Η εικόνα μοιάζει χαοτική και σε μεγάλο βαθμό είναι. Ο Ντόναλντ Τραμπ δηλώνει ότι ο πόλεμος με το Ιράν έχει «τερματιστεί», την ώρα που τα Στενά του Ορμούζ και τα λιμάνια του Ιράν παραμένουν ουσιαστικά κλειστά, οι ΗΠΑ διατηρούν ισχυρή στρατιωτική παρουσία στην περιοχή και το Κογκρέσο αμφισβητεί τη νομιμότητα της αμερικανικής εμπλοκής. Παράλληλα, ο ίδιος πρόεδρος αυξάνει τους δασμούς στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα και ανακοινώνει απόσυρση 5.000 Αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία, στέλνοντας ένα μήνυμα που αφορά όχι μόνο την Τεχεράνη, αλλά και τις Βρυξέλλες, το Βερολίνο και ολόκληρη τη Δύση.
Αν κάποιος προσπαθεί να βάλει σε τάξη τις τελευταίες εξελίξεις γύρω από τον Ντόναλντ Τραμπ, το Ιράν, το Κογκρέσο, τα Στενά του Ορμούζ, το Πακιστάν, το Κατάρ, τους δασμούς στην Ευρώπη και τη Γερμανία, το πρώτο που πρέπει να κρατήσει είναι αυτό: δεν πρόκειται για ξεχωριστές κρίσεις. Πρόκειται για ένα ενιαίο ντόμινο. Ένα μίξερ που έχουν μπει μέσα όλα τα συστατικά μιας έντασης, με σοβαρές/ακραίες επιπτώσεις και στην οικονομία και στο επιχειρείν και στην ενέργεια.
Η αφετηρία βρίσκεται στη σύγκρουση ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν, η οποία, ξεκίνησε με αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα στις 28 Φεβρουαρίου. Η Τεχεράνη απάντησε με επιθέσεις στην περιοχή και με το πιο επικίνδυνο οικονομικό όπλο που διαθέτει: το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, μιας από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες για το παγκόσμιο εμπόριο ενέργειας.
Η εκεχειρία ανακοινώθηκε στις 7 Απριλίου στις ΗΠΑ, δηλαδή στις 8 Απριλίου στη Μέση Ανατολή, με πακιστανική μεσολάβηση και συνομιλίες που είχαν ως βάση το Ισλαμαμπάντ. Το Associated Press σημείωνε τότε ότι το Ιράν αποδεχόταν μεν προσωρινή εκεχειρία δύο εβδομάδων, αλλά ξεκαθάριζε ότι αυτό «δεν σημαίνει τερματισμό του πολέμου».
Σήμερα, η εκεχειρία έχει μεν κρατήσει ως προς την απουσία άμεσης ανταλλαγής πυρών μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, αλλά δεν έχει λύσει το βασικό πρόβλημα. Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν πρακτικά μπλοκαρισμένα, ενώ οι ΗΠΑ εφαρμόζουν ναυτικό αποκλεισμό κατά του Ιράν. Αυτό σημαίνει ότι η κρίση δεν είναι απλώς στρατιωτική. Είναι ενεργειακή, εμπορική, νομική και διπλωματική.
Η Guardian και η Wall Street Journal μετέδωσαν ότι ο Τραμπ ενημέρωσε το Κογκρέσο πως οι εχθροπραξίες με το Ιράν έχουν «τερματιστεί», επιχειρώντας έτσι να παρακάμψει την προθεσμία των 60 ημερών που προβλέπει το αμερικανικό War Powers Resolution για έγκριση στρατιωτικής δράσης από το Κογκρέσο.
Εδώ μπαίνει το Κογκρέσο. Για τους Δημοκρατικούς, αλλά και για ορισμένους Ρεπουμπλικανούς, το επιχείρημα Τραμπ είναι προβληματικό. Μπορεί να μην πέφτουν βόμβες αυτή τη στιγμή, αλλά Αμερικανοί στρατιώτες παραμένουν στην περιοχή, ο ναυτικός αποκλεισμός συνεχίζεται και η πιθανότητα νέας ανάφλεξης δεν έχει φύγει από το τραπέζι. Η Washington Post σημείωσε ότι ο Τραμπ δεν απέκλεισε μελλοντική στρατιωτική δράση, ενώ γερουσιαστές επέμειναν πως το Κογκρέσο πρέπει να έχει λόγο σε οποιαδήποτε συνέχιση ή επανάληψη της εμπλοκής.
