ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ 9 Μαΐου 2026
Η Ημέρα της Ευρώπης βρίσκει φέτος την Ευρωπαϊκή Ένωση σε μια περίοδο που θυμίζει περισσότερο επιστροφή της Ιστορίας παρά εορτασμό της υπέρβασής της. Εβδομήντα έξι χρόνια μετά τη Διακήρυξη Σουμάν, η Ευρώπη μοιάζει να επιστρέφει σε λέξεις που πίστευε ότι είχε αφήσει οριστικά πίσω της: πόλεμος, εξοπλισμοί, σφαίρες επιρροής, πυρηνικές απειλές, ενεργειακή ανασφάλεια, δασμοί, γεωπολιτικός ανταγωνισμός, φτώχεια.
Το 1950, μόλις πέντε χρόνια μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η ευρωπαϊκή ενοποίηση δεν γεννήθηκε από κάποιο αφηρημένο όραμα γραφειοκρατικής ολοκλήρωσης, αλλά από τον φόβο ότι η ίδια η ευρωπαϊκή ήπειρος, αν επέστρεφε ξανά στις παλιές ιστορικές της εμμονές, αργά ή γρήγορα θα κατέληγε πάλι στην αυτοκαταστροφή.
«Στις 9 Μαΐου 1950, μια άνευ προηγουμένου διακήρυξη έθετε τα θεμέλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως την ξέρουμε σήμερα, εδραζόμενη σε δύο βασικές αρχές: ειρήνη και αλληλεγγύη».
Η Γαλλία και η Γερμανία αποφάσισαν τότε να συνδέσουν στρατηγικά τις οικονομίες τους ακριβώς για να μην μπορούν να ξαναπολεμήσουν εύκολα μεταξύ τους. Η ιδέα ήταν σχεδόν επαναστατική για τα δεδομένα της ευρωπαϊκής ιστορίας: να μοιραστεί η ισχύς ώστε να περιοριστεί η σύγκρουση.
Η γαλλογερμανική συμφιλίωση υπήρξε το ιστορικό θεμέλιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο ανταγωνισμός ισχύος εξαφανίστηκε ποτέ πραγματικά από την ευρωπαϊκή πολιτική.
Το ερώτημα για το ποιος καθορίζει τελικά την κατεύθυνση της Ευρώπης παραμένει ενεργό, ακόμη κι αν σπάνια διατυπώνεται ανοιχτά.
Για δεκαετίες, η Ευρώπη πίστεψε ότι το πείραμα πέτυχε ή σχεδόν πέτυχε….
Οι γενιές που μεγάλωσαν μετά τον Ψυχρό Πόλεμο έμαθαν να θεωρούν σχεδόν δεδομένο ότι η ευρωπαϊκή ήπειρος είχε αφήσει πίσω της τη βίαιη Ιστορία της. Ότι το εμπόριο, η αλληλεξάρτηση και η παγκοσμιοποίηση λειτουργούσαν σχεδόν εξημερωτικά απέναντι στις παλιές συγκρούσεις. Ότι τα σύνορα έχαναν σταδιακά τη σημασία τους. Ότι ο κόσμος, έστω αργά και αντιφατικά, κινούνταν προς περισσότερη συνεργασία.
Σήμερα συμβαίνει σχεδόν το αντίθετο.
Η 9η Μαΐου είναι ίσως η πιο συμβολική υπενθύμιση αυτής της αλλαγής. Στις Βρυξέλλες είναι η Ημέρα της Ευρώπης. Στη Μόσχα η Ημέρα της Νίκης. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση συμβολίζει την υπέρβαση του πολέμου μέσω της συνεργασίας. Για τη Ρωσία την ισχύ που γεννήθηκε μέσα από τον πόλεμο και τη στρατιωτική νίκη.
Και φέτος αυτή η σύγκρουση συμβολισμών γίνεται ακόμη πιο βαριά. Ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται, ο Βλαντίμιρ Πούτιν επαναφέρει ανοιχτά πυρηνικές απειλές και αναθεωρητική ρητορική στην ευρωπαϊκή ήπειρο, ενώ η Μέση Ανατολή επιστρέφει ξανά ως παράγοντας παγκόσμιας αστάθειας, ενεργειακής πίεσης και γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Η Ευρώπη του 2026 δεν θυμίζει πια την αισιόδοξη Ευρώπη της δεκαετίας του ’90.
Και ίσως το μεγαλύτερο σοκ να είναι ότι αλλάζει ακόμη και το ίδιο το διεθνές πλαίσιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η μεταπολεμική Ευρώπη.
