Εισοδηματικές ανισότητες - Προβληματισμοί και ανησυχίες για το μέλλον

Διαγενεακή κοινωνική κινητικότητα: Δείκτης του βαθμού ευκαιριών που ανοίγονται σε κάθε πολίτη
.
.
AndreyPopov via Getty Images/iStockphoto

Η αύξηση των εισοδηματικών ανισοτήτων σε παγκόσμιο επίπεδο προκαλεί ευρύτερες συζητήσεις και ανησυχίες για το μέλλον. Αλλά αν το εισόδημα θεωρηθεί το αποτέλεσμα, τι συμβαίνει με τις ανισότητες στην αφετηρία; Η διαγενεακή κοινωνική κινητικότητα παρέχει ενδείξεις του βαθμού ισότητας ευκαιριών.

Οι μεγάλες μισθολογικές και εισοδηματικές διαφορές που παρατηρούνται μεταξύ των μελών μίας κοινωνίας δημιουργούν ανισότητες που ενδεχομένως θέτουν σε κίνδυνο τη συνοχή της, ιδιαίτερα όταν έχουν επιπτώσεις στο κοινό περί δικαίου αίσθημα.

Από την άλλη πλευρά τα άτομα θέλουν να ανταμείβονται, όταν προσπαθούν περισσότερο από τους γύρω τους, και συνήθως αυτή η ανταπόδοση προτιμάται να είναι οικονομική.

Εξαρτώνται όμως τα αποτελέσματα των προσπαθειών μας μόνο από εμάς ή κυρίως από το οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο μεγαλώσαμε;

Εάν είχαμε καταβάλλει ακριβώς την ίδια προσπάθεια σε επίπεδο σπουδών και εργασιακό τομέα, αλλά αντί να προερχόμασταν από μία ευκατάστατη ή μεσαίας τάξης οικογένεια, προερχόμασταν από ένα φτωχό νοικοκυριό θα είχαμε καταλήξει στο ίδιο κοινωνικοοικονομικό επίπεδο;

Για να μη μείνουν αυτά τα ερωτήματα ρητορικά, η διαγενεακή κοινωνική κινητικότητα προσπαθεί να μετρήσει τα αποτελέσματα μας σε σχέση με την αφετηρία μας.

Η διαγενεακή κοινωνική κινητικότητα μπορεί να μετρηθεί από πλευράς εισοδηματικής (ο βαθμός συσχέτισης των εισοδημάτων παιδιού και γονέα σε αντίστοιχη ηλικία, για παράδειγμα 40 ετών), εκπαιδευτικής (ο βαθμός συσχέτισης του επιπέδου μόρφωσης μεταξύ των δύο γενεών) και απασχόλησης (η ταξινόμηση του επαγγέλματος του παιδιού σε σχέση με εκείνη του γονέα, ακολουθώντας μία διεθνή ταξινόμηση επαγγελμάτων όπως για παράδειγμα ISCO-08).

Όσο μεγαλύτερος είναι ο βαθμός συσχέτισης ενός δείκτη κοινωνικής κινητικότητας, τόσο μικρότερες οι πιθανότητες ένα άτομο να καταλήξει σε διαφορετικό επίπεδο σε σχέση με τους γονείς του (Ματσαγιάννης κα, 2018; ΟECD, 2018).

Συνήθως οι χώρες που παρουσιάζουν χαμηλά επίπεδα εισοδηματικών ανισοτήτων, έχουν επίσης υψηλά επίπεδα διαγενεακής κινητικότητας.

Ισχύει και το αντίστροφο, αλλά αυτή η σχέση είναι ακόμα υπό διερεύνηση.

Στους ακαδημαϊκούς κύκλους υπάρχει μεγαλύτερη ομοφωνία για το πως μετριέται η εισοδηματική ανισότητα (π.χ με τον δείκτη Gini), ενώ δεν παρατηρείται παρόμοιο επίπεδο ομοφωνίας για την περίπτωση της εισοδηματικής κινητικότητας (OECD, 2018; Atkinson, 2016).

Αυτό δεν εμπόδισε συγκριτικές μελέτες στα δύο πεδία να παρέχουν αξιόπιστες εκτιμήσεις και συμπεράσματα.

Τι συμβαίνει όμως με τη χώρα μας;

Σε αντίθεση με την πλειάδα των ερευνών που εξέτασαν τη διαγενεακή κινητικότητα στην εκπαίδευση (Daouli et al, 2010) λιγότερη σημασία έχει δοθεί στη διαγενεακή εισοδηματική κινητικότητα.

Βασικός λόγος είναι η έλλειψη μίας επίσημης πηγής δεδομένων που να παρέχει εισοδηματικές πληροφορίες για δύο διαφορετικές γενεές.

Υπενθυμίζεται ότι για να μετρήσουμε την εισοδηματική κοινωνική κινητικότητα των σημερινών εργαζομένων χρειαζόμαστε πληροφορίες για τους γονείς τους δύο, τρεις ή και περισσότερες δεκαετίες πριν.

Παρά τις δυσκολίες η επιστημονική κοινότητα έχει βρει τρόπους να ξεπεράσει μεθοδολογικά προβλήματα και ελλείψεις στις βάσεις δεδομένων.

