ΤΟ BLOG
30/05/2020 09:14 EEST | Updated 30/05/2020 09:14 EEST

Η Πολιορκία που άλλαξε τον κόσμο

commons wikimedia
.

Πριν από 567 χρόνια , τα ξημερώματα της 29ης Μαΐου του 1453, ο Μωάμεθ Β’ ο Πορθητής δίνει την εντολή για την τελική έφοδο στην Πόλη. Η επίθεση γίνεται στην Πύλη του Αγίου Ρωμάνου, εκεί που τα οθωμανικά κανόνια έχουν προκαλέσει τη μεγαλύτερη ζημία. Μέσα σε λίγες ώρες, η Βασιλεύουσα πέφτει και η Βυζαντινή αυτοκρατορία παύει να υπάρχει. Η εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ξεκινά.

Όμως η Άλωση της Πόλης, δεν είναι απλώς μια «κλασική» κατάκτηση, ούτε μια σύγκρουση μεταξύ δύο αυτοκρατόρων. Οι συνέπειες της προκάλεσαν μια αλυσίδα αντιδράσεων, που φτάνουν μέχρι και σήμερα. Γι′ αυτό και 567 χρόνια αργότερα εξακολουθεί να προκαλεί το ενδιαφέρον πολλών ιστορικών αλλά και ερευνητών. Εκτός αυτού, οι στρατηγικές που χρησιμοποίησε ο Πορθητής, είναι άξιες σχολιασμού. Αλλά πριν φτάσουμε σε αυτή την ανάλυση, πρέπει πρώτα να κοιτάξουμε το ιστορικό υπόβαθρο και να ερευνήσουμε τα γεγονότα πριν άλλα και κατά τη διάρκεια της πολιορκίας. Την άλωση της Κωνσταντινούπολης περιγράφουν οι χρονογράφοι Φραντζής, στενός φίλος και συνεργάτης του Κωνσταντίνου ΙΑ΄, Δούκας και Κριτόβουλος, φίλος του Μωάμεθ Β΄, που ζούσε στην αυλή του. 

Το Ιστορικό Υπόβαθρο 

Αρχικά, ξέρουμε τον Μωάμεθ με τον τίτλο του “Πορθητή”, λίγοι όμως γνωρίζουν τη ζωή του πριν την πολιορκία. Ο Μωάμεθ γεννήθηκε στην Ανδριανούπολη το 1432, την τότε πρωτεύουσα του Οθωμανικού κράτους. Ήταν τρίτος γιος του Σουλτάνου Μουράτ Β’ και της Χιουμά Χατούν. Σε μικρή ηλικία έμεινε ορφανός από μητέρα. Μιλούσε τουρκικά, αραβικά, περσικά, ελληνικά και μια σλαβική διάλεκτο που έμαθε απο την Μάρα Μπράνκοβιτς, τη σύζυγο του Μουράτ, η όποια τον πήρε στην προστασία της. Είχε ως πρότυπο τον Μέγα Αλέξανδρο και διάβαζε συχνά την Ιλιάδα του Ομήρου. Τον Αύγουστο του 1444, ο Μουράτ αποφάσισε να παραιτηθεί υπέρ του Μωάμεθ και να αποσυρθεί. Σύντομα όμως , ο νεαρός Μωάμεθ βρέθηκε ανάμεσα σε μια ενδοπαλατιανή σύγκρουση μεταξύ των φιλοπόλεμων υπουργών, υπό τον Τουραχάν Μπέη και των διαλλακτικών ειρηνόφιλων, υπό τον πανίσχυρο Μέγα Βεζίρη, Χαλίλ Πασά.

Τελικά ο Χαλίλ θα καταφέρει να προκαλέσει εξέγερση των γενίτσαρων κατά του νεαρού Σουλτάνου και της πολιτικής του, που βρισκόταν υπό την επιρροή των φιλοπόλεμων, και να τον αναγκάσει να παραιτηθεί ζητώντας την επιστροφή του Μουράτ.Ο πρίγκιπας Μωάμεθ έζησε αυτοεξόριστος στην Μαγνησία μέχρι το θάνατο του πατέρα του το 1451, οπότε επανήλθε στο θρόνο. Αναφέρεται πως κατά το διάστημα αυτό αρκετές φορές ο Μουράτ εκδήλωσε την επιθυμία να παραιτηθεί αλλά τον απέτρεπε ο Μέγας Βεζίρης.

