Η Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου ανοίγει φέτος υπό τη σκιά μιας διαπίστωσης που η ίδια η ετήσια έκθεσή της διατυπώνει με ασυνήθιστη ευθύτητα: η διεθνής τάξη που οικοδομήθηκε μετά το 1945 βρίσκεται «υπό κατεδάφιση» (under destruction). Αυτό επηρρεάζει άμεσα την Ευρώπη η οποία καλείται να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό της και τον τρόπο λειτουργίας της όπως και την λήψη αποφάσεων η οποία ίσως να μην μπορεί να βασίζεται πλέον στην αρχή της ομοφωνίας.
Ο τίτλος της Έκθεσης Ασφαλείας του Μονάχου 2026 δεν αφήνει περιθώρια ωραιοποίησης. Το γεωπολιτικό τοπίο μεταβάλλεται ριζικά, οι βεβαιότητες της μεταπολεμικής περιόδου κλονίζονται και οι θεσμοί που στήριξαν την ευρωατλαντική ασφάλεια επαναξιολογούνται.
Η ίδια η έκθεση υπογραμμίζει ότι, μέσα σε αυτό το περιβάλλον και δεδομένων των ορίων της λήψης αποφάσεων με ομοφωνία, η πρόοδος δεν θα προκύψει αυτόματα από τους 27, αλλά θα εξαρτηθεί από θαρραλέες συμμαχίες ηγεσίας και από πρωτοβουλίες ομάδων κρατών που θα λειτουργήσουν ως επιταχυντές. Από το ΝΑΤΟ, που συζητά ανοιχτά μια πιο «ευρωπαϊκή» κατανομή ευθυνών, έως την Ευρωπαϊκή Ένωση, που επιταχύνει πρωτοβουλίες για ενίσχυση της αμυντικής της βάσης και κοινές στρατηγικές επιλογές, η κατεύθυνση είναι σαφής: λιγότερη αδράνεια, περισσότερη ανάληψη ευθύνης από όσους είναι έτοιμοι να κινηθούν ταχύτερα.
Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκαν και οι παρεμβάσεις στο κοινό πάνελ της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου, όπου η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε έδωσαν για ακόμη μια φορά το πολιτικό στίγμα της ευρωπαϊκής μετάβασης.
Η φον ντερ Λάιεν μίλησε για μια «στιγμή ευρωπαϊκής ανεξαρτησίας», τονίζοντας ότι η Ευρώπη είναι έτοιμη να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για τη δική της ασφάλεια. Έθεσε ως προτεραιότητες την αξιοποίηση της τεράστιας βιομηχανικής ισχύος της ηπείρου, στοχευμένες και κοινές επενδύσεις στον τομέα της άμυνας και στενή συνεργασία με το ΝΑΤΟ και τους παγκόσμιους εταίρους. «Το 2025 ήταν η χρονιά που κατέρρευσαν παλιές βεβαιότητες. Το 2026 είναι η χρονιά που αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητα», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η Διάσκεψη του Μονάχου δεν υπήρξε ποτέ πιο επίκαιρη.
Η παρέμβασή της συμπύκνωσε πολιτικά αυτό που η έκθεση αναλύει σε βάθος: η Ευρώπη καλείται να περάσει από τη διαπίστωση της κρίσης στην ανάληψη ευθύνης.
Η έκθεση μιλά για μια περίοδο «πολιτικής της κατεδάφισης» (wrecking-ball politics). Σε πολλές δυτικές κοινωνίες ενισχύονται πολιτικές δυνάμεις που προτιμούν τη ρήξη από τη διόρθωση. Τροφοδοτούνται από βαθιά δυσαρέσκεια για την απόδοση των δημοκρατικών θεσμών και από την αίσθηση ότι οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να εξασφαλίσουν καλύτερο μέλλον για τις επόμενες γενιές, επισημαίνεται στην έκθεση.
Ένα ενδεικτικό εύρημα είναι ότι σε όλες τις χώρες της G7 που αξιολογήθηκαν, μόνο μικρό ποσοστό πολιτών πιστεύει ότι οι σημερινές πολιτικές θα κάνουν τις επόμενες γενιές πιο ευημερούσες. Οι πολιτικές δομές εκλαμβάνονται ως υπέρμετρα γραφειοκρατικές και εγκλωβισμένες σε έναν άκαμπτο νομικισμό, δύσκαμπτες, σχεδόν αδύνατο να μεταρρυθμιστούν. Σε αυτό το κλίμα, όσοι υπόσχονται «να γκρεμίσουν για να ξαναχτίσουν» συχνά αντιμετωπίζονται με συγκρατημένο θαυμασμό.
