11. 1821 Α΄: Η Φιλική Εταιρεία και το ζήτημα της ηγεσίας

Μια σειρά κειμένων του Γιώργου Καραμπελιά για την ελληνική ιστορία.
«Ο όρκος του Φιλικού». Πίνακας του Επτανήσιου ζωγράφου Διονυσίου Τσόκου (1849
«Ο όρκος του Φιλικού». Πίνακας του Επτανήσιου ζωγράφου Διονυσίου Τσόκου (1849
commons wikimedia

Η συγκρότηση της Φιλικής Εταιρείας και η Επανάσταση την οποία πυροδότησε συνιστούν την κορύφωση μιας ιστορικής περιόδου πενήντα χρόνων, μετά τα Ορλωφικά· γίνεται φανερό πως οι Έλληνες δεν ανέχονται πλέον τον τουρκικό ζυγό ενώ, ταυτόχρονα, έχουν αποκτήσει τις δυνάμεις και τη δυνατότητα να τον αμφισβητήσουν. Και αυτό συνιστά το νεοφανές γεγονός, καθώς, στη μακρά διαδρομή της Τουρκοκρατίας, οι Έλληνες δεν είχαν πάψει ποτέ να αντιστέκονται και να οραματίζονται την απελευθέρωσή τους από τους Οθωμανούς.

Οι ηττημένοι και πτοημένοι Έλληνες του 1453 θα μεταμορφωθούν στο δυναμικό και σφριγηλό έθνος, το γεμάτο εμπιστοσύνη στον εαυτό του που, μετά από 350 χρόνια, θα μπορέσει να παρατάξει τους πολιτικούς, τους λογίους, τους πολεμιστές, τους ναυτικούς, τους ηγέτες που απαιτούσε μια μεγάλη ευρωπαϊκή επαναστατική απόπειρα.

Και το έργο της Φιλικής, για τη συνένωση των διεστώτων μελών του ελληνισμού, ήταν τιτάνιο: Στην Κωνσταντινούπολη, την «πρωτεύουσα» του γένους, στη Σμύρνη ή τη Θεσσαλονίκη, πλειοψηφούσαν οι μουσουλμανικοί και εβραϊκοί πληθυσμοί· οι Έλληνες είχαν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στις ηγεμονίες και τη Ρωσία, αλλά αποτελούσαν μια εμπορική και διοικητική μειοψηφία· οι συντριπτικά, έναντι των Οθωμανών, πλειοψηφικοί ελληνικοί πληθυσμοί ήταν συγκεντρωμένοι στα ορεινά –στην Πελοπόννησο, τη Στερεά, τη Θεσσαλία, την Ήπειρο– και στα νησιά.

Άβυσσος χώριζε τους αγρότες ραγιάδες από τους πάμπλουτους δυτικοσπουδαγμένους Φαναριώτες· άβυσσος ανάμεσα στους φτωχούς κληρικούς, που έσκαβαν τα χωράφια για να επιβιώσουν, και στον υψηλόβαθμο κλήρο του Φαναρίου. Άβυσσος ανάμεσα στους σκληροτράχηλους Σουλιώτες και τους «δυτικόφρονες» Σμυρνιούς και Χιώτες εμπόρους· ανάμεσα στην υψηλή διανόηση της Διασποράς και τους Κολλυβάδες μοναχούς κ.ο.κ.

Παρά ταύτα, όλοι θα συμμετάσχουν στην Επανάσταση, αλλά οι βαθιές διαχωριστικές γραμμές με τεράστια δυσκολία θα επιτρέπουν τη συγκρότηση ενός αρραγούς επαναστατικού μετώπου ενώ θα μειώσουν και την ίδια την εμβέλειά της.

*****

Η Φιλική Εταιρεία ιδρύθηκε το 1814, αλλά η ιδέα της συγκρότησής της είχε συλληφθεί από τον Κωνσταντίνο Ράδο, ήδη από το 1812, που την γνωστοποίησε στον Νικόλαο Σκουφά και τον Αντώνιο Κομιζόπουλο, αλλά η εισβολή του Ναπολέοντα στη Ρωσία –την οποία ο Ράδος θα εγκαταλείψει, μαζί με τα γαλλικά στρατεύματα– δεν ευνοούσαν την υλοποίηση της πρότασής του.