Από τη στιγμή της επιστροφής του στο θρόνο, η επιθυμία να κατακτήσει την Κωνσταντινούπολη είχε γίνει έμμονη ιδέα για τον νεαρό σουλτάνο: διασώζεται ότι έμενε άυπνος για συνεχείς νύχτες, χαράσσοντας στο χαρτί το σχέδιο της πόλης και σημειώνοντας τα σημεία που μπορούσαν να προσβληθούν ευκολότερα. (Εξάλλου, έπρεπε με κάποιο τρόπο να αποδείξει πώς ήταν άξιος Σουλτάνος, πάρα το νεαρό της ηλικίας του) Πρώτα έκτισε, στα βόρεια της Πόλης, στις ευρωπαϊκές ακτές του Βοσπόρου, στο πιο στενό σημείο του, ένα ισχυρό φρούριο, το Ρούμελι Χισάρ, ώστε να αποκόψει την Πόλη από τον Εύξεινο Πόντο.

Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος , μετά την κατασκευή του Ρούμελι Χισάρ, στράφηκε για βοήθεια προς τα κράτη της Δύσης, κυρίως προς τη Γένοβα, τη Βενετία και τα Παπικά Κράτη. Μιας και μιλάμε για τον Αυτοκράτορα Κωσταντίνο,ας κοιτάξουμε σύντομα το προφίλ του. Γνωρίζουμε ελάχιστα για την παιδική του ηλικία. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της νεότητάς του στην Κωνσταντινούπολη υπό την επίβλεψη των γονιών του. Σε νεαρή ηλικία εκπαιδεύτηκε στο κυνήγι, την ιππασία και την πολεμική τέχνη. Διακρίθηκε για την αποφασιστικότητα και τις διοικητικές του ικανότητες και στέφθηκε αυτοκράτορας στον Μυστρά στις 6 Ιανουαρίου του 1449. 

Κάπου εδώ πρέπει να αναφερθούμε στο γεγονός, πως η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε αποδυναμωθεί και συρρικνωθεί σταδιακά κατά τους προηγούμενους αιώνες τόσο από εξωτερικούς εχθρούς ( ειδικά μετά την μάχη του Μαντζικέρτ το 1071), όσο και από έντονες εσωτερικές διαμάχες, με την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους της 4ης Σταυροφορίας να αποτελεί βαρύ πλήγμα για την αυτοκρατορία, παρά την επανάκτησή της το 1261 από τον Μιχαήλ Παλαιολόγο.Το 1453, τα μοναδικά εδάφη που ανήκαν στο Βυζάντιο ήταν αυτά της Πελοποννήσου και κάποιες εκτάσεις γύρω από την Πόλη. Το Βυζάντιο ήταν ουσιαστικά μία σκιά της παλιάς Αυτοκρατορίας. Εξάλλου, ήταν φόρου υποτελής στον Σουλτάνο από το 1446.

Όμως η Πόλη στεκόταν, και αυτό το όφειλε στα Θεοδοσιανά Τείχη. Σε όλο τους το μήκος τους ήταν διπλά και μπροστά από τα εξωτερικά τείχη υπήρχε μια μεγάλη τάφρος. Γίνεται γρήγορα αντιληπτό, πως μια πολιορκία με τα κλασικά μέσα της εποχής (πολιορκητικοί κριοί, πύργοι και καταπέλτες) είτε θα έπαιρνε πάρα πολύ χρόνο είτε θα τέλειωνε σε αποτυχία. Επομένως, ο Μωάμεθ έπρεπε να βρει ένα μέσο για να ρίξει γρήγορα τα τείχη της Πόλης. Και αυτό το μέσο θα του το προσέφερε ο Ουρβανός, ένας Ούγγρος κατασκευαστής κανονιών, από τους πολλούς σε αριθμό τεχνικούς μισθοφόρους πού πωλούσαν τη τέχνη τους. Στην αρχή ο Ουρβανός είχε απευθυνθεί στον Αυτοκράτορα Κωσταντίνο. Όμως ο Κωνσταντίνος είχε λίγα διαθέσιμα κεφάλαια για να επενδύσει στη κατασκευή νέων όπλων. Τα μπρούτζινα κανόνια ήταν πάρα πολύ ακριβά, κατά πολύ πάνω από τα οικονομικά μέσα άμεσης πληρωμής σε μετρητά του αυτοκράτορα. Ο Μωάμεθ όμως, είχε τα απαραίτητα κεφάλαια για την κατασκεύη των μεγάλων κανονίων. 

Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος όμως είχε και αυτός έναν «άσο στο μανίκι του» , τον Γενουάτη μισθοφόρο Ιωάννη Λόγγο Ιουστινιάνη, ο οποίος έφτασε στην Βασιλεύουσα στις 26 Ιανουαρίου 1453. Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας τον δέχτηκε με χαρά κι ανακούφιση. Ο Ιουστινιάνης ήταν γνωστός ως ειδικός στην άμυνα περιτειχισμένων πόλεων. Τα χρονικά λένε πως ο αυτοκράτορας του υποσχέθηκε το νησί της Λήμνου, ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες του, αφού τελείωνε η πολιορκία. Ο Αυτοκράτορας απένειμε στον Ιουστινιάνη Λόγγο, τον τίτλο του πρωτοστάτορος (αρχιστρατήγου) και του ανέθεσε την άμυνα της πόλης.

Η Αρχή της Πολιορκίας

Ο Οθωμανικός στρατός έφτασε στα περίχωρα της Πόλης στις 2 Απριλίου του 1453, ανήμερα του Πάσχα. Στις 6 Απριλίου ξεκίνησε επίσημα η πολιορκία, αφού πρώτα απορρίφθηκε από τους βυζαντινούς η πρόταση του Μωάμεθ για την παράδοση της Πόλης. Αμέσως ξεκίνησε ο κανονιοβολισμός. Για τις επόμενες εβδομάδες, τα κανόνια του Ουρβάνου θα χτυπούν μέρα νύχτα τα τείχη της Βασιλεύουσας. Ήταν η μεγαλύτερη συγκέντρωση κανονιών (γύρω στα 70) που είχε δει ποτέ ο κόσμος σε ένα μέρος. Σίγουρα ήταν ένα τρομακτικό θέαμα, όπως και ο στρατός των 80.000 ανδρών. Ο στρατός των Βυζαντινών δεν ξεπερνούσε τις 10.000. Παρά τον μικρό αριθμό, οι υπερασπιστές κατάφερναν να επισκευάζουν γρήγορα τα τείχη και να απωθούν τους Τούρκους.

Ο Μωάμεθ αντιλήφθηκε πώς για να πετύχει η πολιορκία, έπρεπε να περάσει τον στόλο του στο λιμάνι της Πόλης, εκεί οπού τα τείχη ήταν λιγότερο προστατευμένα. Όμως η τεράστια αλυσίδα που έφραζε τον Κεράτιο Κόλπο, στεκόταν εμπόδιο σε αυτό.

Στις 20 Απριλίου, τέσσερα γενουάτικα πλοία, μετά από νικηφόρα σύγκρουση με αριθμητικά υπέρτερο τουρκικό στόλο, ήλθαν να ενισχύσουν τους Βυζαντινούς μεταφέροντας, μεταξύ των άλλων, τρόφιμα και εφόδια στην πολιορκημένη πρωτεύουσα. Αυτό το ευχάριστο γεγονός, αναπτέρωσε το ηθικό των πολιορκημένων.

Ωστόσο, η απάντηση του Μωάμεθ Β′ ήταν η κατασκευή μίας διόλκου και το πέρασμα πλοίων από ξηράς στον Κεράτιο Κόλπο. Το εγχείρημα έγινε στις 22 Απριλίου και για να μη γίνει αντιληπτό απο τους Βυζαντινούς, τα κανόνια βομβάρδιζαν ακατάπαυστα το χερσαίο τείχος. Ο στόλος των Βυζαντινών και των Ιταλών συμμάχων τους, που στάθμευε εντός του Κεράτιου κόλπου, βρέθηκε ανάμεσα σε δύο πυρά και η κατάσταση της πόλης έγινε κρίσιμη.

Τότε οργανώθηκε σχέδιο για να πυρποληθεί ο τουρκικός στόλος με υγρό πυρ, όμως το σχέδιο προδόθηκε στους Τούρκους και έτσι δεν πραγματοποιήθηκε. Επιπλέον, η άμυνα της πόλης εξασθενούσε, καθώς έπρεπε πλέον να τοποθετηθούν και δυνάμεις στο τείχος του Κερατίου που ως τότε δεν είχε ανάγκη από ιδιαίτερη περιφρούρηση.

