ΚΟΙΝΩΝΙΑ
17/06/2020 11:08 EEST | Updated 17/06/2020 12:49 EEST

Μεγάλος Περίπατος: Αν δεν σπάσεις αυγά, ομελέτα δεν φτιάχνεις

Ως άνθρωπος (και) του αυτοκινήτου, τολμώ να πω ότι ναι, θέλω λιγότερο αυτοκίνητο για την καθημερινότητα.

EUROKINISSI/ ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΓΟΠΟΥΛΟΣ

Σιγά τ’ αυγά θα πουν ορισμένοι. Εχουμε τόσα θέματα να λύσουμε, που οι ποδηλατόδρομοι και οι πεζόδρομοι μας έλειπαν. Είναι κι αυτό μια θεωρία, για εκείνους που πράγματι εγκλωβίζονται σε μια καθημερινότητα επιβίωσης, εν μέσω δύσκολων εποχών, πράγματι.

Ωστόσο, υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος, καθώς η βελτίωση της καθημερινότητας, των συνθηκών διαβίωσης, μετακίνησης και εν γένει λειτουργίας του κοινωνικού συνόλου, περνά μέσα από αλλαγές στο σύστημα υγείας, τη δημόσια εκπαίδευση, τη δημόσια διοίκηση, τις δημόσιες συγκοινωνίες.

Και, δυστυχώς, σε αυτούς τους τομείς η Ελλάδα έχασε πολλές δεκαετίες, προκειμένου να αλλάξει το κράτος, μολονότι πήρε, από το 1981 και μετά, έναν απίστευτο πακτωλό χρημάτων, ακριβώς για να τα αλλάξει όλα. Κι αντ’ αυτού, δημιουργήθηκε μια νέα τάξη πολιτών, με παχυλούς μισθούς που δεν ανταποκρίνονταν στα προσόντα, με ανοικοδόμηση πολυτελών κατοικιών, με αποβιομηχανοποίηση της χώρας, πουλώντας «αέρα κοπανιστό» και «ήλιο – θάλασσα».

Όταν στην Ευρώπη, όλα τα βασικά ζητήματα είχαν λυθεί από δεκαετίες, τώρα εμείς κάνουμε βήματα προς την ψηφιοποίηση, για παράδειγμα. Τώρα τελειώσαμε αυτοκινητοδρόμους και τρένο της προκοπής, ηλεκτρικό, Αθήνα – Θεσσαλονίκη. Τώρα μιλάμε για την αξιοποίηση των λιμανιών, του Ελληνικού, τη ηλεκτρική διασύνδεση των νησιών με  την ηπειρωτική χώρα.

Τώρα μιλάμε, περισσότερο, για να έρθω στο κυρίως θέμα, για μια άλλη ποιότητα ζωής, τουλάχιστον στα κέντρα των πόλεων, τη στιγμή που όλα αυτά τα κέντρα, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, αποτελούν τρανά και επιτυχημένα παραδείγματα στη Ευρώπη.

Εχοντας ταξιδέψει σε όλη σχεδόν τη γηραιά ήπειρο και σε πολλά ακόμη μέρη του κόσμου, έχοντας «οργώσει» χιλιάδες χιλιομέτρων οδηγώντας νέα μοντέλα αυτοκινήτων για περίπου τρεις δεκαετίες, έχοντας κινηθεί σε επαρχιακούς δρόμους, σε αυτοκινητοδρόμους και σε πόλεις, μεγάλες και μικρές, έχω τη δυνατότητα να κάνω συγκρίσεις και δυστυχώς, κάθε φορά που οδηγώ στο εξωτερικό και έπειτα επιστρέφω για να οδηγήσω στην Ελλάδα, με πιάνει το παράπονο.

Ως άνθρωπος (και) του αυτοκινήτου, τολμώ να πω ότι ναι, θέλω λιγότερο αυτοκίνητο για την καθημερινότητα. Προσωπικά, αν και οδηγώ πολύ, στο κέντρο της Αθήνας κυκλοφορώ με το μετρό, αφήνοντας το ΙΧ στο πάρκινγκ ή και περπατώντας μέχρι το μετρό. Ναι, θέλω να μπορώ να χρησιμοποιώ περισσότερο τα μέσα μαζικής μεταφοράς και εφόσον μπορώ ακόμα, τα πόδια μου, ώστε να κάνω και την άσκηση που λένε οι γιατροί, να περπατάμε αρκετά για να δημιουργείται εφίδρωση.