Η πιο αναγνωρισμένη μέθοδος μέτρησης αυτού του είδους κινητικότητας είναι η διαγενεακή εισοδηματική ελαστικότητα (intergenerational income elasticity).

Ο δείκτης αυτός παίρνει συνήθως τιμές από 0 έως 1.

Το μηδέν σημαίνει ότι δεν υπάρχει συσχέτιση των εισοδημάτων γονέα και παιδιού, επομένως είναι ένδειξη απόλυτης κινητικότητας, ενώ ένας δείκτης κοντά στη μονάδα υπονοεί πλήρη συσχέτιση (OECD, 2018; Rycroft, 2018).

Η μόνη συγκρίσιμη μελέτη που υπάρχει για την χώρα μας είναι από τον ΟΟΣΑ, στις αρχές τις προηγούμενης δεκαετίας όταν ξεκινούσε η οικονομική κρίση (OECD, 2018).

Η διαγενεακή εισοδηματική ελαστικότητα υπολογίστηκε μεταξύ 0,31 και 0,32 ανάλογα τους εργαζόμενους που ελήφθησαν υπόψη στο δείγμα (μισθωτοί υπάλληλοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, όλοι οι εργαζόμενοι).

Η ελαστικότητα 0,32 σημαίνει ότι αν είχαμε δυο οικογένειες όπου η πλουσιότερη είχε διπλάσιο εισόδημα σε σύγκριση με τη φτωχότερη, το παιδί της πρώτης αναμένεται στην ενήλικη ζωή του να κερδίζει κατά μέσο όρο 32% μεγαλύτερο μισθό σε σχέση με το παιδί της φτωχότερης.

Με άλλα λόγια το 32% της εισοδηματικής διαφοράς της προηγούμενης γενεάς μεταφέρεται στη νεότερη.

Η Ελλάδα σε σχέση με άλλες χώρες κατατάσσεται στις πιο ανοικτές κοινωνίες όσον αφορά τα επίπεδα διαγενεακής κοινωνικής κινητικότητας (όχι μόνο εισοδηματικής, αλλά και εκπαιδευτικής) , ενώ ακόμα και οι δείκτες της όσον αφορά τις εισοδηματικές ανισότητες είναι κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες παρουσιάζουν μεγαλύτερα επίπεδα ανισοτήτων και μικρότερους βαθμούς κινητικότητας. Ως συνήθως οι Σκανδιναβικές χώρες είναι αυτές που ξεχωρίζουν θετικά στις μετρήσεις αυτές.

Βασικός μηχανισμός μείωσης των ανισοτήτων και αύξησης της κινητικότητας θεωρείται η εκπαίδευση. Η κουλτούρα του Έλληνα να σπουδάσει τα παιδιά του είχε θετικό αντίκτυπο στους παραπάνω δείκτες.

Τα όποια θετικά σημεία αναφέρθηκαν δεν έχουν σκοπό να ωραιοποιήσουν καταστάσεις.

Ανισότητες ευκαιριών σε επίπεδο εισοδηματικό, επαγγελματικό και εκπαίδευσης υπάρχουν ακόμα και σήμερα στην Ελλάδα.

Για παράδειγμα οι πιθανότητες πρόσβασης σε συγκεκριμένες βαθμίδες σπουδών και σχολές συνδέονται με το οικογενειακό περιβάλλον που μεγαλώσαμε (οικονομική κατάσταση νοικοκυριού, επίπεδο μόρφωσης γονέων κτλ.).

Η μετανάστευση μεγάλου αριθμού νέων και μορφωμένων ατόμων στο εξωτερικό είναι μία ανοικτή πληγή για την οικονομία μας.

Αλλά όταν τα επίπεδα διαγενεακής εισοδηματικής κινητικότητας είναι πολύ υψηλότερα σε χώρες όπως η Γερμανία (0,55-0,56), η Ιταλία (0,43-0,44), το Λουξεμβούργο (0,66-0,68) κα., ίσως αυτό είναι μία θετική ένδειξη ότι η ελληνική κοινωνία είναι πιο ανοιχτή από όσο φανταζόμασταν όσον αφορά τις ευκαιρίες που παρέχονται.

Να σημειωθεί ότι η κατάταξη των χωρών επιβεβαιώνεται από πολλές διαφορετικές έρευνες στον τομέα της κινητικότητας, αλλά για χάριν συντομίας του άρθρου αναφέρθηκε το βιβλίο του ΟΟΣΑ.

Παραπομπές:

Ματσαγγάνης Μ., PARMA Α., Καρακίτσιος Α. (2018) Όψεις κοινωνικής κινητικότητας στην Ελλάδα της κρίσης, ΔιαΝΕΟσις

Atkinson A. (2016) Ανισότητα. Τι μπορεί να γίνει;, Εκδόσεις Πατάκη

Daouli, J., Demoussis, M. and Giannakopoulos, N. (2010) Mothers, fathers and daughters: Intergenerational transmission of education in Greece, Economics of Education Review, 29, issue 1, p. 83-93.

OECD. (2018) A Broken Social Elevator? How to Promote Social Mobility. In OECD. OECD. https://doi.org/10.1787/9789264301085-en

Rycroft R. (2018) The economics of inequality, discrimination, poverty and mobility, 2nd edition, Routledge, New York

Δημοφιλή