Όμως, μετά το τέλος των Ναπολεόντειων Πολέμων, το αίτημα θα επανέλθει στην επιφάνεια – μέσα σε συνθήκες γενικευμένης οικονομικής κρίσης και αρνητικών εξελίξεων στα ανακτοβούλια της Ευρώπης. Τελικώς, δύο «κατεστραμμένοι εμποροϋπάλληλοι» –σύμφωνα με την έκφραση του Καποδίστρια–, ο Νικόλαος Σκουφάς (1779-1818) και ο Εμμανουήλ Ξάνθος (1772-1851), καθώς και ο Αθανάσιος Τσάκαλος, ή Τσακάλωφ (1790-1851), θα ιδρύσουν, στην Οδησσό, σε μια σημαδιακή ημερομηνία, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1814, του Σταυρού, μια μυστική οργάνωση την οποία αποκάλεσαν «Εταιρεία των Φίλων ή Φιλική». Ο Τσακάλωφ είχε χρηματίσει μέλος του «Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου» των Παρισίων ενώ και ο Ξάνθος είχε επαφή με τον τεκτονισμό. Οι λαϊκότερες και ριζοσπαστικότερες δυνάμεις του παροικιακού ελληνισμού θα τολμήσουν να σχεδιάσουν την επαναστατική ανατροπή του οθωμανικού καθεστώτος.

Την ίδια στιγμή, στα τέλη του 1814, στο περιθώριο του Συνεδρίου της Βιέννης, όπου συγκροτήθηκε η περιβόητη «Ιερά Συμμαχία», οι πατριωτικές ηγέτιδες τάξεις του ελληνισμού της Διασποράς, με επικεφαλής τον Καποδίστρια, τον Ιγνάτιο Ουγγροβλαχίας, τον Άνθιμο Γαζή και τους οπαδούς του Κοραή, θα ιδρύσουν τη «Φιλόμουσο Εταιρεία» –την οποία συνέδραμαν ο Τσάρος, ακόμα και ο Μέτερνιχ, στανικώς–, ώστε να προετοιμαστεί το γένος για την ανεξαρτησία του σε ευθετότερο χρόνο.

Τέλος, ένα μέρος των πνευματικών, οικονομικών, πολιτικών και θρησκευτικών ελίτ της ΚΠολης και της Σμύρνης προκρίνει τη στρατηγική της «εκ των ένδον» άλωσης του οθωμανικού κράτους. (Φυσικά, στη συνέχεια, οι περισσότεροι θα μοιραστούν τις τύχες του γένους και θα συνταχθούν με την Επανάσταση).

Μέχρι το 1817, η Φιλική Εταιρεία θα φυτοζωεί, με ελάχιστα –μόλις 17– μέλη, και μόνο μετά το 1818, η μύηση τριών Μοραϊτών οπλαρχηγών, του Χρήστου Αναγνωσταρά, του Ηλία Χρυσοσπάθη και του Παναγιώτη Δημητρόπουλου, καθώς και του Κωνσταντινοπολίτη μεγαλέμπορου, Παναγιώτη Σέκερη, θα εγκαινιάσει μια νέα φάση ανάπτυξης. Η Φιλική Εταιρεία οργανώνει πλέον και μεγαλέμπορους, ανώτατους κληρικούς, στρατιωτικούς, υψηλόβαθμους Φαναριώτες, προξένους της Ρωσίας, ναυτικούς και καπετάνιους, καθώς και έναν μεγάλο αριθμό από τους Πελοποννησίους κοτζαμπάσηδες. Το 1818, τα σήμερα γνωστά μέλη της Εταιρείας θα ανέλθουν σε 220, για να φθάσουν, το 1821, στα 1100 περίπου – και πρόκειται μόνο για τα «στελέχη», καθώς, μετά το 1820, τα μέλη συμποσούνται σε πολλές χιλιάδες.

