Υπήρχαν μπροστά στα μάτια των ανθρώπων επί αιώνες. Σκαλισμένα στους ναούς, στους τάφους, στους οβελίσκους και στα μνημεία της Αιγύπτου. Άνθρωποι, πουλιά, μάτια, φίδια, φυτά, ζώα και παράξενα σύμβολα σχημάτιζαν κείμενα που κανείς πλέον δεν μπορούσε να διαβάσει.
Μέχρι που ένας νεαρός Γάλλος λόγιος, ο Ζαν-Φρανσουά Σαμπολιόν, κατάφερε το 1822 να δώσει ξανά φωνή σε έναν πολιτισμό χιλιάδων ετών.
Η 14η Σεπτεμβρίου έχει μείνει στην ιστορία ως η ημέρα της μεγάλης αποκάλυψης. Σύμφωνα με την αφήγηση που διασώθηκε, ο ενθουσιασμένος Σαμπολιόν πήγε στον αδελφό του Ζακ-Ζοζέφ κρατώντας τις σημειώσεις του και αναφώνησε ουσιαστικά: «Το βρήκα!». Αμέσως μετά, εξαντλημένος από την ένταση και την εργασία, κατέρρευσε. (Βρετανικό Μουσείο)
Η Στήλη της Ροζέτας που άνοιξε τον δρόμο
Το μεγάλο όπλο των ερευνητών ήταν η περίφημη Στήλη της Ροζέτας, που είχε βρεθεί το 1799 από στρατιώτες του Ναπολέοντα κοντά στην πόλη Ροζέτα – το σημερινό Ρασίντ – στην Αίγυπτο.
Η σημασία της ήταν τεράστια επειδή περιείχε ουσιαστικά το ίδιο βασιλικό διάταγμα σε τρεις γραφές: ιερογλυφικά, δημοτική αιγυπτιακή γραφή και αρχαία ελληνικά.
Και τα ελληνικά μπορούσαν φυσικά να διαβαστούν.
Ήταν επομένως σαν να είχε βρεθεί ένα λεξικό χωρίς ακόμη να γνωρίζει κανείς ακριβώς πώς έπρεπε να το χρησιμοποιήσει.
Μετά την ήττα των Γάλλων, η Στήλη πέρασε στους Βρετανούς και από το 1802 εκτίθεται στο British Museum. (Βρετανικό Μουσείο)
Ο Τόμας Γιανγκ είχε κάνει τα πρώτα σημαντικά βήματα
Η αποκρυπτογράφηση δεν ήταν έργο ενός ανθρώπου που ξεκίνησε από το μηδέν. Ο Βρετανός επιστήμονας Τόμας Γιανγκ είχε ήδη καταλάβει ότι ορισμένα ιερογλυφικά απέδιδαν ήχους και είχε εργαστεί πάνω στο βασιλικό όνομα του Πτολεμαίου.
Ο Σαμπολιόν όμως έκανε το αποφασιστικό άλμα.
Κατάλαβε ότι τα ιερογλυφικά δεν ήταν απλώς εικόνες που συμβόλιζαν ολόκληρες έννοιες. Το αιγυπτιακό σύστημα γραφής ήταν πολύ πιο σύνθετο: χρησιμοποιούσε σύμβολα με φωνητική αξία μαζί με σημεία που εξέφραζαν λέξεις ή βοηθούσαν στην κατανόηση της σημασίας τους. (Βρετανικό Μουσείο)
Πτολεμαίος και Κλεοπάτρα έδωσαν τα πρώτα «γράμματα»
Κρίσιμη σημασία είχαν τα ονόματα ξένων ηγεμόνων που εμφανίζονταν μέσα στα γνωστά βασιλικά πλαίσια, τα cartouches.
Συγκρίνοντας τα σύμβολα στα ονόματα του Πτολεμαίου και της Κλεοπάτρας, ο Σαμπολιόν μπόρεσε να αντιστοιχίσει συγκεκριμένα ιερογλυφικά με συγκεκριμένους ήχους.
Από εκεί άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι.
Το επόμενο μεγάλο βήμα ήταν ακόμη σημαντικότερο. Διαπίστωσε ότι η φωνητική χρήση των ιερογλυφικών δεν περιοριζόταν στα ξένα ελληνικά και ρωμαϊκά ονόματα. Ίσχυε και για τα ονόματα των ίδιων των αρχαίων Αιγυπτίων.