Ο παράγοντας ΗΠΑ και η πολιτική της μπουλντόζας
Στο επίκεντρο αυτής της δυναμικής βρίσκεται η σημερινή αμερικανική διοίκηση. Για τους υποστηρικτές της, η «πολιτική της μπουλντόζας» (bulldozer politics) σπάει αδράνειες και επιβάλλει λύσεις εκεί όπου κυριαρχεί το τέλμα. Η έκθεση, ωστόσο, θέτει το κρίσιμο ερώτημα: η κατεδάφιση ανοίγει πράγματι χώρο για μεγαλύτερη ασφάλεια και ευημερία ή οδηγεί σε έναν κόσμο που θα βασίζεται λιγότερο στις αρχές και περισσότερο στη συναλλαγή (transactional deals), όπου τα ιδιωτικά συμφέροντα υπερισχύουν των συλλογικών και οι περιφερειακές ηγεμονίες αντικαθιστούν τους οικουμενικούς κανόνες;
Η Ευρώπη σε εποχή παρατεταμένης αντιπαράθεσης
Όσον αφορά στην Ευρώπη, η έκθεση επισημαίνει ότι έχει ήδη περάσει σε μια μακρά περίοδο σύγκρουσης. Ο πόλεμος πλήρους κλίμακας της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας και η κλιμακούμενη υβριδική της εκστρατεία αποσυναρμολογούν ό,τι απέμενε από τη μεταψυχροπολεμική αρχιτεκτονική συνεργατικής ασφάλειας.
Η Μόσχα ξόδεψε το 2025 περίπου το 40% του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού της , σχεδόν 8% του ΑΕΠ, σε άμυνα και ασφάλεια. Παρά τις απώλειες και τις κυρώσεις, δεν έχει υποχωρήσει από τους μαξιμαλιστικούς της στόχους. Ο πόλεμος εισέρχεται στο πέμπτο έτος, ενώ εκτιμήσεις υπηρεσιών πληροφοριών προειδοποιούν ότι, μετά από πιθανή εκεχειρία, η Ρωσία θα μπορούσε να ανασυγκροτήσει δυνάμεις για περιφερειακή σύγκρουση στη Βαλτική μέσα σε δύο χρόνια.
Παράλληλα, επισημαίνει η ανάλυση, εντείνεται η υβριδική πίεση: σαμποτάζ, κυβερνοεπιθέσεις, παραβιάσεις εναέριου χώρου και μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Η γραμμή ανάμεσα σε πόλεμο και ειρήνη γίνεται όλο και πιο δυσδιάκριτη.
Αμφίσημη αποστασιοποίηση
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η στάση της Ουάσιγκτον λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ανασφάλειας. Η διοίκηση Τραμπ κατέστησε σαφές ότι η ευρωπαϊκή άμυνα αποτελεί πρωτίστως ευρωπαϊκή ευθύνη. Πίεσε για αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ, με τελική συμφωνία, πλην Ισπανίας , για 3,5% άμυνα και 1,5% συναφείς δαπάνες έως το 2035.
Στην Ουκρανία, η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια μειώθηκε απότομα μετά τον Ιανουάριο του 2025. Η προσωρινή αναστολή βοήθειας και ανταλλαγής πληροφοριών, καθώς και η παύση παραδόσεων συστημάτων Patriot και άλλων κρίσιμων όπλων, ανέδειξαν την ευρωπαϊκή αδυναμία να καλύψει το κενό. Δημιουργήθηκε ο μηχανισμός PURL, μέσω του οποίου ευρωπαϊκές χώρες χρηματοδοτούν αγορά αμερικανικών οπλικών συστημάτων για το Κίεβο.
Η αμερικανική προσέγγιση εκλαμβάνεται πλέον ως ασταθής, να ταλαντεύεται ανάμεσα σε καθησυχασμό (reassurance), αυστηρούς όρους (conditionality) και πίεση που αγγίζει τον εξαναγκασμό (coercion). Οι Ευρωπαίοι παραμένουν διχασμένοι ανάμεσα στην άρνηση και την αποδοχή: επιδιώκουν να κρατήσουν τις ΗΠΑ δεσμευμένες, ενώ κινούνται προσεκτικά προς μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.