Ο Νικήτας Σταματελόπουλος, ο περιβόητος Νικηταράς περιγράφει τη μύησή του ως εξής «Ὁ Ἀ­να­γνω­στα­ρᾶς πα­ρα­πο­νι­έ­ται ἀ­πὸ τοὺς Ρού­σους εἰς τὸν Κα­πνί­ση, ὑ­πα­σπι­στὴ τοῦ Αὐ­το­κρά­το­ρος, δια­τὶ νὰ μᾶς πα­ρα­τή­σει ἡ Ρου­σί­α…. Ἔρ­χε­ται ἀ­πάν­τη­ση ἀ­πὸ τὸν αὐ­το­κρά­το­ρα νὰ πᾶ­με εἰς τὴν Ρου­σί­α νὰ μᾶς δώ­σει γῆν, ὅ­λα τὰ κα­λά, ζῶ­α καὶ εἰς δέ­κα χρό­νους νὰ ἐ­πι­στρέ­ψο­με ὅ,τι μᾶς ἔ­δω­σε. Στέλ­νο­με τὸν Ἀ­να­γνω­στα­ρᾶ, Χρυ­σο­σπά­θη, εὑ­ρί­σκουν τὴν Ἑ­ται­ρεί­α. Ὁ Κα­πο­δί­στριας τοὺς λέ­γει, σύρ­τε ὀ­πί­σω, ἐ­δῶ ζοῦν ἀρ­κοῦ­δες, κρού­σταλ­λα πολ­λά. Ἦ­τον στο­χα­σμὸς νὰ πᾶ­με ἀ­ποι­κί­ες. Ὁ Ἀ­να­γνω­στα­ρᾶς μοῦ λέ­γει: δὲν ζοῦ­με ἐ­κεῖ. Σχέ­δια πε­ρὶ ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Νὰ ζή­σου­με εἰς βου­νὰ μὲ γέ­νεια.».

Στον ανταγωνισμό μεταξύ της μακράς ιδεολογικής προετοιμασίας, που προέκρινε η Φιλόμουσος Εταιρεία, και της άμεσης επαναστατικής δράσης, η δεύτερη επιλογή θα επικρατήσει τελικώς, μέρος των ελίτ θα συνταχθεί μαζί της και η μικρή ριζοσπαστική οργάνωση θα μεταβληθεί σε μια πανεθνική απελευθερωτική δύναμη.

Η έδρα της Εταιρείας, μετά το 1818, θα μεταφερθεί στην Κωνσταντινούπολη, κάτω από τη μύτη του σουλτάνου· άλλωστε, στόχος της Φιλικής Εταιρείας, με το λεγόμενο «σχέδιον Μέγα», ήταν να επεκταθεί το επαναστατικό κίνημα και στην πρωτεύουσα.

Η ιδιοφυής επιλογή του στρατηγικού εγκεφάλου της Εταιρείας, του Νικολάου Σκουφά, να μεταφέρει την έδρα της στην Πόλη, στηριζόταν στο γεγονός ότι το μοναδικό συνεκτικό κέντρο του διάσπαρτου ελληνισμού ήταν η Βασιλεύουσα. Πράγματι, ένα μεγάλο μέρος των μεγαλεμπόρων βρίσκεται εκτός ελληνικού χώρου, ή στα μεταπρατικά κέντρα της Σμύρνης και της Θεσσαλονίκης. Τα βιοτεχνικά κέντρα συγκεντρώνονται στα ορεινά – Ζαγοροχώρια, Άγραφα, Δημητσάνα, Πήλιο· τα βιβλία εκδίδονται στη Βιέννη και τη Βενετία· τα μεγαλύτερα σχολεία βρίσκονται στη Χίο, τις Κυδωνίες, το Βουκουρέστι, τα Γιάννενα. Η πολιτική τάξη του ελληνισμού θα έχει ως κορυφή της το Φανάρι ενώ, επίσης, μεγάλα πολιτικά «σχολεία» ήταν η Επτάνησος, με τον Καποδίστρια, η αυλή του Αλή πασά, με τον Ιωάννη Κωλέττη, ο Μοριάς με τους κοτζαμπάσηδες. Οι ένοπλες δυνάμεις συμπεριλαμβάνουν τους αρματολούς, τους Σουλιώτες, τους Μανιάτες, τις στρατιωτικές δυνάμεις της Επτανήσου κ.λπ.

Αυτό τον διάσπαρτο ελληνισμό με τα πολλαπλά κέντρα ενοποιούσε, ως το νευραλγικό κέντρο του, η ΚΠολη – και η αποτυχία της απελευθέρωσής της μέχρι το 1922 θα αποβεί καταλυτική για την αδυναμία κρατικής ολοκλήρωσης του νεώτερου ελληνισμού. Γι’ αυτό και στην Πόλη θα πραγματοποιηθούν και οι περισσότερες μυήσεις νέων μελών.

