ΤΟ BLOG
07/10/2019 15:34 EEST | Updated 07/10/2019 16:00 EEST

Ο Αρίκα μας συστήνει τον «επίμονο» κ. Μάνο Δημητρακόπουλο

Μάνος Δημητρακόπουλος

Το καλοκαίρι που μας πέρασε, ανάμεσα στις εκθέσεις που άφησαν βαθύ το ίχνος τους στα εικαστικά μας πράγματα, ήταν η έκθεση του Αβιγκντόρ Αρίκα στο κεντρικό κτίριο του Μπενάκη. Το γεγονός ξάφνιασε ακόμη και τους πιο υποψιασμένους περί τα καλλιτεχνικά, αφενός λόγω άγνοιας του ονόματος και της ζωγραφικής δεινότητας του Αρίκα, αφετέρου λόγω του τρόπου παρουσίασης του έργου του στη χώρα μας. Ήταν μια μικρή σε έκταση, έξυπνα στημένη και, προπαντός, πλούσια σε συγκίνηση έκθεση, όπου έκανε τα έργα του Γαλλοεβραίου δημιουργού κυριολεκτικά να ακτινοβολούν από ένα φως εσωτερικό, σχεδόν «μυσταγωγικό». Ο άνθρωπος που όχι απλώς σχεδίασε, αλλά και «κρέμασε» τα έργα στην Κουμπάρη δεν είναι ένας «επαγγελματίας» του χώρου. Νομικός, ο Μάνος Δημητρακόπουλος, χρόνια τώρα, δραστηριοποιείται στον χώρο του πολιτισμού, είτε ως αντιπρόεδρος του ΚΙΚΠΕ (Κοινωφελές Ίδρυμα Κοινωνικού και Πολιτιστικού Έργου) είτε ως Αντιπρόεδρος του Εφορευτικού Συμβουλίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

Άνθρωπος χαμηλών τόνων, μεγαλωμένος μέσα στην τέχνη, ο Μ. Δημητρακόπουλος δεν μας σύστησε μοναχά έναν ξένο χαρισματικό καλλιτέχνη. Γιατί ο Αρίκα συγκατελέγεται στους μεγάλους μοντέρνους μαιτρ της αναπαράστασης του 20ού αιώνα, μαζί με τους FrancisBacon, LucianFreud, DavidHockney, R. B. Kitaj. Μέσα από μια σειρά ξεναγήσεων με Έλληνες μαστόρους της αναπαράστασης άνοιξε μια συζήτηση για τη φυσιογνωμία της παρασταστικής τέχνης στον τόπο μας αλλά και διεθνώς. Αυτό έγινε και στην εκδήλωση προς τιμήν του Αρίκα που φιλοξενήθηκε στο Μπενάκη της Πειραιώς, αρχές Σεπτεμβρίου, με ομιλητές τους ζωγράφους Α. Λεβίδη, Χ. Μποκόρο, Γ. Ρόρρη και τον συγγραφέα Σ. Ζουμπουλάκη, και συντονιστή τον Μ. Δημητρακόπουλο. Και μπορεί η έκθεση να έκανε τον κύκλο της, αλλά ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει ο κατάλογός της, συγκεντρώνοντας όλες τις σημαντικές ψηφίδες της περίπτωσης Αρίκα. Έχει ενδιαφέρον να πούμε ότι, παρά την αγάπη του για το έργο του Αρίκα, ο Μ. Δημητρακόπουλος δεν κατέστη δυνατό να γνωρίσει τον ζωγράφο όσο ζούσε. Σαν αντίδωρο, ο Αρίκα του χάρισε την πρώτη του αυτή έκθεση στο Μπενάκη. Με την έκθεση Αρίκα η ΕΚΕΠ βάζει μια σειρά προσεκτικά στοχευμένων δράσεων στον εικαστικό μας χάρτη. Για την «πετριά» του Αρίκα και για το τι μπορεί να σημαίνει η παρουσίαση του έργου του στις μέρες μας, συναντήσαμε τον Μάνο Δημητρακόπουλο στο γραφείο της ΕΚΕΠ, κοντά στο Καλλιμάρμαρο. 

