύτηκε πυροβόλο όπλο, συγκέντρωσε την ομάδα του και βγήκε να εντοπίσει τον κ. Shakur», δήλωσε ο Palal.
Η αστυνομία αναφέρει ότι υποψιαζόταν εδώ και καιρό τον Davis, αλλά δεν διέθετε επαρκή στοιχεία για να του απαγγείλει κατηγορίες, μέχρι τη στιγμή που εκείνος άρχισε να μιλά δημόσια για την ιστορία του σε μέσα ενημέρωσης και σε ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο. Τα στοιχεία αυτά, σε συνδυασμό με τις ηχογραφήσεις των μυστικών συναντήσεών του με ερευνητές, αποτελούν τον βασικό κορμό της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής.
«Μυθοπλασία, όχι πραγματικότητα»
Ο δικηγόρος του Davis, Michael Sanft, δήλωσε στους ενόρκους κατά την τελική του αγόρευση ότι η ιστορία του πελάτη του δεν μπορούσε να επιβεβαιωθεί από αποδεικτικά στοιχεία και δεν έπρεπε να θεωρηθεί αξιόπιστη.
Ανέφερε επίσης ότι η υπόθεση είχε αμαυρωθεί από τη διαφθορά της αστυνομίας, την κακοδιαχείριση και την απώλεια φακέλων.
«Διαβάζετε ένα βιβλίο που αποτελεί μυθοπλασία και όχι πραγματικότητα, αλλά η Πολιτεία θέλει να πιστέψετε ότι αυτό συνιστά, κατά κάποιον τρόπο, ομολογία», είπε ο Sanft, αναφερόμενος στα απομνημονεύματα του Davis με τίτλο «Compton Street Legend», που κυκλοφόρησαν το 2019.
Τις τελευταίες δύο εβδομάδες, οι εισαγγελείς παρουσίασαν στους ενόρκους ηχογραφήσεις διάρκειας πολλών ωρών, στις οποίες ο Davis δήλωνε ότι είχε εξοργιστεί αφότου ο Shakur και η συνοδεία του είχαν ξυλοκοπήσει τον ανιψιό του.
Ο Davis και τρεις ακόμη άνδρες —ανάμεσά τους και ο ανιψιός του— αναζήτησαν τον Shakur και το στέλεχος της δισκογραφικής βιομηχανίας Marion «Suge» Knight, επιβαίνοντας σε μια λευκή Cadillac το βράδυ του ξυλοδαρμού, όπως είχε δηλώσει ο ίδιος στην αστυνομία κατά τη διάρκεια μιας άλλης, άσχετης έρευνας.
Ο Davis ανέφερε ότι έδωσε ένα όπλο στους πίσω συνοδηγούς και, όταν εντόπισαν το αυτοκίνητο του Knight και του Shakur, ένας από τους δύο άνδρες που κάθονταν πίσω άνοιξε πυρ.
Οι εισαγγελικές αρχές δεν έχουν κατονομάσει τον δράστη της επίθεσης, ενώ οι άλλοι τρεις άνδρες που επέβαιναν στο αυτοκίνητο έχουν έκτοτε πεθάνει.
Σύμφωνα με τη νομοθεσία της Νεβάδα, ο Davis μπορεί να κατηγορηθεί για φόνο ακόμη και αν δεν ήταν εκείνος που πάτησε τη σκανδάλη.
Ο Davis ήταν ηγετικό στέλεχος των «South Side Compton Crips», μιας συμμορίας του δρόμου στην περιοχή του Λος Άντζελες που βρισκόταν σε σύγκρουση με την αντίπαλη συμμορία «Mob Piru» — η οποία συνδεόταν με τον Shakur και τη δισκογραφική του εταιρεία, τη Death Row Records.
Η δολοφονία του Shakur το 1996 αποτέλεσε κομβικό σημείο στην ιστορία της ραπ και ενίσχυσε τη βίαιη εικόνα της κουλτούρας του hip-hop κατά την ακμή της «gangsta» ραπ, μιας εποχής που χαρακτηρίστηκε από τις συγκρούσεις μεταξύ καλλιτεχνών της Ανατολικής και της Δυτικής Ακτής.