Η Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας των ΗΠΑ του 2025 υποβαθμίζει την Ευρώπη υπέρ του Δυτικού Ημισφαιρίου και του Ινδο-Ειρηνικού, αποφεύγοντας ακόμη και να χαρακτηρίσει ρητά τη Ρωσία απειλή. Οι απειλές για τη Γροιλανδία και η σύνδεση ασφάλειας με εμπορικές παραχωρήσεις επιτείνουν τη διάβρωση εμπιστοσύνης: σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, από το 50% έως και τα δύο τρίτα των πολιτών θεωρούν πλέον τις ΗΠΑ λιγότερο αξιόπιστο σύμμαχο.
Η βιομηχανική παγίδα (The Industrial Trap)- Η ΕΕ αγοράζει αμερικάνικα
Παρά τις διακηρύξεις για μια ισχυρή ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία, οι προμήθειες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εθνικές και εξαρτημένες από τρίτες χώρες, κυρίως από τις ΗΠΑ. Μεταξύ 2022 και 2024, τα αμερικανικά συστήματα, υπενθυμίζει η έκθεση, αντιστοιχούσαν περίπου στο 51% των εξοπλιστικών δαπανών των ευρωπαϊκών μελών του ΝΑΤΟ, από 28% την περίοδο 2019–2021.
Αντί για ανάπτυξη ισχυρών εγχώριων εναλλακτικών, πολλές κυβερνήσεις επιλέγουν ευρωπαϊκή συναρμολόγηση αμερικανικών σχεδίων, όπως τα Patriot ή τα F-35. Το αποτέλεσμα είναι ταχύτερη επιχειρησιακή ετοιμότητα, αλλά και παγίωση εξάρτησης. Παράλληλα, η ΕΕ συνεχίζει να υπολείπεται του στόχου για ουσιαστικά κοινές προμήθειες, χάνοντας οικονομίες κλίμακας και ενισχύοντας τον κατακερματισμό.
Ένα πιο «ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ» ή ΝΑΤΟ 3.0
Ενδεικτικό της μετάβασης είναι ότι ολοένα περισσότερο γίνεται λόγος για ένα ΝΑΤΟ που «πρέπει να γίνει πιο ευρωπαϊκό». Ενδεικτικό, ως προς την επιβεβαίωση των συμπερασμάτων της έκθεσης, είναι ότι μόλις χθες στη συνάντηση των υπουργών Αμυνας της Βορειοατλαντικής Συμμαχίάς ο υφυπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Έλντριτζ Κόλμπι μίλησε για «ΝΑΤΟ 3.0», όπου αν και είπε ότι ΕΕ και ΝΑΤΟ είναι συνοδοιπόροι στην ουσία είπε κομψά και ευγενικά ότι οι Ευρωπαίοι πλέον αναλαμβάνουν την κύρια ευθύνη για τη συμβατική άμυνα της ηπείρου.
Σε αυτό το πλαίσιο και ο Γενικός Γραμματέας του NATO, Μαρκ Ρούτε, έκανε λόγο για «πραγματική αλλαγή νοοτροπίας», είπε ότι πράγματι οι ΗΠΑ και δικαίως στρέφονται προς τον Ινδοειρηνικό και μίλησε για μια σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών το 2025, επαινώντας χώρες όπως η Δανία, η Εσθονία, η Λετονία, η Λιθουανία και η Πολωνία. Ενώ προ ημερών είχε πει ότι η ΕΕ δεν μπορεί να υπερασπιστεί μόνη της, χωρίς το ΝΑΤΟ τον εαυτό της, χθες είπε ότι τα δύο μέρη χρειάζονται το ένα το άλλο για την ασφάλειά τους.
Όμως η αλλαγή πλεύσης του ΝΑΤΟ είναι ξεκάθαρη. Το πιο χειροπιαστό στοιχείο είναι οι αλλαγές στη δομή διοίκησης. Το Ηνωμένο Βασίλειο αναλαμβάνει τη Διακλαδική Διοίκηση Δυνάμεων στο Νόρφολκ (Joint Force Command Norfolk – JFC Norfolk), η Ιταλία τη Διακλαδική Διοίκηση Δυνάμεων στη Νάπολη (Joint Force Command Naples – JFC Naples), ενώ Γερμανία και Πολωνία μοιράζονται τη Διακλαδική Διοίκηση Δυνάμεων στο Μπρούνσουμ της Ολλανδίας (Joint Force Command Brunssum – JFC Brunssum).