Βλέποντας τα έργα τέχνης μαζί με τα πολλά βιβλία στο γραφείο, αυτομάτως προκύπτει το ερώτημα: Είστε συλλέκτης;

Με απασχολεί πολύ η τέχνη, είναι υπόθεση ζωής, αλλά δεν αγαπώ και τον όρο και την έννοια, αν θέλετε, του συλλέκτη. Δεν συλλέγω πράγματα. Μου αρέσει να μπορώ να κοιτάζω έργα τέχνης, μου αρέσει να ζω μαζί τους, οπότε εξ αντικειμένου είναι περιορισμένες οι δυνατότητες.

Πώς προέκυψε η εμπλοκή σας στην έκθεση του Αρίκα;

Είναι η πρώτη δημόσια εμφάνιση της Εταιρείας Κοινωνικού Έργου και Πολιτισμού (ΕΚΕΠ), που αποτελεί ένα είδος νοητής προέκτασης ενός μικρού ιδρύματος, του ΚΙΚΠΕ (Κοινωφελές Ίδρυμα Κοινωνικού και Πολιτιστικού Έργου), το οποίο υπό τη διεύθυνση του αείμνηστου Γιάννη Φικιώρη και εμού δραστηριοποιείτο στον πολιτιστικό κυρίως τομέα, αλλά με την κρίση ανέλαβε και επιτελεί κυρίως κοινωνικό έργο.

Ο Αρίκα, πέραν του προσωπικού μου ενδιαφέροντος, δηλώνει προσοχή και έμφαση στην παραστατική ζωγραφική. Όλες οι επιλογές που κάνεις ως διαχειριστής ενός μικρού οργανισμού έχουν έντονο υποκειμενικό στοιχείο. Δεν μπορείς να το αποφύγεις αυτό, ο Αρίκα ήταν μια προσωπική επιλογή. Το Μουσείο Μπενάκη, και ο επιστημονικός διευθυντής του, Γιώργης Μαγγίνης, ανταποκρίθηκαν αμέσως και τη στήριξαν· είναι έκθεση του Μουσείου, η ΕΚΕΠ ήταν συνδιοργανωτής. Και συν-επιμελητής. Η μεγαλύτερη ικανοποίησή μου ήταν όταν στα εγκαίνια της έκθεσης, ένας αξιόλογος Έλληνας παραστατικός ζωγράφος, ο Κερεστετζής, πήρε τον λόγο και δήλωσε ότι «ζωγράφοι σαν τον Αρίκα μου δίνουν δύναμη να συνεχίσω να κάνω αυτό που κάνω». Το γεγονός δηλαδή ότι αισθάνθηκε πως με την έκθεση ενισχύεται η παραστατική ζωγραφική και οι ζωγράφοι που την υπηρετούν στην Ελλάδα. Κι έχουμε, δόξα τω Θεώ, και αρκετούς και καλούς!

Έμειναν σε αυτή τη θέση για αρκετή ώρα, χωρίς να ξέρουν πως κάποιος τους ζωγραφίζει, επιτρέποντας άθελά τους την ολοκλήρωση του σχεδίου. Το παγκάκι και τα δέντρα γύρω του τελείωσαν αφού εκείνοι έφυγαν.

Ήταν επομένως ένα είδος δικαίωσης αυτής της επιλογής.

Οπωσδήποτε! Ήταν στόχος του ΚΙΚΠΕ, και είναι στόχος της ΕΚΕΠ να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για την προβολή ελληνικού πολιτισμού ποιότητας. Να ενισχυθούν δηλαδή οι Έλληνες παραγωγοί πολιτισμού που είναι «εγκλωβισμένοι» στην Ελλάδα αλλά που θα άξιζε να τους γνωρίσουν στο εξωτερικό. Μας ενδιαφέρει να ανοίξει διάλογος, να συνομιλήσουν Έλληνες και ξένοι δημιουργοί υπό όρους αυταπόδεικτης ποιότητας.

