Σε δρόμο-φρούριο έχει μετατραπεί μια από τις μεγαλύτερες οδικές αρτηρίες στο κέντρο της Αθήνας, καθώς ολοένα και περισσότερες κάμερες εγκαθίστανται μέρα με τη μέρα, καταγράφοντας όλους όσους παραβιάζουν τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.

Με τη παραβίαση του ερυθρού σηματοδότη να αποτελεί μια από τις σημαντικότερες αιτίες πρόκλησης τροχαίων ατυχημάτων, η πολιτεία βάζει τέλος στην ατιμωρησία των επιτήδειων οδηγών που αγνοούν τους κανόνες, εγκαθιστώντας τεχνικά με ελεγκτικό και προειδοποιητικό χαρακτήρα.

Advertisement
Advertisement

Οι γνωστές σε όλους μας μπλε κάμερες που πλέον εντοπίζονται σε ολοένα και περισσότερα φανάρια της πρωτεύουσας, έκαναν για πρώτη φορά το ντεμπούτο τους στα τέλη του 2025, με την Ελληνική Αστυνομία και το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης να έχουν καταρτήσει ένα ολοκληρωμένο πλάνο που περιλαμβάνει τη τοποθέτηση 2.000 «έξυπνων» καμερών στους δρόμους.

Χαρακτηριστικό πεδίο εφαρμογής αυτής της δράσης συνιστούν μεταξύ άλλων και οι δημοφιλέστερες λεωφόροι της Αθήνας, εκεί όπου καθημερινά κινούνται εκατοντάδες χιλιάδες οχήματα.

Οι λεωφόροι πέριξ του κέντρου αποτελούν αδιαμφισβήτητα μέρος αυτών, οι οποίοι εδώ και αρκετούς μήνες έχουν μετατραπεί σε σε ένα ελεγχόμενο τμήμα δρόμου με διάσπαρτες κάμερες κατά μήκος τους, που φωτογραφίζουν όσους παραβιάζουν τον ερυθρό σηματοδότη.

Τέσσερεις νέες κάμερες έχουν τοποθετηθεί στα φανάρια τόσο στο ρεύμα ανόδου όσο και στο ρεύμα καθόδου στη διασταύρωση της Λεωφόρου Βασιλέως Κωνσταντίνου με την οδό Ριζάρη, δηλαδή στο ύψος που βρίσκεται το Πάρκο Ευαγγελισμού και το Πολεμικό Μουσείο.

Θυμίζουμε πως σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, η παράβαση τιμωρείται με πρόστιμο 700 ευρώ και με αφαίρεση της άδειας οδήγησης για 60 ημέρες. Φυσικά, οι κυρώσεις γίνονται ακόμη πιο αυστηρές σε περίπτωση υποτροπής.

Αν ένας οδηγός εντοπιστεί δεύτερη φορά μέσα σε πέντε χρόνια να παραβιάζει ερυθρό σηματοδότη, το πρόστιμο αυξάνεται στα 1.000 ευρώ και η άδεια οδήγησης αφαιρείται για έξι μήνες. Σε περίπτωση δεύτερης υποτροπής, το πρόστιμο φτάνει τα 2.000 ευρώ και η αφαίρεση της άδειας οδήγησης μπορεί να διαρκέσει έως και έναν χρόνο.