Το ζήτημα είναι, η αναμόρφωση των δημόσιων συγκοινωνιών να γίνεται με γρήγορα βήματα, παράλληλα ή και να προηγείται των όποιων παρεμβάσεων, όπως τώρα με τον «Μεγάλο Περίπατο».

Δεν έχουν περάσει λίγες ημέρες από τις αλλαγές στην κυκλοφορία στην Βασιλίσσης Σοφίας, την Ηρώδου Αττικού και την Πανεπιστημίου κι έχουν ειπωθεί και γραφτεί τα πάντα. Ο καθένας, σαφώς, έχει άποψη, αρκεί να την τεκμηριώνει.

Το πλέον, σίγουρο για τον Ελληνα, είναι η προκατάληψη, την οποία πριν ακόμα συμβεί κάτι είναι αρνητικά κείμενος και εκφράζει αμέσως την αντίδρασή του, μόλις συμβεί.

Οι ριζοσπαστικές αλλαγές, θέλουν αποφασιστικότητα κι όχι απαραίτητα «αποφασίζομεν και διατάσσομεν». Γι’ αυτό υπάρχει και ο διάλογος, η διαβούλευση, οι γνώμες των ειδικών, ο σχεδιασμός μια παρέμβασης.

Και στην περίπτωση του «Μεγάλου Περιπάτου», τίποτα δεν έγινε χωρίς να υπάρχει ένα σχέδιο. Ισως η χρονική στιγμή που επιλέχθηκε, τώρα που προσπαθούμε να σταθούμε στα πόδια μας, μετά το lock down, ίσως να μην ήταν η κατάλληλη. Αλλά και πότε είναι η κατάλληλη στιγμή για τον Ελληνα; Ποτέ! Πάντα θα βρίσκει δικαιολογίες.

Θυμάμαι, σχεδόν 20 χρόνια πριν στο Περιστέρι, όταν ειπώθηκε η Εθνικής Αντιστάσεως να γίνει όλος ο δρόμος, πεζόδρομος. «Και που θα παρκάρουμε το αυτοκίνητο για να ψωνίσουμε» έλεγαν, όταν ο δρόμος είχε δύο μεγάλα εμπορικά καταστήματα και ελάχιστα μικρά. Αντιδράσεις επί αντιδράσεων, αλλά όταν έγινε, μόνο ο «αέρας» που ζητούσαν οι ιδιοκτήτες των κτιρίων για ενοικίαση ήταν πολλά εκατομμύρια δραχμές και τώρα χιλιάδες ευρώ. Πλέον, ο πεζόδρομος αυτός είναι γεμάτος καταστήματα κάθε είδους, φτιάχτηκε κι άλλος στην Εμμ. Βεάκη και άλλος στο Μπουρνάζι.

Αυτή η εικόνα, μου είναι γνώριμη από δεκαετίες στην Ευρώπη, Δυτική και κυρίως Ανατολική, όπου σεβάστηκαν τα κέντρα των πόλεων και τα ανέδειξαν, όταν εμείς περνούσαμε τη Διονυσίου Αεροπαγίτου για να πάμε από τη Συγγρού στο Θησείο. Δεν είναι πολύ καλύτερα πεζοδρομημένη η περιοχή; Δεν βρήκαμε άλλους δρόμους για να κάνουμε αυτή τη διαδρομή; Δεν βγάλαμε το λεωφορείο από την εξίσωση; Και να σκεφτείτε, ότι οι περισσότερες πόλεις της Ευρώπης ισοπεδώθηκαν στον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και φτιάχτηκαν από την αρχή, αλλά με σχέδιο, όχι με αντιπαροχή, που ναι μεν έδωσε σπίτια στον Ελληνα που άφησε την επαρχία για να βρει δουλειά στην Αθήνα, αλλά την κατέστρεψε πολεοδομικά και αισθητικά.

Η Αθήνα παραμένει η μόνη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, στην οποία το αυτοκίνητο κυκλοφορεί παντού στο κέντρο της πόλης. Ακόμα και στην Πλάκα, στο Μοναστηράκι. Ναι, υπάρχουν ορισμένοι περιορισμοί κυκλοφορίας, ωστόσο είναι λίγες οι περιπτώσεις. Το ότι πρέπει να βρεθεί λύση στο θέμα του παρκαρίσματος, είναι δεδομένο, για τους μόνιμους κατοίκους. Ωστόσο, το κέντρο της πόλης πρέπει αν αλλάξει. Και για να αλλάξει, χρειάζεται τόλμη, αποφασιστικότητα και εφαρμογή.