Πολλά κοινά σημεία θα μπορούσαν να ειδωθούν στο έργο του Αρίκα και του Μποκόρου. Θα σκεφτόσασταν μια έκθεση των δύο στο εξωτερικό;

Χρ. Μποκόρος

Μα βέβαια, η έκθεση Αρίκα είναι το «κουτσουρεμένο» αποτέλεσμα μιας αρχικής ιδέας να συνομιλήσουν οι δύο ζωγράφοι. Για πολλούς λόγους αυτό δεν κατέστη δυνατό. Ξέρετε, ειδικά στην περίπτωση του Μποκόρου, μου είχε πει κάποτε ένας γνώστης της τέχνης στο εξωτερικό όταν του έδειχνα έργα του «Κρίμα που είναι από το Αγρίνιο και δεν είναι από το Λονδίνο. Αν μάλιστα τον έλεγαν Φρόυντ, και όχι Μποκόρο, εάν δεν ήταν Έλληνας, θα ήταν σήμερα ένας μεγάλος ζωγράφος διεθνώς!». Αυτό μου προκάλεσε διάφορες φιλόδοξες σκέψεις. Αλλά για όλα τα πράγματα υπάρχει η κατάλληλη, η ώριμη στιγμή, ο «καιρός».

Όπως για παράδειγμα;

Θα μπορούσαμε να φέρουμε έναν μεγάλο Έλληνα ζωγράφο σε νοητή συνομιλία με έναν μεγάλο ξένο. Τον Μποκόρο εν προκειμένω με τον Αρίκα, με τον Μάλεβιτς, με τον Κουνέλλη.

Ο Αρίκα αυτονόητο, ο Κουνέλλης γιατί;

Μια μέρα μετά τον θάνατό του είδα μια συνέντευξή του στην τηλεόραση και με εντυπωσίασε η σκέψη του, η βαρύτητά της. Η ουσία της σκέψης του –δεν λέω η μορφή των έργων του είναι πολύ κοντά σε αυτά που λέει κατά καιρούς ο Χρήστος Μποκόρος. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση ο θαυμασμός του Κουνέλλη γι’ αυτό που υπερέχει, για το υψηλό, το «ανώτερο», η σχέση του με το μεγαλείο της τέχνης, πράγματα που ακούμε συχνά από τον Μποκόρο.

Πέρα από την προσωπική δικαίωση, πέτυχε ο σκοπός της έκθεσης; Μαζί με τον Αρίκα αναδείχθηκε η δυναμική της εγχώριας παραστατικής ζωγραφικής;

Εδώ μάλλον έγινε το αντίστροφο: αυτοί που «συνομίλησαν» με τον Αρίκα ήταν ήδη πολύ γνωστοί στο ελληνικό κοινό. Οπότε το κοινό των ανθρώπων αυτών, που τους παρακολουθεί και τους αγαπά, γνώρισε τον Αρίκα. Ο Αρίκα ήταν σχεδόν άγνωστος στην Ελλάδα. Σε βαθμό αφοπλιστικό. Ο Μποκόρος τον γνώρισε από εμένα. Ο Ρόρρης ήδη τον θαύμαζε, ο Κερεστετζής τον ήξερε γιατί έκαναν περίπου το ίδιο πράγμα στο Prado, υπήρχε μια συνάφεια στη ζωγραφική αναζήτηση. Ο Αρίκα σχεδίαζε τις «Μενίνας» του Βελάσκεθ επί οχτώ ημέρες επιτόπου, έκανε μάλιστα ένα ολόκληρο έργο με το BBC για τον Βελάσκεθ. Δυστυχώς δεν μπορέσαμε να προμηθευτούμε αξιόπιστη κόπια και να το προβάλουμε.

Σε συζήτηση που είχαμε και με τον Αλέκο Λεβίδη στην έκθεση, φαίνεται ότι υπάρχει η εξής συνθήκη στον τόπο μας: η αναπαράσταση αν δεν τελεί «υπό διωγμό», σίγουρα τοποθετείται στο «σεντούκι».

