Η Ελλάδα, η κρίση της Ευρώπης και οι εκλογές

Η κριτική μας στην Ευρώπη δεν μπορεί να αποσκοπεί στην παραπέρα αποδυνάμωσή της, αλλά στην ενίσχυση μιας ενιαίας αμυντικής και μεταναστευτικής πολιτικής.
Christian Dauphin via Getty Images

Καθώς πλησιάζουμε προς τις ευρωεκλογές, η μοναδική συζήτηση που διεξάγεται στην Ελλάδα μεταξύ των κομμάτων, των δημοσιογράφων, και των ελίτ γενικότερα, αφορά τα ποσοστά που μπορούν να αποσπάσουν τα κόμματα σε αυτές τις εκλογές, ως εάν να πρόκειται απλώς για μια δημοσκόπηση που διεξάγεται με πραγματικές κάλπες. Προπαντός δε, η συζήτηση επικεντρώνεται σε δύο θέματα, εάν η Νέα Δημοκρατία θα διατηρήσει τα ποσοστά της ή εάν το ΠΑΣΟΚ θα ξεπεράσει τον ΣΥΡΙΖΑ! Όσο για τα μικρότερα κόμματα, εντός ή εκτός Βουλής, το ερώτημα είναι εάν η χαλαρότητα των εκλογών θα τους επιτρέψει να διασφαλίσουν έναν μεγαλύτερο αριθμό ψήφων ως εφαλτήριο για τις εθνικές εκλογές.

Όσο για το καθαυτό αντικείμενο των εκλογών, μοιάζει να μην ενδιαφέρεται κανείς. Διακυβεύεται ή όχι κάτι σε αυτές; Έχουν το οποιοδήποτε νόημα; Και όμως, με την Ευρωπαϊκή ’Ένωση οι σχέσεις της χώρας είναι ιδιαίτερα στενές, ενίοτε ασφυκτικά και πνιγηρά, όπως συνέβη την εποχή των μνημονίων· έχουμε κοινό νόμισμα και δασμολογική πολιτική, και η Ένωση καθορίζει εν πολλοίς τον προσανατολισμό της ενεργειακής, της αγροτικής και της βιομηχανικής πολιτικής, ενώ αποτελεί και τη σημαντικότερη πηγή πόρων για τις επενδύσεις.

Παράλληλα, αυτές οι σχέσεις καθορίζουν αποφασιστικά το εσωτερικό δίκαιο, όπως συμβαίνει με τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών, και ακόμη περισσότερο τις εξωτερικές σχέσεις της χώρας – τις σχέσεις με την Τουρκία, το μεταναστευτικό, το ουκρανικό και ούτω καθεξής. Δηλαδή, η Ευρωπαϊκή Ένωση κρατάει ένα, τουλάχιστον, κλειδί για όλα τα μεγάλα ζητήματα της εσωτερικής πολιτικής. Πολύ συχνά, δε, περισσότερο από την ελληνική κυβέρνηση και το ελληνικό κοινοβούλιο.

Και όμως, ένα περίπλοκο και αδιαφανές γραφειοκρατικό σύστημα έχει μεταβάλει την Ευρωπαϊκή Ένωση σε έναν οργανισμό που βρίσκεται πέρα και πάνω από τους πολίτες των ευρωπαϊκών χωρών, έναν μηχανισμό που βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια των επαγγελματιών της πολιτικής, και προπαντός τον μεγάλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ιδιαίτερα δε για τους Έλληνες πολίτες, που βρίσκονται στην περιφέρεια της Ευρώπης, σε μία χώρα με μικρό οικονομικό και πληθυσμιακού αποτύπωμα, η Ευρωπαϊκή ’Ένωση λειτουργεί ως ένας αδιαφανής αλλά αναγκαίος ηγεμόνας και συχνά ως μπαμπούλας.

Άλλωστε, η ίδια η Ένωση, που λειτουργεί περισσότερο σαν μια κοινή αγορά και πολύ λιγότερο ως ενιαία οικονομική και πολιτική δύναμη, διέρχεται μία βαθύτατη κρίση, ακριβώς γιατί έχουν αλλάξει ριζικά οι παγκόσμιες γεωπολιτικές και οικονομικές πραγματικότητες.

Άλλοτε, ευρωπαϊκά κράτη όπως η Γαλλία, η Αγγλία ή η Γερμανία, αλλά ακόμα και μικρότερες χώρες όπως η Ολλανδία ή το Βέλγιο, ήταν αποικιακές δυνάμεις με παγκόσμια εμβέλεια και ανεξάρτητη πολιτική. Η βαθύτατη κρίση για την ηγεμονία, που κράτησε από την εποχή του Ναπολέοντα μέχρι τον Χίτλερ και οδήγησε σε δύο παγκοσμίους πολέμους –με την παράλληλη άνοδο εξωευρωπαϊκών δυνάμεων, των Ηνωμένων Πολιτειών, της ΕΣΣΔ ή της Κίνας–, υποχρέωσε τα ευρωπαϊκά κράτη να σχηματίσουν σταδιακώς ένα είδος οικονομικής, κυρίως, συνομοσπονδίας προκειμένου να αντιμετωπίσουν αυτή την κρίση.