«Αν δεν σπάσεις ομελέτα, δεν φτιάχνεις αβγά, λέει ο θυμόσοφος λαός μας». Κι είναι αλήθεια. Το κυριότερο, πέρα από τις παρεμβάσεις, είναι να αλλάξεις τη νοοτροπία του κόσμου, τις συνήθειές του, να θέλει να κατέβει με το αυτοκίνητο στο κέντρο για να πάρει υφάσματα στη Μητροπόλεως, να ράψει κουρτίνες! Πρέπει να του βγάλεις από το μυαλό ότι για να πάει από το Παγκράτι στο Περιστέρι, θα πρέπει να περάσει από την Πανεπιστημίου, να κατέβει την Αγίου Κωνσταντίνου και μετά από Μεταξουργείο να πάρει την Πέτρας και τη Λένορμαν. Μπορεί να χρησιμοποιήσει, κάλλιστα, το Κουκάκι, να περάσει πίσω από του Φιλοπάππου, να φθάσει στην Τεχνόπολη, να πάρει την Ιερά Οδό και μετά τη Λ. Αθηνών και να πάει, ή να κατέβει τη Βασιλέως Κωνσταντίνου, τη Συγγρού και να ανέβει το ποτάμι, ανάλογα την ώρα, για να μην πετύχει κίνηση.

Όλα αυτά μπορεί να τα κάνει, αρκεί να το θελήσει. Εκεί βρίσκεται το ζητούμενο. Χρειάζεται αλλαγή στον τρόπο σκέψης. Ναι, στον γιατρό, στο κέντρο, θα πας, αν δεν μπορείς με τα Μέσα ή με τα πόδια, με ΙΧ ή ταξί. Δεν αποκλείεται αυτή η επιλογή, αλλά μπαίνει σε κανόνες.

Το αυτοκίνητο δεν απομακρύνεται από το κέντρο, αλλά περιορίζεται πολύ, δίνοντας θέση στον πεζό, στον ποδηλάτη, στον συνάνθρωπό μας με κινητικά προβλήματα να μπορέσει να βγει από το σπίτι. Κι όσο θα μπαίνει στη ζωή μας η έννοια της «βιώσιμης κινητικότητας» και η ηλεκτροκίνηση, δεν θα αργήσει η στιγμή που θα δημιουργηθούν και στην Αθήνα, όπως ήδη σε 80 πόλεις της Ευρώπης, eDrive Zones, όπου θα κυκλοφορούν μόνο «καθαρά» οχήματα, χωρίς εκπομπές ρύπων.

Το γεγονός ότι πρέπει να φτιάξουμε –επιτέλους- και πεζοδρόμια, δεν αμφισβητείται. Κι αυτό είναι το μείζον θέμα που πρέπει αν λύσουν οι δημοτικές αρχές. Διότι στις περισσότερες περιπτώσεις, στα πεζοδρόμια με τα δέντρα και τις κολόνες, ελάχιστος χρόνος αφήνεται για τον πεζό, πόσω μάλλον για άτομα με καροτσάκια ή με κινητικά προβλήματα.

Οι αλλαγές στη Βασιλίσσης Σοφίας, δεν άλλαξαν πολύ την κυκλοφορία. Εύκολα οι οδηγοί βρήκαν λύση, ενώ μη μου πείτε για την Ηρώδου Αττικού. Με την προηγούμενη κυβέρνηση ο δρόμος ήταν μονίμως κλειστός, με δύο «κλούβες» να φράζουν την είσοδο στη Βασιλίσσης Σοφίας. Και στην Πανεπιστημίου, όταν θα «κάτσει η σκόνη» από τη θύελλα που ξέσπασε, θα ηρεμήσει η κυκλοφορία. Θα βρούμε -αλλά πρέπει και να μας βοηθήσουν- διεξόδους.

Αν θέλουμε να αλλάξουμε καταστάσεις, πρέπει να αλλάξουμε πρώτα εμείς απόψεις και νοοτροπία. Να βγούμε από στεγανά δεκαετιών. Και αν, μη τι άλλο, τώρα οι περισσότεροι έχουν ταξιδέψει, έχουν παραστάσεις. Δεν θέλουν κάτι καλό που βλέπουν σε άλλη χώρα, να συμβαίνει και στη χώρα τους;

Sponsored Post