Και διεθνώς συμβαίνει αυτό. Παρά τη μεγάλη αναβίωσή της, η παραστατική ζωγραφική συνεχίζει να βάλλεται από παντού. Το ταλέντο δεν τιμάται όσο θα ’πρεπε. Οι προσπάθειες ανάδειξης και υποστήριξης της παραστατικής ζωγραφικής στην Ελλάδα του τύπου Φέλιου, Κουβουτσάκη ή Φρυσίρα φωτίζουν με διαφορετικό τρόπο και αποτέλεσμα αυτή τη ζωγραφική που κατά τη γνώμη μας διατηρεί ζωντανή μια μεγάλη παράδοση πολιτισμού. Και στην Ελλάδα την τιμούμε ακόμη. Η σχολή Καλών Τεχνών μέχρι πρότινος είχε εργαστήρια ζωγράφων (του Μόραλη, του Τέτση, του Μυταρά κ.λπ.), καθυστέρησε πολύ να τα καταργήσει. Είχαμε και έχουμε πολλούς παραστατικούς ζωγράφους, άνισα μεγέθη, και αρκετά μικρά μουσεία παραστατικής ζωγραφικής, μικρές πινακοθήκες στην Αθήνα και στην επαρχία. Άρα, είναι κάτι που ο κόσμος το αγκαλιάζει. Είναι ένα αξιοπρόσεκτο στοιχείο ελληνικού πολιτισμού.

Τότε, τι συμβαίνει;

Μπορεί να το αγκαλιάζει ο κόσμος, αλλά δεν το αγκαλιάζουν οι «ειδικοί», η «ελίτ»των συλλεκτών, των κριτικών, των επιμελητών. Δεν θέλω να κατηγορήσω κανέναν, διαπιστώνω ένα γεγονός. Πιστεύω πολύ στη δύναμη της μεταστροφής. Ανθρώπων, νοοτροπιών. Η μεταστροφή χρειάζεται έναν αιφνιδιασμό της ψυχής, συνθήκες ψυχικού σοκ. Πρέπει να αναζητήσουμε τέτοιους ψυχικούς αιφνιδιασμούς.

Έχετε στα άμεσα σχέδιά σας τέτοιες εκθέσεις;

Εμάς μας ενδιαφέρει να συνεισφέρουμε, αν και ό,τι μπορούμε, έστω ελάχιστο, σε αυτό που λέγεται αισθητική παιδεία. Να μάθει δηλαδή ο κόσμος, το παιδί ο ενήλικας να κοιτάει απευθείας τα πράγματα, πριν αρχίσει να αναζητά πληροφορίες για να κατανοήσει τι ακριβώς κοιτάει. Να αφήσει το μάτι του να του «μιλήσει» απευθείας, αδιαμεσολάβητα. Ήταν λοιπόν ιδανική περίπτωση ο Αρίκα και λόγω του τύπου της ζωγραφικής που κάνει, γιατί δεν είναι απλώς παραστατική, είναι ζωγραφική αυστηρά και αποκλειστικά εκ του φυσικού, δουλεύει με μοντέλο. Στην ουσία έχουμε το μάτι, το χέρι του ζωγράφου και τη μεταξύ τους σχέση. Το μάτι πριν απ’ το μυαλό, το μάτι που είναι πιο κοντά στην καρδιά, αλλά πριν και πέρα από το μυαλό. Κι αυτό προσπαθήσαμε να αναδείξουμε με το στήσιμο της έκθεσης, που ήταν λίγο «αιρετικό», ας μου επιτραπεί να πω.

Ένα από τα δύο σχέδια, φτιαγμένα το ίδιο πρωί.

