Πώς η «κουλτούρα της δίαιτας» επηρεάζει τη φυσική και ψυχική μας υγεία

Τέλος στις δίαιτες που θα διώξουν τα κιλά της καραντίνας.

Η «κουλτούρα της δίαιτας», δηλαδή η πεποίθηση ότι το αδύνατο σώμα είναι το ιδανικό και πρέπει να χάσουμε τα περιττά κιλά μας, είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Η ικανότητα διάδοσης που έχει μας επηρεάζει άμεσα όλους.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μας κάνουν να νιώθουμε ολοένα και πιο ανασφαλείς για τον εαυτό μας βλέποντας συνεχώς τέλεια, αψεγάδιαστα και γυμνασμένα σώματα. Εν μέσω της πανδημίας του κορονοϊού αυτή η ανασφάλεια αυξάνεται.

Ο φόβος για τα κιλά που αποκτήσαμε τους δύο μήνες καραντίνας μπορεί να επηρεάσει ακόμα και άτομα που έχουν μια καλή σχέση με το φαγητό ή άτομα που πάσχουν από κάποια διατροφική διαταραχή. Όλοι σκεφτόμαστε ότι πρέπει να ξεκινήσουμε επειγόντως δίαιτα.

Όμως, το βιβλίο της διαιτολόγου Κρίστυ Χάρισσον «Anti-Diet» καταγράφει αυτή τη κουλτούρα προσπαθώντας να αποδείξει ότι οι πεποιθήσεις μας για τα κιλά μας είναι λανθασμένες και ότι πρέπει να σταματήσουμε να κρίνουμε τον εαυτό μας και τους άλλους βάσει του σωματότυπού τους και του φαγητού που καταναλώνουν.

Για αυτό το λόγο η καλύτερη περίοδος να υιοθετήσουμε αυτή την οπτική και να αποδεχτούμε τον εαυτό μας είναι τώρα.

Η Χάρισσον μίλησε στην HuffPost US και έδωσε μερικές συμβουλές για το πώς μπορούμε να ξεχάσουμε τις δίαιτες και τα κιλά μας και να αποδεχτούμε το σώμα μας όπως είναι. Ακολουθούν μερικές αλήθειες για την δίαιτα.

Δεν είναι δικό μας λάθος αν δεν χάνουμε κιλά όταν κάνουμε δίαιτα – υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι η μακροχρόνια απώλεια κιλών δεν συμβαίνει σε όλους

Η θεωρία ότι οι δίαιτες δεν είναι επιτυχείς δεν είναι καινούρια. Η Χάρισσον στο βιβλίο της προσπαθώντας να αποδείξει ότι 95% των προσπαθειών για δίαιτα αποτυγχάνουν, εντοπίζει μια έρευνα του 1959 που εξετάζει παλαιότερες μελέτες για την απώλεια βάρους. Η έρευνα αυτή έδειξε ότι καμία δίαιτα δεν είχε σταθερά αποτελέσματα.

Το αποτέλεσμα αυτό αποδεικνύεται και στις μέρες μας. Μια έρευνα του 2013 πάνω σε πολλές μελέτες για την απώλεια βάρους έδειξε ότι οι δίαιτες οδηγούν σε προσωρινή απώλεια βάρους. Οι περισσότεροι ανακτούμε τα κιλά που χάσαμε σε διάστημα πέντε χρόνων. Μία παρόμοια έρευνα του 2011 στηρίζει ότι ανακτούμε περισσότερα κιλά από αυτά που χάσαμε αρχικά.

Η Χάρισσον χαρακτηρίζει τη περίοδο που χάνουμε τα περιττά κιλά ως μήνα του μέλιτος. «Πιστεύω ότι όταν κάποιος ξεκινάει για πρώτη φορά μια δίαιτα διανύει μια περίοδο σαν το μήνα του μέλιτος όπου χάνει κιλά – αν και δεν συμβαίνει αυτό σε όλους – και νιώθει ότι μπορεί να τα διατηρήσει γιατί δεν υπάρχουν παρεμβολές. Είναι το συναίσθημα της επιτυχίας. Ότι τα κατάφερε», λέει στη HuffPost US.

Αντιθέτως, αυτό δεν ισχύει. «Το σώμα σταδιακά αρχίζει να νιώθει τα αποτελέσματα της πείνας. Οι περισσότεροι χάνουμε κιλά σε διάστημα περίπου έξι μηνών. Στο τέλος του χρόνου παίρνουμε πάλι τα κιλά που χάσαμε με τον ρυθμό ανάκτησης να αυξάνεται συνεχώς», τονίζει η Χάρισσον. Μερικοί δεν μπορούμε να συνεχίσουμε τη δίαιτα ούτε για το διάστημα των έξι μηνών, καθώς η πείνα αυξάνεται και αρχίζουμε να τρώμε περισσότερο από ότι τρώγαμε πριν τη δίαιτα. Αυτό μπορεί να οδηγήσει στη λαιμαργία.