Για δεκαετίες, η Ευρωπαϊκή Ένωση κινήθηκε μέσα στην πεποίθηση ότι η αμερικανική ισχύς λειτουργούσε ως ο τελικός εγγυητής της δυτικής σταθερότητας. Σήμερα όμως ακόμη και οι σύμμαχοι λειτουργούν ολοένα πιο συναλλακτικά. Η επιστροφή των δασμών, του προστατευτισμού και της λογικής “America First” υπενθυμίζει στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ότι ακόμη και οι διατλαντικές σχέσεις δεν ταυτίζονται πλέον αυτόματα με τα ευρωπαϊκά συμφέροντα. Η Ενωση αγωνιά να εξοπλιστεί να προλάβει τα χειρότερα.
Το παράδοξο είναι ότι αυτή η στροφή συμβαίνει σε μια Ευρώπη όπου οι νεότερες γενιές μεγάλωσαν πιστεύοντας ότι ο πόλεμος ανήκει οριστικά στο παρελθόν. Η γενιά του Erasmus, των ανοιχτών συνόρων και της ελεύθερης μετακίνησης βλέπει σήμερα την ήπειρο να μιλά ξανά για επανεξοπλισμό, στρατηγική αυτονομία και αμυντική ετοιμότητα.
Και ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο παράξενες αντιφάσεις της εποχής: μια Ευρώπη που οικοδομήθηκε πάνω στην υπόσχεση ότι οι νέες γενιές δεν θα χρειαστεί ποτέ ξανά να ζήσουν όσα έζησαν οι προηγούμενες, προετοιμάζεται ξανά για έναν πιο επικίνδυνο κόσμο.
Η Ιστορία όμως σπάνια ρωτά τις κοινωνίες αν αισθάνονται έτοιμες πριν επιστρέψει.
Την ίδια στιγμή, η ίδια η ιδέα του μεταπολεμικού διεθνούς δικαίου μοιάζει πιο εύθραυστη από οποιαδήποτε στιγμή μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η αντίληψη ότι τα σύνορα δεν αλλάζουν δια της ισχύος, ότι οι κανόνες ισχύουν για όλους και ότι οι μεγάλες δυνάμεις λειτουργούν μέσα σε ένα σταθερό θεσμικό πλαίσιο αμφισβητείται πλέον ανοιχτά.
Η Ευρώπη βλέπει έτσι μία-μία τις βασικές παραδοχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε να δοκιμάζονται.
Και ενώ το διεθνές περιβάλλον γίνεται πιο επιθετικό, η ίδια η Ευρώπη, οι πολίτες της, μοιάζει συχνά πολιτικά κουρασμένη.
Κουρασμένη από μια τεχνοκρατική γλώσσα που πολλές φορές έμοιαζε να μιλά περισσότερο για δείκτες παρά για ανθρώπους. Από μια ψευδαίσθηση ότι η κοινωνική ένταση μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο επικοινωνιακά. Από έναν δημόσιο λόγο που σε ορισμένες περιπτώσεις έδινε την εντύπωση πως βασικές ανησυχίες των πολιτών για την ασφάλεια, τη μετανάστευση, την κοινωνική συνοχή ή την πολιτισμική ταυτότητα, αντιμετωπίζονταν περίπου ως ηθικά προβληματικές αντί ως πολιτικά υπαρκτές.
«Επειδή δεν επιτεύχθηκε η Ευρώπη, είχαμε πόλεμο. Η Ευρώπη δεν θα δημιουργηθεί διαμιάς, ούτε σε ένα συνολικό σχέδιο: θα οικοδομηθεί μέσα από συγκεκριμένα επιτεύγματα που κατ’ αρχάς θα δημιουργήσουν μια πραγματική αλληλεγγύη.» Ρ. Σούμαν
Κάπου σε αυτό το σημείο άρχισε να ανοίγει το κενό που γέμισαν τα άκρα και οι λαϊκιστές.
Δεν είναι τυχαίο ότι όλο και συχνότερα επιστρέφουν σε ευρωπαϊκές συζητήσεις αναφορές σε μια ατμόσφαιρα που θυμίζει έστω σε τελείως διαφορετικές ιστορικές συνθήκες μια νέα περίοδο μεσοπολεμικής ανασφάλειας: γεωπολιτική αστάθεια, οικονομική πίεση, κοινωνική κόπωση και άνοδος των άκρων.
Η Ευρώπη άργησε να καταλάβει ότι οι κοινωνίες δεν φοβούνται μόνο τη φτώχεια. Φοβούνται και την απώλεια ελέγχου. Φοβούνται να αισθανθούν ξένες μέσα στις ίδιες τους τις χώρες. Φοβούνται ότι οι κανόνες δεν ισχύουν το ίδιο για όλους. Ερωτήματα και αγωνίες που έμειναν αναπάντητα για καιρό με αποτέλεσμα η δημοκρατία να γίνει πιο εύθραυστη.
Ίσως γι’ αυτό το τελευταίο Ευρωβαρόμετρο καταγράφει μια τόσο παράδοξη αλλά και αποκαλυπτική εικόνα.