Με ποιον τρόπο;

Ελάχιστη πληροφορία στους τοίχους, μόνο αριθμοί ταύτισης των έργων, και ένα βιβλιαράκι το οποίο διανεμόταν δωρεάν μαζί με το εισιτήριο και είχε τις καίριες πληροφορίες. Αποσκοπούσε δηλαδή η έκθεση στον οπτικό αιφνιδιασμό του επισκέπτη· κι από εκεί τον αφήσεις «ελεύθερο» να πάει όπου αυτός θέλει, χωρίς να τον καθοδηγείς. Να του δώσεις τρία «θραύσματα» σκέψης, τρεις φράσεις του ίδιου του Αρίκα, που είναι σημαντικές γιατί συμπυκνώνουν τη σκέψη του για την τέχνη και τη σχέση μεταξύ τέχνης και ζωής. Και ένα πυκνό κείμενο του σπουδαίου φίλου του, του Μπέκετ. Με λίγα εφόδια, για να πορευτεί μόνος του, ελεύθερος να δει τα έργα και να μιλήσει μαζί τους. Δεν θέλαμε να εγκλωβιστεί ο επισκέπτης σε μια προκατασκευασμένη εκθεσιακή πρόταση.

Η πληθώρα της πληροφορίας, λέτε, έχει θολώσει το βλέμμα μας;

Ακριβώς, κι αυτό έχει πολιτικές προεκτάσεις. Με τις ιδέες, τα σχόλια, την κριτική ανάλυση, την ελεγχόμενη πληροφόρηση, μπορείς εύκολα να χειραγωγήσεις κάποιον, να τον πας εκεί που εσύ θέλεις. Το ανόθευτο βλέμμα απελευθερώνει τον άνθρωπο. Το βλέμμα είναι σύγκριση, κρίση. Όταν πράγματι βλέπεις, δεν μπορεί να σου πει κάποιος τι βλέπεις, τι πρέπει ή τι είναι ορθό να βλέπεις.

Η ιδέα να βάλετε το φαγιούμ μέσα στην έκθεση ήταν δική σας;

Μου την ενέπνευσε μια φράση του Αρίκα, αλλά είναι σαν την κότα με το αυγό. Μια μέρα «πέφτω» πάνω σε μια φράση του Αρίκα, σε μια συνέντευξή του με τον κριτικό τέχνης MichaelPeppiatt, που λέει «πιστεύω ότι πρέπει να ξαναρχίσουμε τη ζωγραφική από την αρχή». Λέω: τι έχω στα χέρια μου που να τεκμηριώνει την αρχή της ζωγραφικής; Μα αυτό το ωραίο φαγιούμ, αυτό το πορτραίτο νέου του 3ου αι. μ.Χ. που αγόρασε ο Αντώνης Μπενάκης το 1948! Ο λόγος που πήγαινα από μικρός στο Μπενάκη ήταν κυρίως αυτό το συγκεκριμένο φαγιούμ, το αγαπούσα πολύ. Φέρνεις έναν ξένο ζωγράφο εδώ, που πιστεύει στη μεγάλη ζωγραφική, στο ανθρώπινο βλέμμα, πρέπει να τον φέρεις σε επαφή, να ανοίξεις διάλογο, με κάτι ελληνικό. Να κάνεις ορατή τη συνάφεια ποιότητας, έξω και πέρα από τόπο και χρόνο.