Στα Επτάνησα, θα στρατολογηθεί και ο Κολοκοτρώνης ενώ οργανώνει και ένα μεγάλο αριθμό από Μοραΐτες στρατιωτικούς και κοτζαμπάσηδες (πάνω από 300 γνωστά μέλη), καθώς ορθώς πιστευόταν ότι η επανάσταση θα είχε ως επίκεντρο την Πελοπόννησο.

*****

Παράλληλα, ένα τέτοιο εγχείρημα θα απαιτούσε μια ηγεσία «επαγγελματιών επαναστατών» που θα μπορούσαν να συνδυάζουν την πολιτική σκέψη και τις γνώσεις του ευρύτερου ευρωπαϊκού γεωπολιτικού περιβάλλοντος, με την αποφασιστικότητα και την ορμή των οπλαρχηγών και των καπεταναίων της στεριάς και της θάλασσας.

Μια ενιαία και αποδεκτή ηγεσία αποτελούσε τη βασική προϋπόθεση για την επίτευξη των στόχων της Επανάστασης. Και οι άσημοι «επαγγελματίες επαναστάτες» της Φιλικής δεν διαθέτουν έναν ηγέτη που να έχει αναδειχτεί από τα σπλάχνα της οργάνωσης. Δεν είναι οι Μπολσεβίκοι με τον Λένιν, ο Ροβιεσπιέρος με τη γαλλική Επανάσταση, ο Μπολίβαρ στη Λατινική Αμερική. Γι’ αυτό και θα προσπαθούν να «εκβιάσουν», κυριολεκτικώς, τις ελίτ για να συμμετάσχουν στην Επανάσταση και μάλιστα να τεθούν επικεφαλής της!

Η «Ανωτάτη Αρχή» της Εταιρείας θα πασχίζει αγωνιωδώς, ιδιαίτερα μετά τον θάνατο του Σκουφά, να στρατολογήσει την ηγεσία της! Θα αναζητά μια μεγάλη προσωπικότητα, αναγνωρισμένη από ολόκληρο τον ελληνισμό, ικανή να ενώσει τα διεστώτα μέλη του. Η πρώτη επιλογή ήταν η σημαντικότερη πολιτική προσωπικότητα του ελληνισμού, ο Ιωάννης Καποδίστριας (1776-1831), τότε υπουργός Εξωτερικών του τσάρου. Ο Καποδίστριας όμως θα απορρίψει δύο φορές, τουλάχιστον, την πρόσκληση/έκκληση της Εταιρείας και θα προτείνει ο ίδιος ως εναλλακτική λύση για την ηγεσία τον Αλέξανδρο Υψηλάντη (1792-1828). (Και καθώς ο Υψηλάντης, μετά την αποτυχία της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία, παρέμεινε φυλακισμένος από τους Αυστριακούς σχεδόν μέχρι τον θάνατό του, η Επανάσταση δεν θα διαθέτει έναν αναγνωρισμένο ηγέτη).

Ο Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος, μέσα από τις συναντήσεις του Καποδίστρια με τον Ξάνθο, στις αρχές του 1820, όταν ο δεύτερος του πρότεινε την ηγεσία της οργάνωσης, συνοψίζει τη συνάντηση δύο κόσμων:

«Αι συναντήσεις των δύο ανδρών, και ιδίως η Δευτέρα, διαρκέσασα «έως το μεσονύκτιον», υπήρξαν λίαν αποφασιστικαί [ ].

Οι δύο ούτοι άνδρες αντιπροσώπευον δύο κόσμους διαφόρους. Ο εις, ο κορυφαίος Έλλην της εποχής και άμα κορυφαίος πολιτικός της Ευρώπης …· συνεργάτης και έμπιστος του ισχυροτέρου Αυτοκράτορος της Γης. Ο άλλος, μετρίας μορφώσεως, αποτυχών έμπορος, αργότερον εμποροϋπάλληλος, εις των ιδρυτών και αρχηγών μυστικής επαναστατικής εταιρείας, διάγων από διετίας τουλάχιστον την ζωήν επαγγελματίου επαναστάτου.