Οι Ευρωπαίοι εμφανίζονται πιο ανήσυχοι, πιο κουρασμένοι και πιο δύσπιστοι απέναντι στους θεσμούς τους, αλλά ταυτόχρονα περισσότεροι από ποτέ βλέπουν την Ευρωπαϊκή Ένωση ως παράγοντα σταθερότητας μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει ολοένα πιο ασταθής. Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή αναδεικνύεται πλέον ως κορυφαία ανησυχία σε επίπεδο ΕΕ, ενώ το κόστος ζωής παραμένει η κυρίαρχη αγωνία στην καθημερινότητα των πολιτών.
Η αντίφαση είναι βαθιά αλλά απολύτως λογική: όσο πιο αβέβαιος γίνεται ο κόσμος, τόσο περισσότερο οι κοινωνίες αναζητούν πλαίσια προστασίας, ακόμη κι αν ταυτόχρονα αμφισβητούν όσους τα διαχειρίζονται.
Για χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, οι ευρωπαϊκές αντιφάσεις γίνονται ακόμη πιο ορατές.
Η τουρκική κατοχή στη Κύπρο παραμένει η μοναδική περίπτωση κατοχής εδάφους κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι θεωρίες της “Γαλάζιας Πατρίδας”, που αμφισβητούν ανοιχτά ελληνικά και κυπριακά κυριαρχικά δικαιώματα, όχι μόνο δεν εξαφανίστηκαν αλλά επανέρχονται σταθερά στον δημόσιο λόγο της Άγκυρας.
Κι όμως, πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν την Τουρκία κυρίως μέσα από το πρίσμα της γεωπολιτικής χρησιμότητας, των εξοπλισμών, του μεταναστευτικού ή των οικονομικών συμφερόντων.
Η Γερμανία παραμένει ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ευρωπαϊκής αμφιθυμίας. Από τη μία εμφανίζεται ως βασικός πυλώνας της ευρωπαϊκής σταθερότητας και συνοχής. Από την άλλη, οι στενές οικονομικές και αμυντικές σχέσεις με την Άγκυρα, η χαλαρότητα απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις και η προτεραιοποίηση του “ρεαλισμού” απέναντι στις ανησυχίες κρατών-μελών γεννούν εύλογα ερωτήματα για το πώς αντιλαμβάνεται τελικά η Ευρώπη την ίδια της την αλληλεγγύη και με ποιους.
Και ενώ όλα αυτά συμβαίνουν, η ήπειρος καλείται ταυτόχρονα να κάνει και ένα τεράστιο τεχνολογικό άλμα.
Τεχνητή νοημοσύνη, αυτοματοποίηση, ψηφιακή κυριαρχία, πράσινη μετάβαση, ανταγωνισμός με ΗΠΑ και Κίνα. Η Ευρώπη γνωρίζει ότι αν δεν κινηθεί γρήγορα κινδυνεύει να μείνει κυριολεκτικά πίσω οικονομικά και γεωπολιτικά.
Γνωρίζει όμως και κάτι ακόμη πιο δύσκολο πολιτικά: ότι αν η μετάβαση αυτή αφήσει πίσω ολόκληρα κοινωνικά στρώματα, αν μεγαλώσει ακόμη περισσότερο η απόσταση ανάμεσα στις μητροπόλεις και τις περιφέρειες, ανάμεσα στους μορφωμένους και στους αποκλεισμένους, τότε η κρίση εμπιστοσύνης που ήδη διαπερνά πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες θα γίνει ακόμη βαθύτερη.
Ίσως τελικά αυτό να είναι σήμερα το πραγματικό ευρωπαϊκό δίλημμα.
Το ερώτημα είναι αν μπορεί να αλλάξει χωρίς να χάσει στην πορεία ούτε τις κοινωνίες της ούτε τον ίδιο τον λόγο ύπαρξής της.
Γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση γεννήθηκε μέσα από την ιδέα ότι η ήπειρος μπορούσε να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο του φόβου, της σύγκρουσης και της καταστροφής που τη σημάδεψε για αιώνες.
Σήμερα όμως, με πολέμους ανοιχτούς γύρω της, κοινωνίες κουρασμένες στο εσωτερικό της και ένα διεθνές σύστημα που αλλάζει βίαια, η Ευρώπη μοιάζει να βρίσκεται ξανά μπροστά σε μια ιστορική δοκιμασία.
Ίσως γι’ αυτό τα λόγια του Ρομπέρ Σουμάν από το 1950 ακούγονται ξανά τόσο επίκαιρα:
«Η παγκόσμια ειρήνη δεν μπορεί να διαφυλαχθεί αν δεν αναληφθούν δημιουργικές προσπάθειες ανάλογες των κινδύνων που την απειλούν.»