Πολύ όμορφη συνομιλία και δείχνει ακριβώς το ποτάμι της ζωγραφικής…

…που δεν έχει χρόνο! Όταν είναι καλή τέχνη, όταν είναι τέχνη που αντέχει στον χρόνο, δεν έχει χρόνο! Κι αυτή η διάταξη των πορτραίτων του Αρίκα δίπλα στο φαγιούμ δεν ήταν απλώς ένα εκθεσιακό τρικ, ένας εικαστικός ερεθισμός. Θέλαμε να γίνει αισθητό πώς το ένα στέκεται στέρεα δίπλα στο άλλο, σχεδόν τα μπερδεύεις. Η αρχική σκέψη ήταν να μπει το φαγιούμ, να εγκιβωτιστεί με το τζάμι του στον τοίχο, ακριβώς στο επίπεδο των έργων του Αρίκα για να καταργηθεί κάθε διαφορά, να «μπερδευτεί» ακόμη πιο πολύ το βλέμμα. Αλλά για λόγους τεχνικούς, συντήρησης του έργου, αυτό δεν κατέστη δυνατό. Η επόμενη δυνατότητα ήταν να ευθυγραμμίσεις στο ίδιο ύψος όλα τα πορτραίτα, κυρίως τα βλέμματα. Εδώ θα ήθελα να επισημάνω την ωραία δουλειά που έκανε ο συνεργαζόμενος αρχιτέκτονας του μουσείου, ο Παύλος Θανόπουλος. Μέσα σε έναν λιτό χώρο, η διάταξη που πρότεινε και τελικά επιλέξαμε, σκηνογράφησε οπτικές σχέσεις και προοπτικές, διαδρομές του βλέμματος. Ήταν η πρώτη φορά που αναμείχθηκα με την επιμέλεια έκθεσης. Τρεις μέρες κυριολεκτικά κλεισμένος μέσα σαν να είσαι στο σπίτι σου και να σκέφτεσαι πού θα κρεμάσεις τα έργα με τα οποία θα συγκατοικήσεις. Πολύτιμη σε όλα η βοήθεια του επιμελητή του μουσείου, του Κωνσταντίνου Παπαχρίστου.

 Θα το ξανακάνατε όμως;

Ευχαρίστως!

Η επαφή με την τέχνη πώς προέκυψε;

Το πλήρες όνομα της εταιρείας είναι «Εταιρεία Κοινωνικού Έργου και Πολιτισμού Γιώργος Θ. Δημητρακόπουλος και Φοίβος Παπαγεωργίου». Ο πρώτος, ο πατέρας μου, ήταν μια ιδιαίτερη περίπτωση χαρισματικού ανθρώπου. Ήταν νομικός σύμβουλος μιας μεγάλης ελληνικής εταιρείας. Παιδί, στα 15-16 του χρόνια, είχε φτάσει σε ένα εντυπωσιακό σημείο καλλιτεχνικής ωριμότητας. Γλυπτική πρωτίστως, αλλά και ζωγραφική και σχέδιο. Το ταλέντο είναι δώρο Θεού, χάρισμα, είναι κάτι που έρχεται απ’ αλλού. Και δεν έχει ούτε χρόνο ούτε ηλικία. Ο Αρίκα μου αρέσει γιατί πήρε στα σοβαρά αυτό του το χάρισμα. Το έκανε επίκεντρο της ζωής του και της καλλιτεχνικής του επιδίωξης. Η μεταστροφή του από την αφηρημένη στην παραστατική ζωγραφική αυτό ακριβώς δείχνει. Με κίνδυνο ν’ αναιρέσει μια ήδη επιτυχημένη σταδιοδρομία! Αλλά για να επιστρέψω στα μικρά δικά μου, είχα την τύχη να μου ανοίξει ο πατέρας μου το βλέμμα από νωρίς, αγοράζοντάς μου πολλές φθηνές εκδόσεις με σχέδια μεγάλων ζωγράφων, κατευθύνοντάς με στα πρώτα μου σχέδια. Του άρεσε η παραστατική ζωγραφική, αγόραζε έργα Ελλήνων καλλιτεχνών, έτσι γνώρισα και τον Μποκόρο και τον Λεβίδη. Και πάντοτε κάναμε «διάλογο» για τις επιλογές μας, για τα έργα που μας άρεσαν.