Και τότε μπόρεσε να προχωρήσει πολύ πιο πίσω στον χρόνο.
Ο Ραμσής και ο Τούθμωσις επιβεβαίωσαν τη μεγάλη ανακάλυψη
Ο Σαμπολιόν δοκίμασε τη μέθοδό του σε πολύ παλαιότερα βασιλικά ονόματα.
Αναγνώρισε στοιχεία που τον οδήγησαν στον Ραμσή και στον Τούθμωσι. Η επιτυχία αυτή ήταν καθοριστική: αποδείκνυε ότι το σύστημα που είχε ανακαλύψει δεν λειτουργούσε μόνο στα χρόνια των Πτολεμαίων, αλλά μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ανάγνωση πολύ αρχαιότερων αιγυπτιακών επιγραφών. (Βρετανικό Μουσείο)
Το μυστικό όπλο του Σαμπολιόν ήταν τα κοπτικά
Υπήρχε όμως και κάτι ακόμη που τον έκανε ξεχωριστό.
Ο Σαμπολιόν γνώριζε εξαιρετικά καλά την κοπτική γλώσσα, το τελευταίο ιστορικό στάδιο της αρχαίας αιγυπτιακής γλώσσας. Μέσα από τα κοπτικά μπορούσε να αναζητήσει τη φωνή που κρυβόταν πίσω από τα σύμβολα.
Δεν προσπαθούσε λοιπόν απλώς να αντιστοιχίσει εικόνες με ελληνικές λέξεις. Προσπαθούσε να ανασυνθέσει την ίδια την αιγυπτιακή γλώσσα.
Αυτό ήταν το πραγματικό κλειδί της επιτυχίας του.
Η περίφημη επιστολή στον Ντασιέ
Οι σημειώσεις εκείνων των ημερών αποτέλεσαν τη βάση της περίφημης «Lettre à M. Dacier», της επιστολής προς τον Μπον-Ζοζέφ Ντασιέ, γραμματέα της Académie des Inscriptions et Belles-Lettres.
Η επιστολή ολοκληρώθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1822 και τα αποτελέσματα παρουσιάστηκαν δημόσια στην Ακαδημία στις 27 Σεπτεμβρίου 1822.
Η ημερομηνία αυτή θεωρείται επιστημονικά το ορόσημο της αποκρυπτογράφησης των αιγυπτιακών ιερογλυφικών και ουσιαστικά μία από τις στιγμές γέννησης της σύγχρονης Αιγυπτιολογίας. (Collège de France)
Ποιος ήταν ο Ζαν-Φρανσουά Σαμπολιόν
Γεννήθηκε το 1790 στο Φιζάκ της Γαλλίας και από πολύ μικρός έδειξε εκπληκτική κλίση στις γλώσσες.
Αφιέρωσε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του στην προσπάθεια κατανόησης της αρχαίας Αιγύπτου. Η αποκρυπτογράφηση του 1822 δεν ήταν το τέλος αλλά η αρχή.
Το 1824 δημοσίευσε το σημαντικό έργο του «Précis du système hiéroglyphique des anciens Égyptiens», αναπτύσσοντας πολύ περισσότερο τη θεωρία του για το αιγυπτιακό σύστημα γραφής.
Το μεγάλο προσωπικό του όνειρο πραγματοποιήθηκε το 1828, όταν ταξίδεψε επιτέλους στην Αίγυπτο και μπόρεσε να διαβάσει επιγραφές επάνω στα ίδια τα μνημεία που μελετούσε επί χρόνια από αντίγραφα και σχέδια. (Βρετανικό Μουσείο)
Πέθανε στο Παρίσι το 1832, σε ηλικία μόλις 41 ετών.
Η στιγμή που οι Φαραώ άρχισαν ξανά να «μιλούν»
Η σημασία της ανακάλυψης δύσκολα υπερεκτιμάται.
Μέχρι τον Σαμπολιόν, τα τεράστια μνημεία της Αιγύπτου υπήρχαν, αλλά ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας τους παρέμενε σιωπηλό. Μετά την αποκρυπτογράφηση, οι επιστήμονες μπορούσαν σταδιακά να διαβάσουν βασιλικούς τίτλους, θρησκευτικά κείμενα, επιγραφές ναών και τάφων, διοικητικά έγγραφα και μαρτυρίες της καθημερινής ζωής.
Ο Σαμπολιόν δεν ανακάλυψε έναν χαμένο πολιτισμό.
Του επέστρεψε τη φωνή του.