Την ίδια ώρα, το Πακιστάν εμφανίζεται ως βασικός μεσολαβητής. Η τελευταία ιρανική πρόταση για τον τερματισμό του πολέμου παραδόθηκε μέσω πακιστανικών διαύλων, όμως ο Τραμπ δήλωσε ότι «δεν είναι ικανοποιημένος» από αυτήν. Το Associated Press μετέδωσε ότι οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται, αλλά οι ΗΠΑ βλέπουν πλέον δύο δρόμους: είτε συμφωνία είτε νέα στρατιωτική πίεση. Το Al Jazeera μετέδωσε επίσης ότι ο Τραμπ δεν βλέπει ακόμη επαρκή βάση για συμφωνία, σε μια σύγκρουση που έχει ήδη προκαλέσει διεθνή ενεργειακή κρίση.
Το Κατάρ, μαζί με άλλες χώρες του Κόλπου, βρίσκεται στο επίκεντρο όχι επειδή ελέγχει τη διαπραγμάτευση, αλλά επειδή βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των συνεπειών. Η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών, η προστασία των αμερικανικών βάσεων, οι τιμές του πετρελαίου και η σταθερότητα των μοναρχιών του Κόλπου εξαρτώνται άμεσα από το αν τα Στενά του Ορμούζ θα ανοίξουν ή αν θα παραμείνουν πεδίο στρατηγικού εκβιασμού. Η Κίνα, διά του πρεσβευτή της στον ΟΗΕ, ζήτησε επείγουσα διατήρηση της εκεχειρίας, άνοιγμα των Στενών και τερματισμό του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού, ένδειξη ότι η κρίση έχει ξεφύγει από τα όρια της Μέσης Ανατολής.
Το δεύτερο μέτωπο είναι η Ευρώπη. Ο Τραμπ ανακοίνωσε αύξηση των δασμών στα αυτοκίνητα και φορτηγά της Ευρωπαϊκής Ένωσης από 15% σε 25%, κατηγορώντας τις Βρυξέλλες ότι δεν τηρούν την εμπορική συμφωνία που είχε προηγηθεί. Το Reuters μετέδωσε ότι η κίνηση αυτή προκάλεσε άμεση ευρωπαϊκή αντίδραση, με τον πρόεδρο της επιτροπής εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Μπερντ Λάνγκε, να χαρακτηρίζει τις ΗΠΑ «αναξιόπιστο» εμπορικό εταίρο και την απόφαση «απαράδεκτη».
Το πλήγμα αφορά κυρίως τη Γερμανία. Η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία, με Mercedes-Benz, BMW, Volkswagen και ένα ευρύ δίκτυο προμηθευτών, βρίσκεται ήδη υπό πίεση από τη μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση, τον κινεζικό ανταγωνισμό και την αδύναμη ζήτηση. Σύμφωνα με το Reuters, το Ινστιτούτο του Κιέλου εκτιμά ότι η αύξηση των δασμών μπορεί να κοστίσει στη Γερμανία σχεδόν 15 δισ. ευρώ σε παραγωγή βραχυπρόθεσμα, με τις απώλειες να φτάνουν έως και τα 30 δισ. ευρώ μακροπρόθεσμα.
Σαν να μην έφτανε αυτό, ο Τραμπ ανακοίνωσε και την απόσυρση 5.000 Αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία μέσα στους επόμενους μήνες. Η απόφαση ήρθε μετά τη δημόσια κριτική του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς στην αμερικανοϊσραηλινή επιχείρηση κατά του Ιράν. Η Le Monde χαρακτήρισε την απόφαση σημείο καμπής στις γερμανοαμερικανικές σχέσεις, ενώ το Euronews μετέδωσε ότι ο Τραμπ υλοποίησε απειλές που είχε διατυπώσει μετά τη σύγκρουσή του με τον Μερτς.
Το μήνυμα προς την Ευρώπη είναι διπλό. Πρώτον, ότι η Ουάσιγκτον του Τραμπ δεν αντιμετωπίζει πλέον την ΕΕ ως δεδομένο στρατηγικό εταίρο. Δεύτερον, ότι το εμπόριο, η άμυνα και η εξωτερική πολιτική γίνονται ένα ενιαίο παζάρι πίεσης. Η Le Monde έγραψε ότι ο Τραμπ «αναζωπύρωσε» τον εμπορικό πόλεμο με την Ευρώπη εν μέσω της κρίσης με το Ιράν, συνδέοντας τους δασμούς και την απόσυρση στρατευμάτων με τη δυσαρέσκεια της Ουάσιγκτον απέναντι στη στάση των Ευρωπαίων.