Α. Λεβίδης

Από την άλλη, ο Φοίβος Παπαγεωργίου, υπήρξε ένας απίθανα οξύνους και ευφυής άνθρωπος, φιλοπερίεργος, παιγνιώδης, βιβλιοφάγος και αχόρταγος και γκουρμέ, μου δημιούργησε την πεποίθηση ότι μια ζωή όπου το βιβλίο έχει κεντρικό ρόλο είναι ζωή ανώτερη, καλύτερη. Αγαπούσε εξίσου την τυπική λογική και τη φιλοσοφία, την πολιτική, την κοινωνιολογική, την οικονομική σκέψη και ανάλυση, τα μαθηματικά, τη μουσική και το αστυνομικό μυθιστόρημα. Τη μεγάλη πεζογραφία του καιρού του, ελληνική και ξένη. Δεν άφησε πίσω του ούτε μια φράση γραπτού λόγου, ήταν ασύγκριτος στον (κατά προτίμηση τηλεφωνικό) διάλογο και τον προφορικό λόγο, ήταν ένα είδος κοσμοπολίτη και παιγνιώδους σοφιστή, συμβούλου παντός καιρού. Σε λίγο καιρό η ΕΚΕΠ θα παραλάβει, δωρεά του ΚΙΚΠΕ, την προσωπική βιβλιοθήκη του, 6.000 τόμους, κυρίως ξενόγλωσσους, για να την αξιοποιήσει κοινωφελώς. Είναι δύο άνθρωποι που με σημάδεψαν.

Ωραίος γάμος! Και μπορεί να συνδυαστούν και τα δύο περίφημα.

Ασφαλώς!

Tον Aρίκα πώς τον ανακαλύψατε;

Από τις αγαπημένες μου ενασχολήσεις ήταν να πηγαίνω το Σάββατο το πρωί στο βιβλιοπωλείο Κάουφμαν. Βρήκα αυτό εδώ –ένας από τους ωραιότερους καταλόγους έκθεσης σχεδίων του Αρίκα και είπα στον εαυτό μου, «Κοίτα, ένας μεγάλος μαιτρ του σχεδίου του 20ού αιώνα!». Πολλά χρόνια μετά, στο Παρίσι, έπεσα πάνω σε ένα βιβλίο για τον Αρίκα, που γράφουν διάφοροι, ο RobertHughes, η BarbaraRose, ο Μπέκετ, για τη ζωγραφική του. Το είδα στην προθήκη ενός βιβλιοπωλείου, με τράβηξε κυριολεκτικά μέσα! Κι εκεί βρήκα και τα γραπτά του για την τέχνη, ίδιος εκδότης. Δεν είχα μέχρι τότε κάνει τη σύνδεση με το πρώτο βιβλίο που είχα βρει στον Κάουφμαν. Ενθουσιάστηκα, θέλησα να τον γνωρίσω προσωπικά, βρήκα τη διεύθυνσή του και άρχισα να γράφω μια επιστολή που δεν τελείωσε ποτέ. Πέθανε το 2010 και δεν πρόλαβα να τον συναντήσω. Γνώρισα όμως την οικογένειά του μέσα από μια σειρά ωραίων συμπτώσεων, μπήκα στο εργαστήριό του και στη βιβλιοθήκη του, μεγάλη πολυτέλεια και τύχη.

Ώσπου μέσω του Αρίκα σας γνωρίζει ένα ευρύ κοινό.

Δεν ήταν ούτε είναι αυτή η επιδιώξή μου. Η έκθεση ήταν μια ωραία ευκαιρία για να δούμε, η ΕΚΕΠ, τι μπορούμε να κάνουμε. Είχε περί τις 9.000 επισκέψεις, μάλλον αξιοπρεπής αριθμός. Στοιχείο ωστόσο χωρίς σημασία για εμάς. Είμαι κυρίως ευχαριστημένος επειδή επανεκδώσαμε τα γραπτά του για την τέχνη στα αγγλικά, που είχαν εξαντληθεί για χρόνια. Σε έναν μικρό, και πολλά υποσχόμενο εκδοτικό οίκο στο Λονδίνο, με ιδιαίτερη αιχμή, τιςErisPublications του Αλέξανδρου Σταύρακα. Επίσης σχεδιάσαμε και εκδώσαμε τέσσερα μικρά βιβλιαράκια στα ελληνικά, όπου το όνομά του Αρίκα συνδέεται με τέσσερα ελληνικά. Αρίκα-Μποκόρος, Ρόρρης, Λεβίδης, Ζουμπουλάκης. Από ένα σχόλιο για ένα έργο του της επιλογής τους. Και τώρα ετοιμάζουμε τον κατάλογο. Με κείμενα του JeanClair, της MonicaFerrando (γυναίκας του Ιταλού φιλόσοφου G. Agamben). Κυρίως όμως με κείμενα του ίδιου του Αρίκα που δημοσιεύονται για πρώτη φορά στα ελληνικά. 