Ο συνεχής βομβαρδισμός της πόλης, εξάντλησε εντελώς τον πληθυσμό, άντρες, γυναίκες παιδιά, ιερείς, μοναχοί προσπαθούσαν να αποκαταστήσουν τις πολυάριθμες ρωγμές του τείχους. Στη βυζαντινή πρωτεύουσα είχε γίνει πλέον ιδιαίτερα αισθητή η έλλειψη τροφίμων. Ταυτόχρονα στο οθωμανικό στρατόπεδο επικρατούσαν φήμες, (οι οποίες αποδείχτηκαν ψεύτικες) , για την άφιξη στόλου από τη Δύση. Εκείνες τις μέρες, ο Χαλίλ Πασάς προσπαθούσε να πείσει τον Μωάμεθ να λύσει την πολιορκία, υπό τον φόβο της πιθανής άφιξης ενισχύσεων.(ίσως να το έκανε για να μην πάρει την δόξα ο νεαρός Σουλτάνος ή επειδή είχε έρθει σε συνεννόηση με τους Βυζαντινούς). Ο Μώαμεθ όμως δεν υποχώρησε.

Το τέλος μιας αυτοκρατορίας

Ξημερώματα τις 29ης Μαΐου, ο Σουλτάνος δίνει την διαταγή για την τελευταία επίθεση. Η έφοδος γίνεται στην Πύλη του Αγίου Ρωμάνου, εκεί που τα οθωμανικά κανόνια έχουν προκαλέσει τη μεγαλύτερη ζημία. Πρώτα στέλνει τους Bashi-bazouk (παράτυποι στρατιώτες, οι αντίστοιχοι Berserkers των Βίκινγκ) , μετά το κυρίως πεζικό και στο τέλος, τους γενίτσαρους, τους ελίτ στρατιώτες των Οθωμανών. Μέσα στη μάχη, ο Ιουστινιάνης τραυματίζεται σοβαρά από βλήμα οθωμανικού πυροβολικού. Κατά άλλους αναφέρεται ότι το τραύμα προήλθε από βέλος. Οι άντρες του, τον τραβούν μέχρι τον Κεράτιο Κόλπου, όπου και διαφεύγουν μετά βίας. Σκοπεύουν να βρουν καταφύγιο στην Χίο .Ο Ιουστινιάνης όμως , βαριά τραυματισμένος και χωρίς καθαρισμό της πληγής στο θαλάσσιο ταξίδι, πέθανε από γάγγραινα την 1η Ιουνίου 1453. Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, αρνούμενος να εγκαταλείψει τους άντρες του, πολεμά μέχρι εσχάτων στη Πύλη του Αγίου Ρωμάνου ως απλός στρατιώτης. Το σώμα του δεν θα βρεθεί ποτέ. Ο θάνατος του σηματοδοτεί το τέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Δόθηκε διαταγή για τριήμερη λεηλασία της πόλης. Άλλες πηγές αναφέρουν πως ουσιαστικά η λεηλασία έπαυσε μετά την πρώτη ημέρα. Tην ημέρα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης, ή πιθανόν την επόμενη, ο Σουλτάνος εισήλθε επίσημα στην πόλη και πήγε στην Αγία Σοφία, όπου και προσευχήθηκε. Αργότερα, ο Μωάμεθ καταδίκασε σε θάνατο τον Χαλίλ Πασά, με την κατηγορία ότι είχε δοκιμάσει να συνεννοηθεί κρυφά με τους Βυζαντινούς. Θανατώθηκε την 1η Ιουνίου. Στα 21 του χρόνια, ο Μωάμεθ κατόρθωσε να κάνει ο,τι δεν είχε καταφέρει ο πατέρας του και η προκάτοχοί του : να κατακτήσει την Κωνσταντινούπολη. Ο Μωάμεθ υιοθέτησε τον τίτλο του Καίσαρα (Qayser-i Rûm) βασιζόμενος στο γεγονός πως η Κωνσταντινούπολη ήταν η έδρα και πρωτεύουσα της Ανατολικής Ρωμαίικης Αυτοκρατορίας από το 330 μΧ.

Sponsored Post