Υπήρχον όμως και σημεία προσεγγίσεως μεταξύ των δύο ανδρών…. και οι δύο ήσαν φλογεροί Έλληνες πατριώται, αφοσιωμένοι εις την υπόθεσιν της απελευθερώσεως της Ελλάδος.

Ο Ξάνθος επίστευεν ότι οι Έλληνες δύνανται να επιτύχωσι την απελευθέρωσιν αυτών δι’ επαναστάσεως κατά του σουλτάνου, νικώντες τους Τούρκους, “κατώτερους τῶν Ἑλλήνων εἰς τὰ φῶτα καὶ τὴν ἀνδρείαν”, και εζήτει από τον Καποδίστριαν να αναλάβη την αρχηγίαν.

Διά της εκλογής του Καποδίστρια ως αρχηγού, επεδιώκετο επί πλέον να παρασυρθή η Ρωσσία εις πόλεμον κατά της Τουρκίας. Κατά τον Φωτάκον, “μέγας σκοπός της Φ.Ε. ήτο να δυνηθή να παρασύρη την Ρωσσίαν εις πόλεμον κατά των Τούρκων”».

Τελικώς, ο Καποδίστριας θα συναινέσει μόνο στην επιλογή του Αλέξανδρου Υψηλάντη ως ηγέτη της οργάνωσης με τον οποίο και θα συναντηθεί, κατανοώντας πως ένα επαναστατικό εγχείρημα που έχει λάβει τέτοιες διαστάσεις δεν μπορούσε πλέον να ανακοπεί. Άλλωστε, και ο γραμματέας του, Κωνσταντίνος Καντιώτης, και όλα τα αδέλφια του ήταν μέλη της Φιλικής. Πίστευε, άραγε, πως από τη δική του θέση θα μπορούσε να προκαλέσει την ανάμειξη του τσάρου; Τελικώς όμως ήταν απών στις αποφασιστικές στιγμές, ιδιαίτερα μετά το 1822, πριν επικρατήσει ο διχασμός, τον οποίο ίσως μπορούσε να αποτρέψει, παρότι είχε απομακρυνθεί από το υπουργείο Εξωτερικών του Τσάρου. Και μόνον όταν και η ρωσική πολιτική θα στραφεί εναντίον της Τουρκίας, το 1826-27, θα δεχθεί να αναλάβει την ηγεσία της σπαρασσόμενης από εμφυλίους Επανάστασης, καταγράφοντας εξαιρετικά εσωτερικά και εξωτερικά επιτεύγματα.

.
.
.

Ήταν κατάλληλες οι συνθήκες για την εκδήλωση του κινήματος;

Οι εσωτερικές συνθήκες ήταν μάλλον ευνοϊκές. Η οθωμανική Αυτοκρατορία βρισκόταν σε αποσύνθεση. Οι μεταρρυθμιστικές απόπειρες των σουλτάνων Σελίμ Γ΄(1789-1807) και Μαχμούτ Β΄(1808-1839) υπήρξαν ανεπιτυχείς.

«Ο σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ επερνούσε κατά τα τελευταία εκείνα χρόνια πολύ ανήσυχους ημέρας. Είχεν αναβή εις τον θρόνον με το όνειρον μεγάλων εσωτερικών μεταρρυθμίσεων. … (Όμως) ο Αλή πασσάς είχε περιχαρακωθεί εις τα Ιωάννινα … Ο πασσάς της Πτολεμαΐδος είχεν επαναστατήσει. Φίλαρχοι Άραβες απειλούσαν αυτήν την Μέκκαν και την Μεδίναν. Ο σάχης της Περσίας εισέβαλλε διαρκώς εις τας ανατολικάς επαρχίας.… Οι Σέρβοι εννοούσαν να επιτύχουν επίσημον αναγνώρισιν του ηγεμόνος των Μίλος Οβρένοβιτς… Και συγχρόνως εκυκλοφορούσαν φήμαι περί υπάρξεως μυστικής πολιτικής εταιρείας δρώσης με σκοπόν την επανάστασιν των Ελλήνων».