Τέσσερα μικρά βιβλιαράκια στα ελληνικά, όπου το όνομά του Αρίκα συνδέεται με τέσσερα ελληνικά. Αρίκα-Μποκόρος, Ρόρρης, Λεβίδης, Ζουμπουλάκης.

Θα μου άρεσε πάρα πολύ να ξαναδώ να γίνονται μικρές πολύτιμες εκθέσεις υψηλής στόχευσης, όπως γινόταν παλιότερα στο Μουσείο Γουλανδρή στην Άνδρο, αυτές οι υπέροχες μικρές εκθέσεις, με μια τακτή περιοδικότητα. Επιδίωξη και φιλοσοφία της ΕΚΕΠ είναι δράσεις μικρού προϋπολογισμού αλλά υψηλής πνευματικής και αισθητικής αξίας. Δεν χρειάζονται πολλά χρήματα για να κάνεις κάτι ουσιαστικό και αξιόλογο.

Τι χρειάζεται;

Να δώσεις προσωπικό χρόνο, αγάπη και επιμονή. Ακόμα και στη μικρή κλίμακα ενός οργανισμού όπως εμείς, μπορείς να καταφέρεις μικρά αλλά ωραία πράγματα. Και μέρος της φιλοσοφίας μας είναι οι συμπράξεις, με μεγάλους και σοβαρούς οργανισμούς. Έχουμε στα σκαριά, σε τελικό στάδιο, την κριτική έκδοση των απάντων του Δημήτρη Καπετανάκη, ενός μεγάλου Έλληνα, ανθρώπου και στοχαστή άλλης κοπής, μια συνέκδοση του ΜΙΕΤ και της ΕΚΕΠ. Το καλοκαίρι επιμεληθήκαμε και τυπώσαμε δύο μικρά βιβλία, δύο από τις εκδηλώσεις «Λόγου» της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος (Γιώργος Ιωάννου και Τάκης Παπατσώνης) στην οποία και τα δωρίσαμε, εγκαινιάζοντας την πρώτη συντεταγμένη εκδοτική της προσπάθεια, με πρωτοβουλία και επιμέλεια του Προέδρου της Σταύρου Ζουμπουλάκη. Έπεται και μία τρίτη έκδοση, για τον Πικιώνη. Θέλουμε να δείξουμε ότι υπάρχουν οι δυνατότητες, με λίγα μέσα ένα μικρό ίδρυμα μπορεί να βοηθήσει να γίνει κάτι μεγαλύτερο. Φιλοδοξούμε να είμαστε οι καταλύτες για να γίνονται πράγματα που ξεπερνούν το μέγεθός μας.

Άρα, θα υπάρχει συνέχεια με το Μπενάκη.

Φαντάζομαι και ελπίζω πως ναι! Το ΚΙΚΠΕ ήδη δωρίζει στο μουσείο δύο σημαντικές συλλογές του, μια συλλογή έργων, τεκμηρίων και αρχειακού υλικού Βασίλη Φωτιάδη-Δημήτρη Γαλάνη. Και μια εντυπωσιακη συλλογή ενεπίγραφων χάλκινων σκευών καθημερινής χρήσης που ο Αγγελος Δεληβοριάς ήθελε διακαώς να αποκτήσει το μουσείο. Ένα υλικό μεγάλου ενδιαφέροντος για την αξιοποίηση του οποίου θα συνεργαστούμε με το Μπενάκη. Αλλά ας γίνουν τα πράγματα με τη σειρά τους, και τα ξαναλέμε. Προτιμάμε να μιλάμε για πράγματα που έγιναν ή που ήδη γίνονται, όχι για πράγματα που «θα» γίνουν.

 

Το όρος Σιών νωρίς το πρωί, με τον ήλιο να ανατέλλει, δεν φαίνεται ακόμα, ο ουρανός προμηνύει μια ζεστή μέρα.

Sponsored Post