ΤΟ BLOG
05/06/2018 12:10 EEST | Updated 08/06/2018 18:06 EEST

Σκοπιανό: Ασύμμετρα συμφέροντα και αδιόρατες λύσεις

NurPhoto via Getty Images

Το «Σκοπιανό» (κατά άλλους «Μακεδονικό») ζήτημα ταλανίζει την Ελλάδα και το κράτος της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας τις τελευταίες πολλές δεκαετίες, επισήμως δε από το 1992 και εντεύθεν.

Αν επιχειρηθεί μια ιστορική αναδρομή στο ζήτημα αυτό, θα μπορούσε να εκκινήσει από την αρχαιότητα. Η περιοχή που σήμερα βρίσκεται το κράτος τη ΠΓΔΜ αποτελούσε μέχρι τον 7ο π.Χ. αιώνα το Βασίλειο της Παιονίας, που υπαγόταν στο Θρακικό Κράτος. Εν συνεχεία, η περιοχή καταλήφθηκε από τους Πέρσες και μέχρι τον 4ο αιώνα αποτελούσε επαρχία της Περσικής Αυτοκρατορίας. Τον 4ο π.Χ. αιώνα το Ελληνικό Βασίλειο της Μακεδονίας κατέλαβε την περιοχή, κάνοντάς την αναπόσπαστο τμήμα του. Στα επόμενα χρόνια το σημερινό αυτό κρατίδιο γνώρισε πολλούς κατακτητές: Ρωμαίους-Βυζαντινούς και Οθωμανούς.

Κατά τη βυζαντινή περίοδο η περιοχή δέχθηκε επιθέσεις από σλαβικά φύλα και οι συνακόλουθες επιρροές έθεσαν το σπόρο του σλαβομακεδονικού εθνικισμού. Κρίσιμο χρονικό σημείο στην ιστορία των Σκοπίων αποτελούν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι του 1912-1913.

Όπως είναι γνωστό, οι πόλεμοι εκείνοι αποτέλεσαν την απαρχή της ίδρυσης των εθνικών κρατών των Βαλκανίων. Η Ελλάδα, που το 1912 εκτεινόταν μέχρι τον Αμβρακικό-Παγασητικό, συνήψε συμμαχία με τη Σερβία, το Μαυροβούνιο, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία. Οι βαλκάνιοι σύμμαχοι κήρυξαν τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία με αίτημα την αυτοδιάθεση και ανεξαρτησία των λαών τους.

Ο πρώτος βαλκανικός πόλεμος έληξε με νίκη των συμμάχων και στη Συνθήκη του Λονδίνου, το Μάιο του 1913, διαμοιράστηκαν τα βαλκανικά ιμάτια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Βουλγαρία δεν έμεινε ικανοποιημένη από το μερίδιό της, καθώς πάντοτε επεδίωκε την προσάρτηση σημαντικού τμήματος της ελληνικής Μακεδονίας. Οι διαφωνίες οδήγησαν στον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, ο οποίος έληξε με την οριστική νίκη των ελληνικών και σερβικών όπλων και τη συνομολόγηση της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, στις 28 Ιουλίου 1913 (σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο).

Είναι σημαντικό να σημειωθεί εδώ ότι καθ’ όλη την περιγραφόμενη περίοδο ανεξάρτητο «μακεδονικό» ή άλλως ονομαζόμενο κράτος δεν υπήρχε, καθώς η περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται η ΠΓΔΜ ήταν πάντοτε επικυριαρχούμενη από κάποιον εκ των εκάστοτε νικητών των βαλκανικών συρράξεων, δηλαδή με απλά λόγια ήταν ένα λάφυρο-μπαλάκι ανάμεσα στη Σερβία και τη Βουλγαρία.

Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου το ανατολικό σύνορο της Σερβίας επεκτάθηκε και ακολούθησε την καμπή μεταξύ των Βαρδάρη και Στρυμόνα, ποταμών που βρίσκονταν στην ελληνική-βουλγαρική μεθόριο. Η άνω κοιλάδα του ποταμού Στρούμιτσα παρέμεινε στην κατοχή της Βουλγαρίας. Το έδαφος που κερδήθηκε από τη Σερβία συγχωνεύθηκε με τον κεντρικό Βαρδάρη, συμπεριλαμβανομένης των Οχρίδας, Στιπ, Κότσανη και Μπίτολα στη σημερινή ΠΓΔΜ. Με τη διάταξη αυτή, η Σερβία αύξησε την επικράτειά της από 48.300 σε 87,780 km2 και ο πληθυσμός της αυξήθηκε κατά περισσότερο από 1,5 εκατ. κατοίκους.

Η συνοριακή γραμμή που χωρίζει την Ελλάδα από τη Βουλγαρία προσδιορίστηκε από την κορυφή του όρους Μπέλες στο στόμα του Νέστου, σχετικά με το Αιγαίο. Αυτή η σημαντική εδαφική παραχώρηση της Βουλγαρίας αύξησε την ελληνική επικράτεια από 64.790 σε 108.610 km2 και τον ελληνικό πληθυσμό από 2.660.000 σε 4.363.000 κατοίκους.