Οι ΗΠΑ αναλαμβάνουν τη Συμμαχική Ναυτική Διοίκηση στο Νορθγουντ του Ηνωμένου Βασιλείου (Allied Maritime Command – MARCOM) και διατηρούν τη Συμμαχική Χερσαία Διοίκηση στη Σμύρνη (LANDCOM) και τη Συμμαχική Αεροπορική Διοίκηση στο Ράμσταϊν της Γερμανίας (AIRCOM).
Όπως είπε ο Ρούτε η ανάληψη των τριών κοινών διοικήσεων από τους Ευρωπαίους είναι σημαντική όπως επίσης σημαντικό είναι ότι ο υπεύθυνος για την κατάρτιση των στρατιωτιξκών σχεδίων της Συμμαχίας, ο Ανώτατος Διοικητής της Ευρώπης παραμένει Αμερικανός. Η πυρηνική ομπρέλα προστασίας-αποτροπής των ΗΠΑ παραμένει στην Ευρώπη είπε σε άλλο σημείο της ομιλίας του.
Μετά το τέλος της Pax American τι; – Από το άγχος στη δράση
Συνεχίζοντας όμως με την έκθεση, προκύπτει ότι η εποχή της ανεπιφύλακτης «Pax Americana» έχει τελειώσει. Η Ευρώπη καλείται να αποδεχθεί τη νέα πραγματικότητα και να δράσει αναλόγως.
Αυτό σημαίνει σταθερή διπλωματική προσπάθεια ώστε οποιαδήποτε διευθέτηση στην Ουκρανία να εδράζεται στις αρχές του Χάρτη του ΟΗΕ, κυριαρχία, εδαφική ακεραιότητα, αποκήρυξη της βίας και να συνοδεύεται από στιβαρές, νομικά δεσμευτικές εγγυήσεις ασφάλειας.
Σημαίνει επίσης ουσιαστική ανάληψη ρόλου παρόχου ασφάλειας: αυξημένες δαπάνες με συντονισμένες προτεραιότητες, από αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα μέχρι στρατηγικές μεταφορές, πληροφορίες και κυβερνοδυνατότητες, καθώς και ενίσχυση της ανθεκτικότητας απέναντι στην υβριδική απειλή.
Ενότητα και Ευρώπη δύο ταχυτήτων;
Η Έκθεση Ασφαλείας του Μονάχου 2026 στο θέμα της Ευρώπης καταλήγει ως εξής: «Δεδομένης της επείγουσας φύσης των προκλήσεων και των ορίων που έχει η λήψη αποφάσεων με ομοφωνία, η πρόοδος δεν θα προκύψει αυτόματα. Θα εξαρτηθεί από θαρραλέες συμμαχίες ηγεσίας».
Σε αυτό το σημείο γίνεται λόγος για μικρότερες ομάδες πρωτοπορίας, όπως το σχήμα της Βαϊμάρης + δηλαδή Γαλλία, Γερμανία, Πολωνία και Ηνωμένο Βασίλειο ή η λεγόμενη Ευρωπαϊκή Ομάδα των Πέντε, δηλαδή οι ίδιες χώρες με τη συμμετοχή και της Ιταλίας, οι οποίες θα μπορούν να λειτουργήσουν ως μοχλός επιτάχυνσης.
«Τέτοια σχήματα είναι σε θέση να προωθήσουν την ουσιαστική ενοποίηση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, να διατυπώσουν ένα συνεκτικό και ρεαλιστικό ευρωπαϊκό όραμα για την Ουκρανία και να προετοιμάσουν την Ένωση για την επόμενη φάση διεύρυνσης.
Μια τέτοια πορεία προϋποθέτει επιμερισμό κόστους και πολιτικού ρίσκου. Όμως η παρατεταμένη αναβλητικότητα θα άφηνε την Ευρώπη εκτεθειμένη σε μια γκρίζα ζώνη μεταξύ ανταγωνιστικών σφαιρών επιρροής, διαβρώνοντας σταδιακά την ικανότητά της να διαμορφώνει η ίδια το μέλλον της» καταλήγει η έκθεση.
Το τι μπορεί να σημαίνουν όλες αυτές οι μετατοπίσεις για μικρότερες χώρες όπως η Ελλάδα μένει να φανεί. Σε μια Ευρώπη που αναζητά νέες ισορροπίες και ταχύτερους ρυθμούς λήψης αποφάσεων, η θέση κάθε κράτους δεν θα είναι αυτονοήτη.