Μέχρι το 1990 και το 2000, η Ευρωπαϊκή Ένωση κατόρθωνε να ενισχύεται, δημιούργησε ένα κοινό νόμισμα και απέκτησε κοινή φωνή σε ορισμένα από τα παγκόσμια ζητήματα. Ωστόσο, μετά τη δεκαετία του 2000, το πληθυσμιακό και το οικονομικό της αποτύπωμα στον παγκόσμιο πληθυσμό και οικονομία μειώνεται δραματικά – οι ευρωπαϊκές χώρες βρίσκονται μπροστά στη μεγαλύτερη πρόκληση ιστορίας τους. Βρίσκονται αντιμέτωπες με την ανάπτυξη νέων παγκόσμιων δυνάμεων, όπως η Κίνα, την επανεμφάνιση μιας απειλητικής και επιθετικής Ρωσίας, όπως κατεδείχθη με την εισβολή στην Ουκρανία, την ενίσχυση νέων περιφερειακών δυνάμεων, όπως η Τουρκία, το Ιράν, οι χώρες του Κόλπου, στο ευρύτερο γεωπολιτικό πεδίο.

Παράλληλα, επιταχύνεται η εσωτερική κρίση με βασικές αιτίες την εγκατάσταση μεγάλου αριθμού μη ενσωματώσιμων, κυρίως μουσουλμανικών, πληθυσμών, τη δημογραφική κατάρρευση και την ιδεολογική σύγχυση που διαιρεί τις κοινωνίες, ζητήματα που θέτουν και πάλι την Ευρώπη μπροστά σε κυριολεκτικά υπαρξιακά διλήμματα. Διότι, εάν μέχρι σήμερα λειτουργούσε ως μια δύναμη βέβαιη για την ισχύ της, ιδιαίτερα οικονομική και πολιτιστική, σήμερα δεν απειλείται μόνο στο οικονομικό επίπεδο αλλά απειλείται με κυριολεκτική ενδόρρηξη και συρρίκνωση.

Η Ευρώπη και κυρίως οι μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, κουβαλώντας την αλαζονεία της ακόμα πρόσφατης ισχύος τους, δεν έχουν συνειδητοποιήσει πως, πλέον, αποτελούν δυνάμεις με περιορισμένες δυνατότητες και είναι υποχρεωμένες να πραγματοποιήσουν ένα ιδεολογικό και πολιτικό άλμα για να επιβιώσουν: να συνειδητοποιήσουν δηλαδή ότι δεν βρίσκονται πλέον σε περίοδο επέκτασης αλλά άμυνας –κάτι που θα γίνεται όλο και σαφέστερο τα επόμενα χρόνια–, και να πάρουν τα απαραίτητα μέτρα γι’ αυτό.

Πρώτον, να ενισχύσουν την εσωτερική παραγωγική αυτονομία της Ηπείρου, ανάγκη που κατεδείχθη περίτρανα στη διάρκεια της κρίσης του κορωνοϊού, να βάλουν φραγμό στα μεταναστευτικά ρεύματα, ενισχύοντας την εσωτερική πολιτισμική συνοχή, να απορρίψουν την εσωτερική ιδεολογική αποσύνθεση που οδηγεί σε έναν μόνιμο εσωτερικό πολιτιστικό πόλεμο.

Δεύτερον, να επενδύσουν στην κοινή αμυντική πολιτική, με διαμόρφωση κοινού ευρωστρατού, ενισχύοντας τις αμυντικές δαπάνες και κηρύσσοντας απαραβίαστα τα κοινά σύνορα.

Είναι προφανές, δε, πως το κυριότερο εμπόδιο για την άσκηση μιας τέτοιας πολιτικής είναι ο εγωισμός των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών, κυρίως της Γερμανίας, που βλέπουν, σχεδόν αποκλειστικά, την ΕΕ σαν μία εμπορική και οικονομική πλατφόρμα. Γι’ αυτό και εμποδίζουν τα όποια ουσιαστικά μέτρα στα δύο μεγάλα προβλήματα, του μεταναστευτικού και της άμυνας. Εξάλλου, όπως φάνηκε στην πρόσφατη ουκρανική κρίση, οι ένοπλες δυνάμεις τους είναι κυριολεκτικά διαλυμένες. Σχετικά δε με τη μετανάστευση, εμμένουν σε μια πολιτική φτηνών εργατικών χεριών, αγνοώντας παντελώς την αποσύνθεση της κοινωνικής συνοχής που έχει ήδη προκαλέσει η μετανάστευση πληθυσμών μη συμβατών με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό.