Στο έδαφος που προσάρτησε η Ελλάδα, συμπεριλαμβάνονταν μεγάλα τμήματα της Ηπείρου και της Μακεδονίας, συμπεριλαμβανομένης και της Θεσσαλονίκης, στην οποία ο ελληνικός στρατός είχε προλάβει να εισέλθει προ των Βουλγάρων τον Οκτώβριο του 1912. Τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα μεταφέρθηκαν προς τα ανατολικά μέχρι πέρα ​​από την Καβάλα, περιορίζοντας έτσι τα παράλια της Βουλγαρίας στο Αιγαίο σε αμελητέο ύψος 110 km, με μόνο το Δεδέαγατς (σημερινή Αλεξανδρούπολη) ως επίνειο. Επιπλέον, η Κρήτη ενσωματώθηκε οριστικά στην Ελλάδα και επίσημα την 1η Δεκεμβρίου του 1913.

Μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1918, και τη διάλυση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας ιδρύθηκε το Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, το οποίο αναγνωρίστηκε διεθνώς το 1922. Το 1929 το κράτος μετονομάστηκε σε Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας. Το 1941 τα ναζιστικά στρατεύματα εισέβαλαν στη Γιουγκοσλαβία και τη διαμέλησαν. Τελικώς, από το 1944 οι Γιουγκοσλάβοι παρτιζάνοι σχημάτισαν κυβέρνηση, ο βασιλιάς τους αναγνώρισε και τον Νοέμβριο του 1945 η βασιλεία καταργήθηκε. Ένα χρόνο αργότερα εγκαθιδρύθηκε στη χώρα κομμουνιστικό καθεστώς, η χώρα μετονομάστηκε σε Ομοσπονδιακή Λαϊκή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας και πρώτος ηγέτης της ανέλαβε ο Γιόζιμ Μπροζ Τίτο, ο οποίος παρέμεινε στα ηνία της χώρας μέχρι το θάνατό του, το 1980. Το 1963, η χώρα μετονομάστηκε σε Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας (ΣΟΔΓ).

Από την ιστορική αναδρομή προκύπτουν δύο σαφή και αδιαμφισβήτητα δεδομένα. Πρώτον, η σημερινή περιοχή του κράτους της ΠΓΔΜ κατοικείτο πάντοτε από μη ελληνικά φύλα. Ως επί το πλείστον οι κάτοικοί της ήταν και είναι στην πλειοψηφία τους σλαβικής καταγωγής, ενώ σήμερα ένα μεγάλο και υπολογίσιμο τμήμα του πληθυσμού αποτελείται από ανθρώπους αλβανικής καταγωγής.

Δεύτερον, το Ελληνικό Μακεδονικό Κράτος του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου όντως περιελάμβανε και τη σημερινή ΠΓΔΜ. Αποτέλεσε όμως άλλον ένα κρίκο στην αλυσίδα των κατακτητών της περιοχής, που αναφέρθηκε παραπάνω και τίποτα περισσότερο σε σχέση με τον ελληνικό πολιτισμό.

Στο σήμερα, επομένως, η λύση που επιδιώκεται από την πλευρά του κράτους των Σκοπίων είναι σαφές - όσο και αν δεν ομολογείται δημοσίως – ότι δεν επιδιώκεται τόσο για να διαφυλαχθεί η εθνικο-πολιτισμική ταυτότητα του εν λόγω κράτους, όσο για να καταστούν κατορθωτοί οι στόχοι της ένταξης στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα άμεσα ελληνο-σκοπιανά συμφέροντα είναι ανισοβαρή. Πρόκειται για μια υπόθεση από την οποία η Ελλάδα δεν θα αποκομίσει άμεσα γεωπολιτικά οφέλη. Στο πολιτικό πεδίο, τα Σκόπια επιδιώκουν λύση με χρήση του όρου «Μακεδονία» χωρίς οποιοδήποτε όμως όρο περί «σλαβικών» στοιχείων, καθώς κάτι τέτοιο θα προκαλούσε καταστροφικό διχασμό στο κράτος τους.

Η Ελλάδα είχε παλαιότερα την ευκαιρία να καταστήσει το συγκεκριμένο κράτος οιονεί οικονομικό της προτεκτοράτο, γεγονός που είναι πιθανό να συνιστούσε μια «αδιόρατη» σήμερα λύση. Μια δυνατότητα ώστε ό,τι δεν μπόρεσε επί δεκαετίες να επιτύχει η πολιτική, να το επιτύγχανε η οικονομία. Δεν το κατάφερε.

Οι σημερινές ελληνικές θέσεις είναι γνωστές. Σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό που θα διαχωρίζει το κράτος αυτό από την ελληνική Μακεδονία, διαγραφή από το γειτονικό Σύνταγμα κάθε αλυτρωτικού όρου και ισχύς της ονομασίας για κάθε χρήσης εντός και εκτός της χώρας. Είναι πασιφανές ότι οι όροι αυτοί κατά πάσα πιθανότητα δεν θα μπορέσουν να εφαρμοστούν από τους γείτονες, για λόγους που ήδη αναφέρθηκαν.

Η «λύση» μοιάζει να απομακρύνεται. Ίσως να ξανακάνει την εμφάνισή της όταν η οικονομία θα είναι ξανά σε θέση να υπερκεράσει την πολιτική.

Sponsored Post