Η σύγκρουση με τον Αλή πασά ενέπλεκε άμεσα τους Έλληνες, τους Σουλιώτες, τους Αρματολούς της Ηπείρου και της Στερεάς, δεσμεύοντας και το μεγαλύτερο μέρος των ενόπλων δυνάμεων της Τουρκίας, ενώ, στη Βλαχία, τον Ιανουάριο του 1821, εκδηλώνεται το κίνημα του Βλαδιμηρέσκου.

Επρόκειτο για έναν αγώνα δρόμου μεταξύ του οθωμανισμού, που επιχειρεί να ανσυγκροτηθεί, και των επαναστατών. Αρχικώς, ο Μαχμούτ Β΄ είχε αναθέσει στον Καπουδάν πασά να εξοντώσει τους πασάδες της Μικράς Ασίας, και στον μεγάλο βεζίρη Χουρσίτ Πασά εκείνους της Ρούμελης (της Ευρωπαϊκής Τουρκίας), οι οποίοι, ήδη από την περίοδο του Σελίμ Γ΄, είχαν μεταβληθεί σε ανεξάρτητους ηγεμόνες· και κατ’ εξοχήν, να αντιμετωπίσει τον Αλή Πασά.

Η απόφαση του Μαχμούτ Β΄ να στραφεί ένοπλα εναντίον του Αλή, αποτελούσε και το προανάκρουσμα για τη συντριβή των ενόπλων δυνάμεων του ελληνισμού, στη Ρούμελη και την Ήπειρο. Γεγονός που επέβαλε την επίσπευση του κινήματος, όπως διαβάζουμε στο Σχέδιον Γενικόν: «…εἶναι ἀποφασιστικὸν σχέδιον τῆς Πόρτας, μετὰ τὴν κατάλυσιν τοῦ Ἀλῆ πασά, μὲ ὕπουλον τρόπον νὰ ἐξαφανίσῃ ὅλους τοὺς ὁμογενεῖς ἡμῶν Καπετανέους, διὰ νὰ καταστήσῃ διόλου ὑπήκοον τὴν Ἑλλάδα…».

Άλλωστε, η οποιαδήποτε αναβολή πυροδότησης του κινήματος είχε καταστεί αδύνατη εξ αιτίας της έκτασης που είχε προσλάβει η Εταιρεία και από το πλήθος των προπαρασκευαστικών ενεργειών που είχαν ήδη υποπέσει στην αντίληψη όχι μόνο των Τούρκων αλλά και των Βρετανών. Το 1820, ο Διόγος είχε αποκαλύψει στον Αλή πασά την ύπαρξη της Εταιρείας και αυτός είχε ειδοποιήσει τον Μαίτλαντ και τον σουλτάνο.

Τον Δεκέμβριο του 1820, δολοφονείται έξω από τη Νάουσα, ο απόστολος της Φιλικής, Δημήτριος Ύπατρος, ο οποίος μετέφερε έγγραφα και επιστολές του Υψηλάντη προς τον Αλή πασά. Τον Ιανουάριο του 1821, ο Αριστείδης Παππάς, ενώ κατευθύνεται προς τη Σερβία, έχοντας μαζί του το σχέδιο επιθετικής και αμυντικής συνεργασίας Ελλήνων και Σέρβων, θα συλληφθεί και θα αυτοκτονήσει ή θα εκτελεστεί μετά από φρικτά βασανιστήρια. Ο Άγγλος πρέσβης, Στράνγκφορντ, πληροφορούμενος τα τεκταινόμενα, ενημέρωσε την Πύλη και ο Χαλέτ εφέντης έστειλε στην Πελοπόννησο τον Νικόλαο Μουρούζη, διερμηνέα του στόλου, για να πληροφορηθεί τι ακριβώς συμβαίνει. Ωστόσο, ο Μουρούζης, μέλος της Εταιρείας, όχι μόνο δεν απέτρεψε τους συμπατριώτες του αλλά αντίθετα τους παρακίνησε να επισπεύσουν την κήρυξη της Επανάστασης.

Άλλωστε, η Φιλική είχε γίνει πλέον πασίγνωστη στην Κωνσταντινούπολη και συχνές ήταν οι εκδηλώσεις των μελών της με παραληρήματα ενθουσιασμού και πατριωτικής ρητορείας κάτω από τη μύτη του Σουλτάνου.

