Μια φαινομενικά αθώα δοκιμή τσίχλας έξω από ένα σπίτι στην πολιτεία της Ουάσιγκτον αποδείχθηκε ότι ήταν μία από τις πιο εντυπωσιακές αστυνομικές παγίδες των τελευταίων ετών στις ΗΠΑ.

Μια παγίδα που οδήγησε στην εξιχνίαση δύο δολοφονιών που παρέμεναν ανεξιχνίαστες για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες.

Advertisement
Advertisement

Η «παγίδα με την τσίχλα» που έλυσε δύο υποθέσεις-μυστήριο στις ΗΠΑ

Ο 68χρονος Μίτσελ Γκαφ, που είχε ήδη καταδικαστεί για βιασμό, ομολόγησε τον περασμένο μήνα τη δολοφονία της Τζούντι Γουίβερ το 1984 και της Σούζαν Βέσεϊ το 1980, έπειτα από μια εξελιγμένη επιχείρηση μυστικών αστυνομικών που κατάφεραν να συλλέξουν το DNA του από… μια μασημένη τσίχλα.

Η υπόθεση, που αποκαλύφθηκε από το CNN, αναδεικνύει τον καταλυτικό ρόλο των σύγχρονων τεχνολογιών DNA στην επίλυση «άλυτων υποθέσεων» και φέρνει τη λύτρωση σε οικογένειες που ζούσαν επί δεκαετίες με αναπάντητα ερωτήματα και σκιές υποψιών.

Η μυστική επιχείρηση έξω από το σπίτι τού κατά συρροήν βιαστή και δολοφόνου

Τον Ιανουάριο του 2024, η ντετέκτιβ Σούζαν Λογοθέτη και δύο ακόμη αστυνομικοί εμφανίστηκαν έξω από το σπίτι του Γκαφ στο Έβερετ της Ουάσιγκτον, παριστάνοντας εκπροσώπους εταιρείας τσίχλας.

Φορώντας διαφημιστικά μπλουζάκια και κρατώντας φυλλάδια, έπεισαν τον Γκαφ να  δοκιμάσει διάφορες γεύσεις τσίχλας.

Advertisement

«Θυμάμαι να τον βλέπω να φτύνει την πρώτη τσίχλα στο μικρό μπολ και να βλέπω το σάλιο. Ήταν πολύ δύσκολο να συγκρατήσω τον ενθουσιασμό μου», δήλωσε η Λογοθέτη στο CNN.

Ο Γκαφ δεν γνώριζε ότι απέναντί του είχε τρεις μυστικούς αστυνομικούς που προσπαθούσαν να αποκτήσουν δείγμα DNA για να επιβεβαιώσουν τη σύνδεσή του με μια δολοφονία το 1984.

Η επιχείρηση με την τσίχλα περιγράφεται αναλυτικά στη δικογραφία της υπόθεσης και θεωρείται καθοριστική για τη σύλληψή του.

Advertisement

Δύο γυναίκες δολοφονημένες με παρόμοιο τρόπο

Η πρώτη δολοφονία σημειώθηκε τον Ιούλιο του 1980 με θύμα την ηλικίας 21 ετών και μητέρα δύο μικρών παιδιών Σούζαν Βέσεϊ, που βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της.

Στην ομολογία του ο Γκαφ παραδέχθηκε ότι περιφερόταν δοκιμάζοντας τυχαίες πόρτες, μέχρι που βρήκε το σπίτι της ξεκλείδωτο.

Advertisement

«Έδεσα, χτύπησα, βίασα και στραγγάλισα το θύμα», ανέφερε στην κατάθεσή του.

Τέσσερα χρόνια αργότερα επιτέθηκε στην 42χρονη Τζούντι Γουίβερ μέσα στην κρεβατοκάμαρά της.

Σύμφωνα με τη δικογραφία, αφού τη δολοφόνησε, επιχείρησε να βάλει φωτιά στο δωμάτιο για να εξαφανίσει στοιχεία.

Advertisement

«Πριν φύγω, τύλιξα καλώδια γύρω από τον λαιμό της και έβαλα φωτιά στο κάλυμμα του κρεβατιού για να καλύψω το έγκλημά μου και με πρόθεση να τη σκοτώσω», ομολόγησε ο Γκαφ. «Η κυρία Γουίβερ πέθανε εξαιτίας των πράξεών μου».

Advertisement

Ο ίδιος δήλωσε ότι δεν γνώριζε κανένα από τα δύο θύματα πριν από τις επιθέσεις.

Η τεχνολογία DNA έφερε την ανατροπή

Την εποχή που δολοφονήθηκαν τα θύματα η τεχνολογία ανάλυσης DNA δεν ήταν ακόμη διαθέσιμη για αστυνομική χρήση.

Advertisement

Ωστόσο, στην υπόθεση της Τζούντι Γουίβερ οι Αρχές είχαν διατηρήσει βιολογικά δείγματα από τη σορό της, μια απόφαση που αποδείχθηκε κρίσιμη δεκαετίες αργότερα.

Η Λάιζα Κόλινς, επιστήμονας της Washington State Patrol, εξήγησε στο CNN ότι οι τεράστιες εξελίξεις στη γενετική ανάλυση και σε νέο λογισμικό, όπως το STRmix, επέτρεψαν στους ερευνητές να απομονώσουν εξαιρετικά μικρά ίχνη DNA.

«Πλέον, μπορούμε να κάνουμε περισσότερα με λιγότερο γενετικό υλικό», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Στην υπόθεση της δολολοφονίας της Γουίβερ, οι ειδικοί κατάφεραν να απομονώσουν DNA άγνωστου ατόμου από δεσμά που είχαν βρεθεί πάνω στο σώμα του θύματος, αφαιρώντας τα γενετικά ίχνη της ίδιας και του συντρόφου της.