Τι γράφουν τα ξένα μέσα ενημέρωσης
Η Guardian εστιάζει κυρίως στη θεσμική διάσταση: ο Τραμπ, γράφει, επιχειρεί να παρουσιάσει τον πόλεμο ως λήξαντα ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση με το Κογκρέσο για τις πολεμικές εξουσίες του προέδρου. Το βρετανικό μέσο υπογραμμίζει τις αντιδράσεις Δημοκρατικών και οργανώσεων πολιτικών δικαιωμάτων, που θεωρούν ότι η αμερικανική εμπλοκή παραμένει ουσιαστικά ενεργή.
Η Wall Street Journal δίνει βάρος στο νομικό και στρατηγικό κενό: η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η εκεχειρία «παγώνει» το χρονόμετρο των 60 ημερών, όμως νομικοί και πολιτικοί αμφισβητούν αν αυτό στέκει, ειδικά όσο συνεχίζεται ο ναυτικός αποκλεισμός του Ιράν.
Η Washington Post αναδεικνύει το πολιτικό ρίσκο για τον Τραμπ: ακόμη κι αν η εκεχειρία κρατά, οι αμερικανικές δυνάμεις παραμένουν εκτεθειμένες, η περιοχή παραμένει ασταθής και το Κογκρέσο δεν έχει δώσει καθαρή εντολή για συνέχιση της στρατιωτικής εμπλοκής.
Το Reuters βλέπει το ευρωπαϊκό μέτωπο ως σοβαρή οικονομική κλιμάκωση. Οι δασμοί στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα δεν είναι απλώς εμπορικό μέτρο, αλλά πλήγμα στον πυρήνα της γερμανικής οικονομίας και δοκιμασία για το κατά πόσο η ΕΕ μπορεί να απαντήσει ενιαία και αποτελεσματικά.
Η Le Monde συνδέει ευθέως τη Μέση Ανατολή με την Ευρώπη. Η γαλλική εφημερίδα παρουσιάζει την απόσυρση στρατευμάτων από τη Γερμανία ως σημείο καμπής για τις διατλαντικές σχέσεις και τους δασμούς ως μέρος μιας ευρύτερης πίεσης του Τραμπ προς τους Ευρωπαίους, ειδικά μετά την κριτική του Μερτς για την επίθεση στο Ιράν.
Το Al Jazeera και μέσα της Μέσης Ανατολής εστιάζουν περισσότερο στην ανθρωπιστική και περιφερειακή διάσταση: οι διαπραγματεύσεις δεν έχουν κλείσει, το Ιράν ζητά ευρύτερη διευθέτηση, τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν το μεγάλο χαρτί πίεσης και η πιθανότητα νέας ανάφλεξης παραμένει υπαρκτή.
Το συμπέρασμα
Η κίνηση Τραμπ να δηλώσει ότι ο πόλεμος με το Ιράν έχει «τερματιστεί» δεν κλείνει την κρίση. Αντίθετα, ανοίγει τρία μεγάλα ερωτήματα. Πρώτον, μπορεί ένας πρόεδρος των ΗΠΑ να συνεχίζει στρατιωτική πίεση χωρίς καθαρή έγκριση του Κογκρέσου, απλώς επειδή δεν υπάρχουν ενεργές ανταλλαγές πυρών; Δεύτερον, μπορεί να υπάρξει πραγματική αποκλιμάκωση όσο τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κλειστά ή υπό απειλή και όσο η παγκόσμια οικονομία πληρώνει το κόστος;
Τρίτον, μπορεί η Ευρώπη να συνεχίσει να βασίζεται στρατηγικά στις ΗΠΑ, όταν ο ίδιος πρόεδρος συνδέει την ασφάλεια, το εμπόριο και την πολιτική υπακοή σε ένα ενιαίο πακέτο πιέσεων;
Με απλά λόγια: ο Τραμπ δεν διαχειρίζεται απλώς μία κρίση με το Ιράν. Δοκιμάζει τα όρια της αμερικανικής προεδρικής εξουσίας, πιέζει την Ευρώπη οικονομικά και στρατιωτικά, και στέλνει μήνυμα ότι η νέα αμερικανική πολιτική δεν λειτουργεί με σταθερές συμμαχίες, αλλά με συναλλαγές, απειλές και κόστος. Για τη Μέση Ανατολή, αυτό σημαίνει παρατεταμένη αβεβαιότητα. Για την Ευρώπη, σημαίνει αφύπνιση. Και για τον υπόλοιπο κόσμο, σημαίνει ότι ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα, τα Στενά του Ορμούζ, μπορεί να γίνει ξανά το σημείο όπου κρίνεται η παγκόσμια οικονομία.