Με άλλα λόγια, η ξαφνική ανάγκη για φαγητό και η έλλειψη αυτοσυγκράτησης που προκύπτει συχνά όταν κάνουμε δίαιτα δεν αποτελεί προσωπική αποτυχία αλλά μια βιολογική ανάγκη που τη ζητά το σώμα μας.

Εξαιτίας της «κουλτούρας της δίαιτας» πιστεύουμε ότι η λύση σε μια αποτυχημένη δίαιτα είναι να βρούμε μια νέα καλύτερη δίαιτα

Είναι τόσο σύνηθες το φαινόμενο να εναλλάσσουμε το πρόγραμμα της διατροφής μας που το έχουμε ονομάσει «δίαιτα γιο-γιο». Ωστόσο, και σε αυτή τη περίπτωση ακόμα και αν δοκιμάζουμε διαφορετικές δίαιτες θα έχουμε το ίδιο αποτέλεσμα: προσωρινή απώλεια βάρους και ανάκτηση των κιλών μετά από καιρό.

«Είναι αστείο. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα λέγαμε αμέσως ‘Αυτό δεν κάνει για εμένα, το προϊόν είναι το πρόβλημα’. Αλλά με τις δίαιτες σκεφτόμαστε πάντα ‘Εγώ είμαι το πρόβλημα. Αυτό μάλλον δεν είναι για εμένα. Ίσως πρέπει να κάνω τη δίαιτα «κέτο» ή κάποια άλλη’. Για αυτό παρατηρούμε ότι τα άτομα αλλάζουν συνεχώς τη διατροφή τους», συμπεραίνει η Χάρισσον.

Η «δίαιτα γιο-γιο» και το στίγμα των κιλών δεν κάνουν καλό στην φυσική και ψυχική υγεία μας

Παρόλο που οι περισσότεροι ξεκινάμε μια δίαιτα για λόγους αισθητικούς, η υγεία μας αποτελεί έναν επιπλέον λόγο. Πολλές φορές ο γιατρός μας ή η οικογένεια και οι φίλοι μας μας έχουν πει να ξεκινήσουμε μια δίαιτα και να χάσουμε τα περιττά κιλά ώστε να βελτιωθεί η υγεία μας- ειδικά αν έχουμε παραπάνω κιλά και μεγάλο σωματότυπο. Ωστόσο αυτή η συμβουλή συχνά οδηγεί σε αντίθετα αποτελέσματα προκαλώντας περισσότερο κακό παρά καλό για τον εαυτό μας.

«Ανεξάρτητα με το βάρος του καθενός μας, η «δίαιτα γιο-γιο» αποτελεί έναν ανεξάρτητο παράγοντα που μπορεί να προκαλέσει όλα όσα προσάπτουμε στα παραπάνω κιλά, δηλαδή καρδιοπάθειες, διαβήτη, κάποιες μορφές καρκίνου και θνησιμότητα», λέει η Χάρισσον. «Όταν κάνουμε μια δίαιτα, αναπόφευκτα θα καταλήξουμε να κάνουμε μια «δίαιτα γιο-γιο». Αυτό θα βάλει σε μεγαλύτερο κίνδυνο το σώμα μας από το να μείνουμε στα κιλά που είμαστε».

“Μια έρευνα του 2015 που μελετούσε πάνω από 100.000 άτομα στη Δανία έδειξε ότι όσοι ανήκουν στην κατηγορία των «υπέρβαρων» ζουν κατά μέσο όρο περισσότερο – ένα συμπέρασμα που επαληθεύεται και από προηγούμενες έρευνες.”

Το κίνημα της «αντι-δίαιτας» δεν αφορά μόνο στο να σταματήσουμε τις δίαιτες, αλλά και στο να καταλάβουμε ότι τα σώματα μας είναι υγιή και όμορφα σε κάθε μέγεθος

Η ιδέα ότι τα περισσότερα κιλά είναι εγγενώς κάτι κακό είναι λανθασμένη. Πολλά άτομα με περισσότερα κιλά έχουν έναν υγιή μεταβολισμό – συνεπώς άτομα με λιγότερα κιλά είναι πιθανό να μην έχουν έναν υγιή μεταβολισμό. Μια έρευνα του 2015 που μελετούσε πάνω από 100.000 άτομα στη Δανία έδειξε ότι όσοι ανήκουν στην κατηγορία των «υπέρβαρων» ζουν κατά μέσο όρο περισσότερο – ένα συμπέρασμα που επαληθεύεται και από προηγούμενες έρευνες.

Το συμπέρασμα αυτό αναδεικνύει και το κίνημα «Υγεία σε Κάθε Μέγεθος». Το κίνημα μας ενθαρρύνει να αποδεχτούμε και να σεβόμαστε την εγγενή διαφορετικότητα κάθε σωματότυπου και να απορρίψουμε κάθε εξιδανίκευση κάποιου σώματος ή κιλών. Ακόμα, έχει ως στόχο να αποτρέψει το στίγμα των κιλών και των διακρίσεων ώστε να γίνουν αποδεκτά όλα τα άτομα, ανεξάρτητα των κιλών τους.