Είναι προφανές λοιπόν πως, απέναντι στη λογική των εθνικών συμφερόντων των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών, που εμποδίζουν τα απαραίτητα άλματα της ευρωπαϊκής οικοδόμησης, η πρωτοβουλία θα πρέπει να περάσει στα χέρια των μικρότερων και μάλιστα των περιφερειακών χωρών. Εκείνων που δεν έχουν την πολυτέλεια να περιμένουν τους Γερμανούς «να ωριμάσουν», γιατί κινδυνεύουν με άμεση καταστροφή.

Έτσι, στο μεταναστευτικό ζήτημα, τα πιο αποφασιστικά βήματα προστασίας της εσωτερικής συνοχής τα έχει πραγματοποιήσει η σοσιαλδημοκρατική Δανία και, στο αμυντικό πεδίο, η Φινλανδία και η Ελλάδα, ακριβώς γιατί αυτές βρίσκονται στα σύνορα της Ευρώπης, απέναντι σε επιθετικούς γείτονες. Αυτές οι δυνάμεις έχουν και το μεγαλύτερο συμφέρον για επιτάχυνση των διαδικασιών συγκρότησης μιας αμυντικής και μεταναστευτικής πολιτικής της Ευρώπης.

Εμείς και η Κύπρος έχουμε ανάγκη από τη ενίσχυση της κοινής αμυντικής πολιτικής και από τη δημιουργία ευρωστρατού γιατί βρισκόμαστε στο επίκεντρο των παγκόσμιων συγκρούσεων, στα σύνορα των κόσμων και απέναντι στον επεκτατικό νεοθωμανισμό.

Θα πρέπει λοιπόν να ξεπεράσουμε τη λογική του καρπαζοεισπράχτορα, που χαρακτηρίζει διαχρονικά την Ελλάδα σε σχέση με την ΕΕ και τις μεγάλες χώρες της Ευρώπης, ότι δηλαδή εμείς πρέπει να ακολουθούμε ό,τι επιτάσσουν οι μεγάλοι. Συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Οι μικρές και/ή οι ακριτικές χώρες της Ευρώπης πρέπει να δείξουν τον δρόμο και να προωθηθούν στις θέσεις αποφάσεων της Ευρώπης. Και η Ελλάδα και η Κύπρος αποτελούν κατεξοχήν ακριτικές δυνάμεις.

Δηλαδή, εάν η κοινή Ευρώπη ξεκίνησε από την πρωτοβουλία των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών, η ολοκλήρωσή της εναποτίθεται πρωτίστως στα χέρια των μικρότερων και ακριτικών χωρών. Γιατί τότε ο στόχος ήταν να ξεπεραστούν οι συγκρούσεις μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών, που είχαν ματοκυλίσει στην Ευρώπη, ενώ σήμερα ο στόχος είναι η αντιμετώπιση των εξωτερικών απειλών και, επομένως, οι χώρες των συνόρων έχουν τον πρώτο λόγο.

Και εδώ πρέπει να ξεσκεπάσουμε και να καταδείξουμε την εθνικά επιζήμια λογική εκείνων που, με πρόσχημα την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας, προτείνουν και διατυμπανίζουν την απομάκρυνση από την ΕΕ, όπως είχε γίνει και με την ανόσια καμπάνια υπέρ του δραχμικού. Διότι μια τέτοια λογική, που συχνά εκπορεύεται από τις ρωσικές επιθυμίες, οδηγεί στην παράδοσή μας στους αντιπάλους μας, στερώντας μας από τις απαραίτητες συμμαχίες που χρειαζόμαστε.

Συνεπώς, η κριτική μας στην Ευρώπη δεν μπορεί να αποσκοπεί στην παραπέρα αποδυνάμωσή της, όπως κάνει το ρωσικό λόμπι, από την Λεπέν έως το AfD και την Βάγκεχνεχτ. Αλλά, αντίθετα, στην ενίσχυση μιας ενιαίας αμυντικής και μεταναστευτικής πολιτικής. Διότι είναι λογικό ο Πούτιν και ο Ερντογάν να επιθυμούν τη διάλυση ή τη στασιμότητα της Ευρώπης. Για την Ελλάδα όμως αυτό ισοδυναμεί με αυτοκτονία.

Δυστυχώς, οι κυρίαρχες ελίτ στη χώρα μας, επί δεκαετίες, είναι μαθημένες στον ρόλο του κολαούζου. Θα μπορέσουν άραγε να υιοθετήσουν εκείνον του οδηγού;

Δημοφιλή