Αυτά τα δεδομένα, ανάμεσα σε πληθώρα άλλων, καταδεικνύουν πως το σχέδιο δεν ήταν πλέον δυνατό να κρατηθεί μυστικό και, εάν οι Έλληνες δεν κινούνταν αμέσως, θα δραστηριοποιούνταν αντ’ αυτών, όσο αργοκίνητες και αν ήταν, οι οθωμανικές αρχές.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, μία και μόνη αποτελεσματική λύση υπήρχε. Εφ’ όσον ο συρμός είχε ήδη ριχθεί στις ράγες και τίποτε πλέον δεν μπορούσε να τον σταματήσει, ιδιαίτερα μετά το 1819-1820, όταν χιλιάδες άτομα είχαν μυηθεί με τον ένα ή άλλο τρόπο στο μεγάλο μυστικό, οι κορυφές του γένους, παραμερίζοντας τους ενδοιασμούς τους, ήταν υποχρεωμένες να τεθούν επικεφαλής και να προσπαθήσουν να φέρουν εις πέρας το επαναστατικό εγχείρημα με τους καλύτερους δυνατούς όρους.

Τελικώς, τον Οκτώβριο του 1820, στο Ισμαήλι, θα προσδιοριστεί ως πιθανότερη ημερομηνία έναρξης της Επανάστασης η 25 Μαρτίου, του Ευαγγελισμού: Η Πελοπόννησος με τα ναυτικά νησιά, θα αποτελούσαν το επίκεντρο της επαναστατικής ενέργειας, ο δε Αλέξανδρος Υψηλάντης επρόκειτο να μεταβεί στον Μοριά. Ωστόσο, στις 22 Φεβρουαρίου, ο Υψηλάντης, επικεφαλής του Ιερού Λόχου, για άγνωστους μέχρι σήμερα λόγους, θα διαβεί τον Προύθο και θα θελήσει να εγκαινιάσει την Επανάσταση από τη Μολδοβλαχία. Εντούτοις, την 25 Μαρτίου, θα σηκωθεί η σημαία της Επανάστασης σε ολόκληρο τον Μοριά. Η Φιλική Εταιρεία είχε τηρήσει την υπόσχεσή της.

[1] Βλ. Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος, Η απόφασις περί της ελληνικής επαναστάσεως του 1821, Αθήνα 1965, σσ. 39, 40.

[2] Εμ. Ξάνθος, «Απολογία».

[3] Εμ. Ξάνθος, «Απολογία».

[4] Βλ. Αλ. Δεσποτόπουλος, ό.π., σσ. 39-40.

[5] Φωτάκου, Απομνημονεύματα, τ. Α΄, σ. 8.

[6] Ι. Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σσ. 32-33.

[7] Διονύσιος Α. Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, Α΄, Μέλισσα 1976, σσ. 363-365.

[8] Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. 1, σ. 47.

[9] Στεφ. Ι. Παπαδόπουλος, «Ο φιλικός Δημήτριος Ίπατρος. Συμβολή στην Ιστορία της δράσης των αποστόλων της Φιλικής Εταιρείας», Ελληνικά, τχ. 16, Θεσσαλονίκη 1958, σσ. 149-165.

[10] Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σσ. 119-120· Γ. Λάιος, Ανέκδοτες επιστολές και έγγραφα του 1821, Αθήνα 1958, σσ. 81-83.

[11] Βλ. Νικ. Μοσχόπουλος, Πώς είδαν οι Τούρκοι ιστοριογράφοι την Ελληνική επανάσταση, εν αντιπαραβολή και προς τους Έλληνας ιστορικούς, Αθήνα 1960, σσ. 127-131· Α. Βακαλόπουλος, ΙΝΕ, τ. Ε΄, σσ. 87, 120-121· Δ. Ευμορφόπουλος, Απομνημονεύματα, ΑΑ, τ. 20, Αθήνα χχ, επιμ.-εισαγωγή, Εμμ. Πρωτοψάλτη, σσ. 10-11· Lulu von Thürheim, Mein Leben. Erinnerungen aus Österreichs grosser Welt 1788–1852, Μόναχο 1914-1923, τ. 4, σ. 210.

[12] Βλέπε αναλυτικά Ι. Φιλήμων, ΔΙΦΕ, σσ. 312-328.

Διαβάστε τα προηγούμενα

Δημοφιλή