Σύμφωνα με την Χάρισσον, αν θέλουμε να δώσουμε ένα τέλος στην «κουλτούρα της δίαιτας», να αφήσουμε μια και καλή τις δίαιτες και να ακολουθήσουμε μια διαισθητική διατροφή, θα πρέπει να κατανοήσουμε το σώμα μας και να το αποδεχτούμε. Η διαισθητική διατροφή επικεντρώνεται στα σήματα που μας δίνει το σώμα μας όταν πεινάει και όταν είναι γεμάτο. Μας αφήνει να χαλαρώσουμε και να απολαύσουμε το γεύμα μας. Δεν είναι πρόγραμμα διατροφής αλλά τρόπος ζωής.

Είναι δύσκολο να απορρίψουμε τις δίαιτες αν έχουμε λίγα κιλά παραπάνω λόγω των διακρίσεων και των προκαταλήψεων που αντιμετωπίζουμε

Σε όλο το βιβλίο της, η Χάρισσον αναγνωρίζει το πλεονέκτημα που έχουν οι λεπτές και λευκές γυναίκες. Όταν ζούμε σε μία κοινωνία που αποδέχεται το σωματότυπο μας, η απόρριψη μιας δίαιτας είναι πιο εύκολη απόφαση.

«Άτομα με περισσότερα κιλά δέχονται καθημερινά διακρίσεις και είναι φυσικό να θέλουν να χάσουν κιλά για να μπορέσουν ξεφύγουν από αυτή τη κατάσταση», δηλώνει η Κίμμυ Σάιν, μια αντι-διαιτολόγος και ακτιβίστρια για την απελευθέρωση του σώματος.

Είναι σημαντικό να αποδεχτούμε όλα τα σωματότυπα και όλα τα μεγέθη, ειδικά αν είμαστε πιο μικρόσωμοι ή με λιγότερα κιλά από τους άλλους. Με αυτό τον τρόπο θα συμβάλλουμε στην συνολικότερη αποδοχή των ατόμων και θα τους βοηθήσουμε να σταματήσουν την δίαιτα και να νιώσουν ασφαλείς.

Η ζωή χωρίς δίαιτα μπορεί να φαντάζει αδύνατη, αλλά δεν είναι.

Τι πρέπει να κάνουμε για να μπορέσουμε να ακολουθήσουμε μια διαισθητική διατροφή; Το πρώτο βήμα είναι να σταματήσουμε τις δίαιτες.

Πολλές δίαιτες στις μέρες μας δεν χαρακτηρίζονται ως δίαιτες αλλά ως διατροφές για καλύτερη υγεία και ευεξία. Η Χάρισσον μας συμβουλεύει να απορρίψουμε κάθε δίαιτα ή διατροφή που θέτει κανόνες στο τι πρέπει και τι δεν πρέπει να τρώμε.

Ωστόσο, ακόμα και αν καταφέρουμε να σταματήσουμε τις δίαιτες, θα συνεχίσουμε να ανακαλούμε πολλούς κανόνες και περιορισμούς για το φαγητό μας. Μια εύκολη λύση για να το αποτρέψουμε, κατά τη Χάρισσον, είναι να καταγράφουμε καθημερινά τις σκέψεις μας σχετικά με το φαγητό μας. Έπειτα θα μπορέσουμε να αμφισβητούμε κάθε κανόνα. Η διαδικασία αυτή θα μας βοηθήσει να τους ξεχάσουμε και να τους αγνοήσουμε.

«Το μυαλό και το σώμα μας έχει στερηθεί τόσο πολύ που όταν σταματήσουμε τις δίαιτες θα επέλθει μια αλλαγή κατά την οποία θα επιστρέψουμε από τον αυτοπεριορισμό μας στην απόλαυση όλου του φαγητού μας. Αυτό το ονομάζω ‘ εκκρεμές του περιορισμού’», λέει η Χάρισσον.

Όμως, αυτό δεν θα κρατήσει για πάντα. Κάποια στιγμή θα μπορέσουμε να ισορροπήσουμε τη διατροφή μας και να αποκτήσουμε μια υγιή σχέση με το φαγητό μας.

Στην αρχή, η αλλαγή από τον περιορισμό των φαγητών προς την διαισθητική διατροφή χρειάζεται αρκετή προσπάθεια. Όταν τελικά τα καταφέρουμε δεν θα σκεφτόμαστε συνεχώς τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε να φάμε και θα χαλαρώσουμε.

«Δεν σκεφτόμαστε ούτε την γυμναστική ούτε τα κιλά μας. Σκεφτόμαστε όλα όσα μας ενδιαφέρουν να κάνουμε. Είμαστε ελεύθεροι να δουλέψουμε, να αναπτύξουμε σχέσεις με άλλα άτομα και να είμαστε παρόντες σε κάθε στιγμή της ζωής μας», στηρίζει η Χάρισσον.

ΠΗΓΗ: HuffPost US